ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΥ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΙΕΡΕΩΣ.....(Α΄)


 Ο ΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΠΑΚΑΒΕΛΟΣ ΕΓΕΝΝΗΘΗ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ ΤΟ 1902.ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΤΟΥ ΤΑ ΕΖΗΣΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ.ΗΤΟ ΕΒΛΑΒΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΑΚΟΛΟΥΘΟΣ.ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΙ ΝΑ ΘΥΜΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΠΕΙΝΟ ΙΕΡΕΑ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ ΚΑΘΩΣ ΗΤΑΝ ΑΥΘΟΡΜΗΤΟΣ ΑΠΛΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΗΜΩΝ.ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΦΩΤΕΙΝΗ ΑΠΕΚΤΗΣΑΝ ΠΕΝΤΕ ΑΓΟΡΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ,ΤΟΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟ ΠΟΥ ΕΚΟΙΜΗΘΗΚΑΝ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ,ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ Ο  ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΟΥ ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΠΡΙΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ.ΖΟΥΣΑΝ ΑΠΛΟΪΚΑ ΣΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ Ο ΧΩΡΟΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΞΕΝΟ ΠΟΥ ΕΦΤΑΝΕ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ.ΔΙΑΚΟΝΗΣΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΙΑ 40 ΕΤΗ ΚΑΙ ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΤΗΝ 26η ΙΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ 1987 ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 85 ΕΤΩΝ.Ο ΠΑΠΠΑ ΝΙΚΟΛΑΣ ΕΙΧΕ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΑΔΕΛΦΟ ΠΟΥ ΑΣΚΗΤΕΥΣΕ ΣΤΗΝ ΚΕΡΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΩΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1990.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ.
α) Ο κ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΗ ΟΤΙ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΠΑΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΕΨΕΛΝΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ Ο ΠΑΠΠΑ ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΟΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΤΟ ΠΡΩΪ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΒΑΖΕ ΝΑ ΜΠΑΙΝΕΙ ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΟΥ ΚΑΘΟΤΑΝΕ ΣΤΟ ΔΕΣΠΟΤΙΚΟ.ΟΠΩΣ ΕΛΕΓΕ Ο ΠΑΠΠΑ ΝΙΚΟΛΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΝΤΙΚΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΙΑΤΙ ΘΕΩΡΟΥΣΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΑΝΑΞΙΟ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟ.
β) ΠΑΡΑΠΟΝΕΘΗΚΕ ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΦΤΙΑΞΕ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΟ ΣΩΣΤΟ ΜΕΡΟΣ ΔΙΟΤΙ ΚΟΥΒΑΛΟΥΣΑΝΕ ΤΟ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΟΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΒΡΥΣΗ.ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΡΑΔΥ Ο ΑΓΙΟ ΤΟΝ ΠΗΡΕ ΚΑΒΑΛΑ ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΝ ΑΝΕΒΑΣΕ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΔΕΙΞΕ ΑΠΟ ΤΟ ΠΙΣΩ ΜΕΡΟΣ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ.ΤΟΤΕ ΤΟΥ ΕΙΠΕ ΜΕ ΑΥΣΤΗΡΟ ΥΦΟΣ ΟΤΙ ΤΟ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΕΥΣΗ ΕΚΕΙ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΝΕΡΟ.ΓΙ'ΑΥΤΟ ΤΟΥ ΛΕΕΙ ΜΗΝ ΣΕ ΞΑΝΑΚΟΥΣΩ ΝΑ ΠΑΡΑΠΟΝΙΕΣΕ ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΩ ΠΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΕΥΩ.ΤΟ ΠΡΩΪ Ο ΠΑΠΠΑ ΝΙΚΟΛΑΣ ΕΒΑΖΕ ΜΕΤΑΝΟΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΖΗΤΑΓΕ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ.
γ) ΤΟΝ ΦΩΝΑΞΕ ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΣΟΠΑΝΗΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΗ ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΤΙ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΝΗΣΥΧΑ.ΑΦΟΥ Ο ΠΑΠΠΑ ΝΙΚΟΛΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΛΕΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΖΗΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΣ Ο ΤΡΙΣΚΑΤΑΡΑΤΟΣ.ΤΑ ΕΥΛΟΓΗΣΕ ΚΑΙ ΕΦΥΓΕ ΧΩΡΙΣ Ο ΤΣΟΠΑΝΗΣ ΝΑ ΞΑΝΑΕΧΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΤΟ ΚΟΠΑΔΙ ΤΟΥ.
δ) Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΟΝ ΠΑΠΠΑ ΝΙΚΟΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΕΙ ΣἘΝΑ ΔΙΠΛΑΝΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ (τότε Σαμπαλί).Ο ΠΑΠΠΑ ΝΙΚΟΛΑΣ ΔΕΝ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΕ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΛΛΑ ΕΚΑΝΕ ΥΠΑΚΟΗ.ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΦΥΛΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΠΗΚΕ Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ.ΟΤΑΝ Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΤΟΝ ΕΠΑΝΕΦΕΡΕ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΗΓΕ ΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΤΟΤΕ ΕΚ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΞΑΝΑΒΡΗΚΕ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΟΥ.   

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ


Στην εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου που βρίσκεται στο τέμπλο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου πίσω ἀπὸ τὸν Ἁγιο βρίσκεται ἔνας ῥασοφορεμένος ἄνδρας.Τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου που διαβάζουμε στο τέλος τοῦ βιβλίου  τοῦ βίου τοῦ,βλέπουμε ὅτι  πολλοὶ είναι αὐτοί που ἐπικαλέστηκαν τὸν Ἅγιο μὲ ἀποτέλεσμα αὐτὸς να ἐμφανιστὴ να τοὺς ἀνεβάση στα καπούλια τοῦ ἀλόγου καὶ να τοὺς σώσει ἀπὸ τοὺς Ἀβαροῦς,τους πειρατες, Σαρακηνους, κυρίως Ἐπισκόπους που εἴχαν αἰχμαλωτισθή. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τῇ μαρτυρίᾳ Ἐπισκόπου που ἐβλάβητε τὸν Ἅγιο Δημήτριο καθῶς ἐγεννήθη ἔδω καὶ ἔζησε τὰ παιδικὰ τοῦ χρόνια καὶ τὸν τιμᾷ ὅποτε τοῦ δίνετε ἡ εὐκαιρία,σὲ μία ἐπισκέψή του μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία μας εἶπε τὴν ἑρμηνεία τῆς εἰκόνος τοῦ Ἁγίου Δημητρίου:Ὅταν οἱ Βούλγαροι ἐπιτέθηκαν στην Θεσσαλονίκη μετὰ ἀπὸ προσευχὲς τοῦ τότε μητροπολίτου Θεσσαλονίκης ὁ Ἅγιος ἐμφανίστηκε για να λυτρώση τὴν πόλη καὶ πῆρε στα καπούλια τοῦ ἀλόγου τὸν Παναγιώτατο Θεσσαλονίκης για να μὴν σφαγιαστή,ἐνῶ ἔσωσε τὴν πόλη κατατροπόνοντας τοὺς Βούλγαρους.Αὐτὸ φαίνεται καὶ στην εἰκόνα καθὼς ὁ Ἅγιος μὲ τὸ κοντάρι τοῦ σκοτώνει τὸν Σκυλογιάννη που ἦτο ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς τῆς ἐπιθέσεως.
Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἅγιε Δημήτριε βοήθει μοι.




20 ΙΟΥΝΙΟΥ - ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ

Εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ Ὁσίου Νικολάου Καβάσιλα-Χαμαετοῦ


Σχεδὸν ἑξακόσια χρόνια μετὰ τὸ θάνατό του, ἡ «ἁγιοτόκος» γενέτειρά του, ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ «μητρόπολις τῆς Φιλοσοφίας», ὅπως τὴν ἀποκαλεῖ ὁ ἴδιος, ἔδωσε στὸ ἐπιφανὲς τέκνο της καὶ ἐπίσημα τὴν ἀναγνώριση, ποὺ κατεῖχε στὴ συνείδηση τῶν συγχρόνων του ὁ «σοφώτατος, λογιώτατος καὶ τοῖς ὅλοις ἁγιώτατος» Νικόλαος Καβάσιλας – Χαμαετός.
Ἔφηβος (1335-1340) πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη νὰ σπουδάσει Θεολογία καὶ Φιλοσοφία, Ρητορικὴ καὶ Νομική, Μαθηματικὴ καὶ Φυσικὴ καὶ μάλιστα τὴν «περὶ τοὺς ἀστέρας ἐπιστήμην».
Τοὺς ἀρχαίους κλασσικοὺς διδάχθηκε ἀπὸ τὸν ἐκ μητρὸς θεῖο του, Νεῖλο Καβάσιλα – Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1361-1363) – μὲ τὸν ὁποῖο ἐσφαλμένα γιὰ πολὺ ἐπικράτησε νὰ ταυτίζεται. Χαμαετὸς ἀπὸ τὸ γένος τοῦ πατέρα του, ἔμεινε γνωστὸς ὡς Νικόλαος Καβάσιλας γιὰ τὸ περισσότερο ἔνδοξο τοῦ γένους τῶν Καβάσιλα.
Ὅπως ἔχει γραφεῖ, «εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ γευτεῖ ἀπὸ μικρός, κοντὰ στοὺς καλύτερους πνευματικοὺς καθοδηγοὺς τοῦ ΙΔ´ αἰῶνα, τὸ νέκταρ τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας καὶ νὰ ριζώσει στὴν Ὀρθόδοξο βυζαντινὴ παράδοση. Παράλληλα εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ παρακολουθεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἔντονες ἀναζητήσεις, ποὺ δημιούργησε ἡ Ἀναγέννηση... ἔτσι στὴν ὥριμη ἡλικία τοῦ ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ καταλαβαίνει καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν, ἦταν δὲ ἱκανὸς νὰ μιλάει γιὰ τὸ μέλλον».
Γιὰ ἕνα χρόνο ἔμεινε στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὸ Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. «Ἀποδέχεται τὴ δογματικὴ Θεολογία καὶ πνευματικότητα τῶν ἡσυχαστῶν», ἀλλὰ ὁ Καβάσιλας βρίσκεται πέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ διαμάχη, καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ δραματικὰ γεγονότα τῆς Θεσσαλονίκης τῶν Ζηλωτῶν, ὅπου τοῦ ἀνατίθεται ἡ πρεσβεία εἰρηνικῆς προσεγγίσεως τῶν ἀντιπάλων. Ἀργότερα ἀναλαμβάνει καθήκοντα αὐτοκρατορικοῦ συμβούλου τοῦ Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ.
Ἄνθρωπος χαρισματοῦχος, προσωπικότητα ἐξαιρετική, σεβαστὴ σὲ αὐτοκράτορες, πατριάρχες, λογίους καὶ στοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ. Σεμνός, σοφὸς καὶ ἅγιος, ὁ ὁποῖος «ἀρετῆς ἰδέαν πᾶσαν ἀσκεῖ», κατὰ τὸν Μανουὴλ Β´ Παλαιολόγο.
Ὁ Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος τὸν ὀνομάζει «ἄνδρα πνεύματος καὶ σοφίας τοῖς ἀρχαιοτάτοις ἐξισωθέντα». Καὶ ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος τὸν ἀποκαλεῖ «φιλόθεο καὶ φιλόκαλο, ὑπερασπιστὴ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ παραδόσεως».
Σύγχρονοι μελετητὲς ἀναγνωρίζουν στὸ ἔργο τοῦ τὸν κάτοχο μεγάλης «θύραθεν σοφίας», μὲ λαμπρὴ φιλοσοφική, γλωσσικὴ καὶ θεολογικὴ κατάρτιση. Χαρακτηρίζεται ὡς ὁ «ἀξεπέραστος μυσταγωγός», ὁ «βαθυνούστερος λειτουργικὸς θεολόγος» καὶ ἐξαίρεται μὲ κάθε τρόπο τὸ Ὀρθόδοξο μεγαλεῖο καὶ ἡ ἁγιοσύνη του.
Δὲ φτάνουν ὅμως ὅλες αὐτὲς οἱ μαρτυρίες τῶν συγχρόνων του καὶ τῶν σημερινῶν βιογράφων του νὰ μᾶς μεταφέρουν τὴν πνευματικὴ συγκίνηση, τὴν ἔμπνευση, τὸ αἴσθημα τῆς ὑψίστης τιμῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὴν ψυχικὴ ἀναγέννηση, τὴν ἐν Χριστῷ ἀγαλλίαση, ποὺ δημιουργεῖ ἀκόμη καὶ μία πρώτη ἀνάγνωση τῶν ἔργων του στὴν ψυχή μας.
Περίφημα ἔργα του τά: «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς», Ἑρμηνεία «Εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν» καὶ οἱ τρεῖς «Θεομητορικοὶ Λόγοι».
Τὴν τελευταία περίοδο τῆς ζωῆς του ἔζησε ὡς μοναχὸς ἢ ἱερομόναχος στὶς μονὲς Μαγγάνων – Ξανθοπούλων καὶ Στουδίου στὴν Κωνσταντινούπολη, «κατ᾿ ἀρετὴν τελειοτάτην ἐν βίῳ τελείω ἧς δὴ αὐτὸς κατέλαβε τὴν ἀκρώρειαν» (Ἱωσὴφ Βρυέννιος). Ἀπεβίωσε περὶ τὸ 1395 ἐκπέμποντας τὸ λαμπρὸ φῶς τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς στὸ σκοτάδι τοῦ «αὐτόνομου οὐμανισμοῦ» ποὺ ἔπεφτε σκεπάζοντας τὴ Δύση.
Στὰ 1982 ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρὸς Παντελεήμων Β´ ὀργάνωσε Θεολογικὸ Συνέδριο «Εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Νικολάου Καβάσιλα» καὶ ἐνέργησε τὰ δέοντα γιὰ τὴν ἐπίσημη ἀνακήρυξή του ὡς ἁγίου.
Στὶς 19 Ἰουλίου 1983 Συνοδικὴ - Πατριαρχικὴ Πράξη συναριθμεῖ καὶ συγκαταλέγει τοῖς Ἁγίοις τὸν Νικόλαο Καβάσιλα, «πρὸς μίμησιν καὶ πνευματικὴν ὠφέλειαν καὶ οἰκοδομὴν τοῦ Χριστιανικοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος».
Ἡ ἱερὴ μνήμη του τιμᾶται στὶς 20 Ἰουνίου.

Δημοσιεύεται ἐδῶ μικρὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Α´ Θεομητορικὴ ὁμιλία «Εἰς τὴν ὑπερένδοξον τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου γέννησιν». Οἱ τρεῖς Θεομητορικοὶ λόγοι χαρακτηρίζονται ὡς κείμενα τῆς νεότητός του ἐξαιρετικὰ πυκνά, ρωμαλέα καὶ σφριγηλά, ὅπου ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, καὶ μαζί του ὁ ἀναγνώστης σκιρτᾷ στὴ συνειδητοποίηση τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Στὸ πρόσωπο τῆς Παρθένου ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴν φανέρωση τῆς ἀληθινῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ τὴν ἀξίωσε νὰ γίνει, «Αὐτὴ προσωπικὰ καὶ μέσα σ᾿ Αὐτὴν ἡ ἀνθρώπινη φύση, «Θεοτόκο»»! (Νεοελληνικὴ Ἀπόδοση Παν. Νέλλα)
«Ἡ πανάμωμη Παρθένος, χωρὶς νὰ ἔχει γιὰ πόλη της τὸν οὐρανό, χωρὶς νὰ ἔχει γεννηθεῖ ἀπὸ τὰ οὐράνια σώματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ – ἀπὸ αὐτὸ τὸ ξεπεσμένο γένος, ποὺ ξέχασε τὴν ἴδια του τὴ φύση – καὶ κατὰ τὸν ἴδιο με ὅλους τρόπο, μόνη αὐτὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν ἀντιστάθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος σὲ κάθε κακία. Ἀπέδωσε ἔτσι στὸ Θεὸ ἀμόλυντη τὴν ὡραιότητα ποὺ χάρισε στὴ φύση μας καὶ χρησιμοποίησε, αὐτὴ μόνη, ὅλα τὰ ὅπλα καὶ ὅλη τη δύναμη ποὺ ἔβαλε μέσα μας. Μὲ τὸν ἔρωτα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν Θεό, μὲ τὴ ρωμαλεότητα τῆς σκέψεως, τὴν εὐθύτητα τῆς θελήσεως καὶ τὴ μεγαλειώδη σωφροσύνη τῆς ἔτρεψε σὲ φυγὴ κάθε ἁμαρτία κι ἔστησε τρόπαιο νίκης τέτοιο, ποὺ δὲν μπορεῖ μὲ τίποτε νὰ συγκριθεῖ. Μὲ ὅλα αὐτὰ φανέρωσε τὸν ἄνθρωπο τέτοιο ποὺ ἀληθινὰ δημιουργήθηκε, φανέρωσε δὲ καὶ τὸ Θεό, τὴν ἄφατη σοφία καὶ τὴν ἀπέραντη φιλανθρωπία του. Ἔτσι αὐτὸν ποὺ παρουσίασε ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν περιέβαλε μὲ ἀνθρώπινο σῶμα, αἰσθητὰ στὰ μάτια ὅλων, τὸν ἀποτύπωσε καὶ τὸν εἰκόνισε προηγουμένως μὲ τὰ ἔργα τῆς ἐπάνω στὸν ἑαυτό της. Καὶ ἦταν δυνατὸ ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα διὰ μέσου αὐτῆς μόνης (νὰ γνωρίσουμε ἀληθινὰ τὸ Δημιουργό). (…) Γιατὶ μόνος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ φέρει μέσα του τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὅταν φανερωθεῖ αὐθεντικὰ τέτοιος ποὺ εἶναι, χωρὶς νὰ ἔχει ἐπάνω του τίποτε τὸ νόθο, θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκαλύψει ἀληθινὰ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. (…).
Πῶς τὸ μπόρεσε; Ποιοὺς λογισμοὺς χρησιμοποίησε; Ἀκόμη περισσότερο, πῶς τῆς δημιουργήθηκε ἀρχικὰ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία καὶ θέλησε νὰ ριχτεῖ σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖο κανεὶς ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους της δὲν ἀκούστηκε ὅτι εἶχε ποτὲ κερδίσει; Ποιοὺς ὁδηγοὺς εἶχε μπροστά της; Ποιὸς τῆς ἔδωσε ἐλπίδες ὅτι θὰ νικήσει; Ἀπὸ ποῦ ἄντλησε τὸ ἀπαιτούμενο θάρρος; (…)
Ἐπειδὴ οὔτε βέβαια τὴν δημιούργησε ὁ Θεὸς ἐπίτηδες τὴν Παρθένο ἔτσι, ὥστε νὰ ζεῖ ἀναγκαστικὰ μὲ αὐτὸν τὸν πάναγνο τρόπο ζωῆς, οὔτε, ἐνῷ ἡ ἴδια πρόσφερε ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι, τὴν τίμησε ὁ Θεὸς μὲ μεγαλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους βοηθήματα. Ἀλλὰ ἡ Παρθένος νίκησε τὴν πρωτάκουστη καὶ θαυμαστὴ αὐτὴ νίκη χρησιμοποιώντας μόνο τὸν ἑαυτό της καὶ τὰ ὅπλα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς.
(…) Διὰ τῆς Παρθένου ἀπέδειξε ὁ ἄνθρωπος ὁλοφάνερα καὶ πάνω στὴν πράξη τὴ δύναμη ποὺ ὑπῆρχε μέσα του ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας.
(…) Γι᾿ αὐτὸ πανηγυρίζοντας μὲ εὐφροσύνη ἀπέραντη φθάνουμε λαμπροὶ καὶ μὲ τρόπο λαμπρὸ σ᾿ αὐτὴ τὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία ὅλα αὐτὰ ἔλαβαν τὴν ἀρχή τους. Στὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε ὄχι ἁπλῶς ἡ Παρθένος, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη, ποὺ πρώτη καὶ μόνη εἶδε τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πήγασε γιὰ ὅλους ἡ δυνατότητα νὰ γίνουν ἐπίσης ἀληθινοὶ ἄνθρωποι».

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

(Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀποσπάσματα ἀπ᾿ τοὺς Α´ καὶ Β´ Λόγους)


Στὰ ἱερὰ Μυστήρια εἰκονίζουμε τὴν ταφὴ καὶ ἐξαγγέλλουμε τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Μὲ αὐτὰ γεννιόμαστε, μορφοποιούμαστε καὶ συναπτόμαστε ὑπερφυῶς μὲ τὸν Σωτήρα. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα, ὅπως λέει ὁ Παῦλος, «ἐν αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καί ἐσμεν». Τὸ Βάπτισμα χορηγεῖ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν ὑπόσταση κατὰ Χριστόν, γιατὶ μᾶς παίρνει νεκροὺς καὶ διεφθαρμένους καὶ μᾶς εἰσάγει γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή. Ἡ χρίση μὲ τὸ Μύρο τελειοποιεῖ αὐτὸν ποὺ γεννήθηκε, γιατὶ προσφέρει ἐνέργεια κατάλληλη γι᾿ αὐτὴ τὴ ζωή. Ἡ θεία Εὐχαριστία συντηρεῖ καὶ διατηρεῖ τὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ τὴν ὑγεία, γιατὶ ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ διαφυλάξουμε ὅσα ἀποκτήσαμε καὶ νὰ παραμείνουμε ζωντανοί. Ζοῦμε λοιπὸν μὲ αὐτὸν τὸν Ἄρτο, κινούμαστε μὲ τὸ Μύρο, ἔχοντας λάβει τὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὸ Βάπτισμα.
Τὸ Βάπτισμα εἶναι ἀρχὴ βίου καὶ βάση καὶ θεμέλιο ζωῆς. Ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστὸς πού, μαζὶ μὲ ὅλα ὅσα ἀνέχθηκε γιὰ μᾶς, ἔπρεπε καὶ νὰ βαπτισθῆ, τὸ βάπτισμα δέχθηκε πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα. Καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ Βαπτίσματος τί ἄλλο δηλώνουν; Γέννηση, ἀναγέννηση, ἀνάπλαση καὶ σφραγίδα ὀνομάζεται, κι ἀκόμη βάπτισμα, ἔνδυμα, χρίσμα, χάρισμα, φώτισμα καὶ λουτρό. Ὅλα δηλώνουν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πράγμα· Ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν ποὺ ὑφίστανται καὶ ζοῦν κατὰ Θεὸν εἶναι τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Ἡ γέννηση λοιπὸν εἶναι φανερὸ ὅτι σημαίνει αὐτὸ καὶ τίποτε ἄλλο. Καὶ ἡ ἀναγέννηση καὶ ἡ ἀνάπλαση ἐπισημαίνουν μόνο ἐκεῖνο· Αὐτοὶ ποὺ τώρα γεννιοῦνται καὶ πλάθονται εἶχαν γεννηθῆ προηγουμένως καὶ ἐπειδὴ ἔχασαν τὴ μορφή τους, ἐπανέρχονται τώρα μὲ δεύτερη γέννηση στὴν πρώτη μορφή.
Νὰ βαπτισθοῦμε σημαίνει νὰ γεννηθοῦμε κατὰ Χριστὸν καὶ νὰ λάβουμε ὕπαρξη καὶ ὑπόσταση, ἐνῶ δὲν ἤμασταν τίποτε.
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Βαπτίσματος. Ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, συμφιλιώνει τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο, κάνει τὸν ἄνθρωπο υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀνοίγει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, δίνει τὴν αἴσθηση τοῦ θείου φωτός, μὲ λίγα λόγια προετοιμάζει γιὰ τὴν μέλλουσα ζωή.

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ Η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΟΛΟΥ.





ΤΕΤΑΡΤΗ 20 ΙΟΥΝΙΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ



Απολυτίκιον Παναγίας Οδηγήτριας - Ήχος α΄
Έικόνα Σου Άγιαν την Οδηγήτριαν Άχραντε, νύν πανευλαβώς προσκυνούντες, γεραίρομεν Παρθένε επέστη γάρ ξένων προς ημάς βραβεύουσα θαυμάτων προχοήν, και εκ παντοιων ελευθερούσα των δεινών, διο σοι πόθω βοώμεν ,Δόξα τη ευσπλαχνία Σου σεμνή,Δόξα τή άντιλήψει Σου,Δόξα τή προμηθεία Σου μόνη Πανύμνητε.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΝΟΣ

Γεννήθηκε στην πόλη Μπάνσκο της Βουλγαρίας περί το 1722. Νέος ήλθε στο Άγιον Όρος, στη Μονή Χιλανδαρίου, και μόνασε κοντά στον μεγαλύτερο αδελφό του ηγούμενο Λαυρέντιο.
Μετά την επάνοδο από το ταξίδι του στη Σόφια, έγραψε την ιστορία με τον τίτλο «Ιστορία σλαβοβουλγαρική περί των λαών, των βασιλέων και των αγίων των Βουλγάρων, συλλεγείσα και τακτοποιηθείσα υπό Παϊσίου, ιερομονάχου του Αγίου Όρους, προς ωφέλειαν του βουλγαρικού λαού» (1762). Η ιστορική αξία του βιβλίου είναι μικρή και δυστυχώς έχει αρκετά ανθελληνικά στοιχεία. Συνέβαλε στην αφύπνιση του εθνικού αισθήματος των Βουλγάρων και στη διαμόρφωση της εθνικής συνειδήσεώς τους και γνώρισε πολλές εκδόσεις.
Η ημερομηνία του θανάτου του δεν είναι γνωστή, καθώς και στοιχεία της αγιορειτικής βιοτής του. Αναγνωρίσθηκε άγιος τελευταία από τη σύνοδο της Βουλγαρικής Εκκλησίας.
Εορτάζεται την ίδια ημέρα με τον συνώνυμό του όσιο Παΐσιο τον Μέγα, στις 19 Ιουνίου.



Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ (1880 - 1967)

Στην Καλύβη του «Αγίου Σπυρίδωνος» έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Γαβριήλ και υστέρα από πολλά χρόνια υπακοής, στους Γεροντάδες του, έγινε Διάκονος, Πρεσβύτερος και Πνευματικός. Κατόπιν προσκλήσεως του Επίσκοπου Κορίνθου, με την ευλογία του Γέροντα του, πήγε στην Κόρινθο. Εκεί έμεινε πολλά χρόνια, με την εξομολόγηση, τη πνευματική νουθεσία, άλλα και το παράδειγμα της πνευματικής του ζωής και πολιτείας, βοήθησε τους χριστιανούς να βρούνε το δρόμο του Θεού, το δρόμο της κατά Θεόν ζωής και της καθόλου αρετής.
Με το δικό του παράδειγμα, τη νηστεία, την εγκράτεια, την προσευχή, την ταπείνωση και κάθε άλλο είδος αρετής, πού πρέπει να έχει κάθε χριστιανός για να φτάσει στην κορωνίδα των αρετών πού είναι ή αγάπη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ό άνθρωπος να λέγεται και να είναι χριστιανός και δε θ' αξιωθεί ποτέ να δει το πρόσωπο του Θεού, γι' αυτό έλεγε ό αείμνηστος αυτός Γέρο - Παπα - Γαβριήλ: — Ό άνθρωπος, αν κάθε μέρα κοινωνεί τα Άχραντα Μυστήρια, το Σώμα και Αίμα του Δεσπότη Χριστού, όλη την περιουσία του να δώσει ελεημοσύνη, από τη νηστεία και τις μετάνοιες αν στεγνώσει και γίνει πετσί και κόκαλο σχέτος σκελετός, αν δεν αποκτήσει αγάπη προς το Θεό και τους ανθρώπους και σ' όλη τη φύση, δεν έκανε τίποτε και δε θα τύχει ποτέ του ελέους και των οικτιρμών του Θεού, όπως μας διδάσκει και ό μεγάλος εκείνος των Εθνών απόστολος Παύλος, ό οποίος έχει πλέξει το εγκώμιο της μεγάλης αυτής αρετής πού λέγεται αγάπη και έγραφε στους Κορίνθιους: «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των Αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ήχων ή κύμβαλον αλαλάζον και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πασάν την γνώσιν, και εάν έχω την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δεν μη έχω ουδέν ειμί, και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσωμαι, άγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι» και όλο το Κεφάλαιο τούτο είναι ένας συνεχής ύμνος της αρετής της αγάπης. (Α' Κορ. ΙΓ' 1-3).
Γεμάτος αγάπη ό Γέρο - Παπα - Γαβριήλ, υστέρα από 35 ολόκληρα χρόνια ιεραποστολικής ζωής, επέστρεψε στη Μετάνοια του, στη Νέα Σκήτη όπου ό Γέροντας των Παπακυριλλαίων Γεράσιμος Μοναχός τον έκαμε μεγαλόσχημο Μοναχό με το ίδιο όνομα Γαβριήλ γύρω ασκητικά Καλύβα, άλλα κι αυτός στάθηκε αδύνατο να βοηθήσει τον ψυχορραγούντα αδελφό Κύριλλο.
Τότε ό κατά σάρκα αδελφός του Παπα - Νεόφυτος κι εκείνος Πνευματικός, κάλεσε και τον γέροντα Πνευματικό Παπα - Γαβριήλ Λευτεριώτη, ό οποίος, μ' όλη την αδελφική αγάπη, πήγε κοντά στον ασθενή και σαν έμπειρος Πνευματικός; όταν του είπε για το χαρτί, ρώτησε το Μοναχό Κύριλλο να του πει τι ακριβώς βλέπει. Ό ασθενής είπε, πώς στα δεξιά βλέπει δυο λευκοφόρους Αγγέλους και στα αριστερά ήταν έτοιμοι να αρπάξουν την ψυχή του πολλοί Δαίμονες, ό ένας από τους οποίους με την ουρά του γύριζε σύντομα και έπαιζε με το κομβοσχοίνι του ησυχαστή Γέροντα Ιωσήφ, πού βρίσκονταν κι αυτός εκεί.
Ό Πνευματικός Παπα - Γαβριήλ, παρεκάλεσε όλους τους αδελφούς να βγουν έξω από το δωμάτιο του ασθενή και ρώτησε για δεύτερη φορά το Μοναχό Κύριλλο να του πει τα κρυπτά της καρδίας του.
Αφού ό ασθενής τα είπε όλα, τότε τον ρώτησε αν το χαρτί είναι ακόμα κολλημένο στον ωμό του. Ό ασθενής απάντησε πώς και πάλι το χαρτί είναι κολλημένο εκεί που αρχικά το αισθανόταν.
Ό Πνευματικός τότε είπε στον Μοναχό Κύριλλο να ρωτήσει το φύλακα Άγγελο, να του ειπεί εκείνος τι γράφει το χαρτί. Ό Μοναχός Κύριλλος γύρισε προς τους Αγγέλους και τους μίλησε σε γλώσσα, πού ό Πνευματικός δεν καταλάβαινε ούτε μια λέξη άπ' αυτά πού έλεγε. Κι ό Άγγελος του απαντούσε στην ίδια γλώσσα. Τότε ό Παπα - Γαβριήλ, έβαλε το πετραχήλι επάνω στον ασθενή και τον ρώτησε τι του είπε ό Άγγελος ότι γράφει το χαρτί; Κι ό Μοναχός Κύριλλος του είπε δυο αμαρτίες πού αυτός πρώτα δε θυμότανε να τις πει.
Ό Πνευματικός αφού του είπε αυτά, διάβασε τη συγχωρετική ευχή, κι όταν τελείωσε πήρε το πετραχήλι κι ό ασθενής είπε στον Πνευματικό, πώς το χαρτί κόλλησε πάνω στο πετραχήλι και σβήσανε τα αμαρτήματα του, πού ήτανε γραμμένα σ' αυτό και με το λόγο αυτόν, παρέδωκε το πνεύμα και κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο των μακαρίων.
Ή πείρα και διάκριση του Πνευματικού, βοήθησε τον αδελφό Κύριλλο να εξομολογηθεί και να καθαρισθεί από τις ανθρώπινες αδυναμίες του, με διερμηνέα και βοηθό τον Άγγελο φύλακα της ψυχής.
Ό Πνευματικός Παπα - Γαβριήλ, στην Κόρινθο έζησε 28 χρόνια πνευματική ζωή, με παντός είδους εγκράτεια και έκτισε εκεί τον ωραιότατο, ευρύχωρο και περικαλλή Ναό του Αγίου Νικολάου.
Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και έφτασε ό καιρός της εκδημίας του, προείδε και προείπε το θάνατο του και δυο μέρες πριν να φύγει οριστικά από τον κόσμο τούτο, όπως μου είπε ό υποτακτικός του πνευματικός Ιερομόναχος Σπυρίδων, κάλεσε τους Πατέρες και αδελφούς της Σκήτης, από τους οποίους έλαβε και έδωκε συγχωρέσει, ευλόγησε τη Σκήτη και παρεκάλεσε με θερμή πίστη, δέηση και δάκρυα το Θεό, να χαρίσει την ευλογία Του, στη Συνοδεία του, σ' ολόκληρη τη Σκήτη και όλους τους αδελφούς να τους αξιώσει να αποκτήσουν την αρετή της αγάπης.
Έτσι, μετά άπ' αυτά, με τη γαλήνη και λάμψη της αρετής και της καλοσύνης στο πρόσωπο του, πλήρης ήμερων παρέδωκε τη μακαριά του ψυχή στα χέρια του Δεσπότη Χριστού και πέταξε σαν πουλάκι στα ουράνια θεία Σκηνώματα το 1967 σωτήριο έτος.
Τους κόπους και την αρετή του Γέροντα αυτού Παπα - Γαβριήλ, βράβευσε ό Πανάγαθος Θεός και του έδωκε συνοδεία ή οποία συνεχίζει την Παράδοση των Πατέρων, δοξάζει το Θεό, τιμάει τη Σκήτη και ολόκληρο το Περιβόλι της Παναγίας μας, ό τούτου διάδοχος Γέρων Σπυρίδων πνευματικός, με την ευλαβέστατη συνοδεία του.

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΩΝ ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ 1910 - 1995

Ο μακάριος Γέρων Ευσέβιος Γιαννακάκης, ο πολυχαρισματούχος (1910 – 19 Ιουνίου 1995)

Ο π. Εύσέβιος κατά κόσμον Αντώνιος Γιαννακάκης γεννήθηκε το 1910 στο Γεωργίτσι της Σπάρτης και ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας του Ηλία και της Χριστούλας Γιαννακάκη. Άνθρωποι πιστοί και πολύ ευλαβείς άνέθρεψαν τα παιδιά τους εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Από μικρός ο Αντώνης ήταν παιδί υπάκουο, πονετικό, «χαριτωμένο». «Ψυχοπόνια μου» τον αποκαλούσε η μάννα του για την ευσπλαγχνική καρδιά του. Ήταν πολύ εγκρατής από μικρός, και άδολος. Ήταν παιδί καλοπροαίρετο. Δεν κούραζε κανέναν. Όταν όμως το απαιτούσε η περίσταση, γινόταν πολύ μαχητικός. Κάποτε πήγε με το θείο του στο βουνό να κόψουν ξύλα. Θα ήταν τότε δέκα ετών. Άκουσε κάποια στιγμή εκεί κοντά έναν άλλο ξυλοκόπο να βλασφημεί τα θεια. Τότε στην καρδιά του μικρού παιδιού φούντωσε η ιερή αγανάκτηση. «Ακούς εκεί, να βρίζει το Χριστό μας, την Παναγία μας!» Με έντονο και αυστηρό ύφος παρατήρησε τον μεγαλύτερο του. Εκείνος δεν μίλησε καθόλου, μάλλον ντράπηκε πού τον παρατήρησε τόσο αυστηρά ένα μικρό παιδί. Μετά ο θείος του έλεγε και ξανάλεγε στον κύρ Ηλία: «Μωρέ, να δεις επίθεση ο Αντωνάκης!». Και καμάρωνε ο πατέρας για το θείο ζήλο πού είχε στην καρδιά του ο μικρός του γιός.
Αγαπούσε πολύ την εκκλησία και τις ακολουθίες της. Μια Κυριακή πού πήγαινε στην εκκλησία -θά ήταν τότε δέκα έως ένδεκα ετών- λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, στο σταυροδρόμι συνάντησε έναν άγνωστο νέο, επιβλητικό και ασκητικό. Τον κοίταξε με σοβαρότητα και αγάπη και του είπε: «Πρόσεχε, Αντώνη, παιδί μου. Δυο δρόμοι υπάρχουν στη ζωή. Ο ένας με τους χορούς, τις διασκεδάσεις, την κοσμική ζωή, πού οδηγεί στην απώλεια. Ο άλλος με τη σεμνή, την ηθική ζωή, πού αρέσει στον Θεό». Ο Αντώνης γεμάτος από συγκίνηση αλλά και απορία, συνέχισε το δρόμο του προς την εκκλησία. Μπήκε και στάθηκε μπροστά, όπως συνήθιζε. Καθώς κοίταξε την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου στο τέμπλο, αναγνώρισε με έκπληξη και δέος τον νέο πού είχε πριν από λίγο δει στο σταυροδρόμι. Ή συνάντηση αυτή ήταν καθοριστική για την περαιτέρω πορεία της ζωής του. Από τότε η αγαθή ψυχή του αλλοιώθηκε ακόμη περισσότερο από τη θεία Χάρη, πού τον επεσκίαζε.
Όταν τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο, ακούραστος εργαζόταν σκληρά στα χωράφια του πατέρα του και τα κατάφερνε πολύ καλά σε όλες τις γεωργικές εργασίες. Φόρτωνε το ζώο με τα προϊόντα τους και περπατούσε όλη τη νύχτα, για να φθάσει το πρωί στη Σπάρτη και να τα πουλήσει. «Ο αγωνιστής μου» συνήθιζε να λέει γι’ αυτόν η μητέρα του.
* * *
Δεκαεπτά ετών φεύγει από το χωριό με την ευχή των γονέων του, και έρχεται στην Αθήνα για να εργασθεί. Αρχικά εργάσθηκε στο εργοστάσιο ποτοποιίας του αδελφού της μητέρας του.
Εκεί κάποιος συνάδελφος του του μίλησε για τον π. Ιγνάτιο Κολιόπουλο, εφημέριο στον Ιερό Ναό της Χρυσοσπηλιώτισσας, και ιδρυτικό μέλος της αδελφότητας θεολόγων η «Ζωή», άγιο Ιερομόναχο, τον όποιο ο Αντώνης είχε έκτοτε Πνευματικό του. Πήγαινε συχνά και τον έβρισκε. Τον ευλαβείτο πολύ και έκανε απόλυτη υπακοή στις συμβουλές του. Ζούσε την πνευματική ζωή με πολλή φλόγα. Ήταν σεμνός, αυστηρός στον εαυτό του και προσεκτικός στη ζωή του.
Στην εργασία του ήταν υποδειγματικός. Πρόθυμος, εργατικός, ευγενικός, ακέραιος. Σέρβιρε τους πελάτες, αλλά εκείνος ούτε κάν δοκίμαζε.
Ήταν πολύ φιλακόλουθος. Την Κυριακή το πρωί πριν ακόμη ξημερώσει, ξεκινούσε από το Κουκάκι πού έμενε, και πήγαινε με τα πόδια στη Χρυσοσπηλιώτισσα, στην όδό Αιόλου, όπου λειτουργούσε και μιλούσε ο π. Ιγνάτιος. Ήθελε να προλάβει ν’ ακούσει τον Εξάψαλμο. Ρουφούσε κυριολεκτικά τα δυνατά και πρακτικά κηρύγματα του π. Ιγνατίου. Το απόγευμα έτρεχε στη Μητρόπολη να ακούσει το κήρυγμα του π. Σεραφείμ Παπακώστα… .
Πέρα από την προσωπική πνευματική καλλιέργεια εις βάθος -μέ τον εκκλησιασμό, τη μυστηριακή ζωή, την ακρόαση κηρυγμάτων, τη μελέτη πνευματικών βιβλίων- οι νέοι εκείνοι εργάζονταν και ιεραποστολικά στα νοσοκομεία και στα κατηχητικά σχολεία… .
Δεν είναι τυχαίο ότι από την παρέα εκείνη των εργαζομένων οι δεκατρείς από τους δεκαέξι έγιναν άξιοι κληρικοί -αρχιερείς, ηγούμενοι, ιερομόναχοι, έγγαμοι ιερείς.
«Κοσμοκαλόγερε»! Του φώναξε κάποιος περνώντας έξω από το μαγαζί ένα απόγευμα. Και κείνος όχι μόνο δεν πειράχτηκε, αλλά ένιωσε πολλή χαρά γι’ αυτό.
Ο Αντώνιος είχε επιλέξει τον εν Χριστώ άγαμο βίο. Δεν τολμούσε όμως ούτε να σκεφθεί την Ιερωσύνη. Πίστευε ότι δεν είναι άξιος γι’ αυτήν.
Μια μέρα τον κάλεσε ο π. Σεραφείμ Παπακώστας και του μίλησε για την Ιερωσύνη. Είχε ακούσει από τον π. Ιγνάτιο τα καλύτερα λόγια για τον Αντώνη.
* * *
Μεσολάβησε όμως ο πόλεμος του 1940. Επιστρατεύθηκε και ο Αντώνης. Έκανε θερμή προσευχή να τον τοποθετήσουν σε τομέα πού δεν θα χρειαζόταν να πάρει όπλο, για να μπορέσει αργότερα να γίνει ιερεύς. Και ο Θεός τον άκουσε και τον διαφύλαξε. Ώς λοχίας στους μεταγωγείς και αργότερα ώς επιλοχίας της πυροβολαρχίας, πρόσφερε τον εαυτό του με υποδειγματική συνέπεια και αυταπάρνηση στο καθήκον του, με πνευματικότητα και καλωσύνη στους συστρατιώτες του.
Έξη μήνες στο μέτωπο. Προσεύχεται αδιάλειπτα και επιποθεί τη συμμετοχή στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Κάθε Κυριακή περπατούσε πολλά χιλιόμετρα πάνω στα Αλβανικά βουνά -άφού έπαιρνε πρώτα άδεια από το λοχαγό του- αναζητώντας στο πλησιέστερο χωριό Εκκλησία για να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει.
Κάποια μέρα μέσα στη φωτιά του πολέμου κι ενώ γύρω του χάλαγε ο κόσμος από τους όλμους και τα μυδράλια, γονατιστός σε μια χαράδρα έκανε θερμή προσευχή. «Κύριε, αν θέλεις να εργασθώ στην Εκκλησία Σου, φύλαξε με… Αν με σώσεις, δεν θα παραμείνω ώς υπάλληλος… δεν θα σταθώ ούτε στιγμή. Θα εργα σθώ με όλες μου τις δυνάμεις στο δικό Σου Αμπελώνα».
Ο Θεός τον αξίωσε να επιστρέψει και να ανακοινώσει στον Πνευματικό του π. Πολύκαρπο Ανδρώνη, διάδοχο του π. Ιγνατίου, τον πόθο του και την υπόσχεση του για ολοκληρωτική αφιέρωση. Εκείνος του συνέστησε να πάει στην Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας, υποτακτικός στο Γέροντα Σεραφείμ Ρηγόπουλο, Προηγούμενο της Μονής. «Παιδί μου, μήπως θέλεις να πάς πρώτα να δεις, να δοκιμάσεις αν σου αρέσει;» του είπε ο π. Πολύκαρπος. «Εφόσον μου το λέτε εσείς να πάω στην Αγία Λαύρα, εκεί θα πάω», απάντησε ο Αντώνης, χωρίς δισταγμό. Ο Πνευματικός θαύμασε την ταπείνωση και την υπακοή του νέου, και τον ευλόγησε.
Δεν στάθηκε καθόλου στις δελεαστικές προτάσεις του προϊσταμένου του: «τό μαγαζί δικό σου. Μή φύγεις». Ούτε στις ειρωνείες γνωστών και συγγενών: «πάει αυτός τρελλάθηκε! Ν’ αφήνει τέτοια καλή εργασία και να πηγαίνει στο Μοναστήρι».
Ή αδελφή του του έραψε τα πρώτα μοναχικά ενδύματα, και ένα πρωινό του Αυγούστου το 1941 ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Δεν πήγε ούτε στο χωριό ν’ αποχαιρετήσει τους γονείς του. Ώς καλός γεωργός είχε ήδη βάλει το χέρι στο άροτρο και δεν κοίταζε πίσω.
***
Ο Αντώνης αναζήτησε τον ιερομόναχο π. Σεραφείμ, ο όποιος ήταν ήδη ενημερωμένος και τον περίμενε. Ο Γέροντας Σεραφείμ ήταν όσιακή, σεβάσμια και πατερική μορφή. Ο Γέροντας Σεραφείμ εξαρχής όρισε τον Αντώνη διακονητή του. Έμενε στο ίδιο κελλί μαζί του. Με πολλή χαρά και προθυμία διάκονούσε ο Αντώνης το Γέροντα του, γιατί γνώριζε ότι μέσω εκείνου υπηρετούσε το Θεό.
Πολλές οι δυσκολίες για το δόκιμο από την πρώτη στιγμή της μοναχικής του ζωής. Είχε πάει με χαρά στο Μοναστήρι, συνάντησε όμως κάποια πνευματική χαλάρωση, λόγω του μή κοινοβιακού μοναχικού συστήματος. Το Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας ήταν τότε ιδιόρρυθμο. «Βρήκα εξωτερικές δυσκολίες πολλές, πάρα πολλές, όμως στο ιδανικό μου δεν είχα δυσκολίες. Ώς προς την κλήση μου ήμουν απέραντα ικανοποιημένος. Ήμουν εσωτερικά αναπαυμένος», έλεγε ο ίδιος αργότερα.
Ειχε πάει έτοιμος στο Μοναστήρι, καλλιεργημένος και με επίγνωση. Ήταν τόση η επίδοση του στους ασκητικούς μοναχικούς αγώνες, πού πολύ σύντομα -μέσα σ’ ένα χρόνο- έγινε Μοναχός με το όνομα Εύσέβιος και μετά από μία εβδομάδα Ιεροδιάκονος.
Οί παλαιοί Πατέρες της Λαύρας μιλούν για την ευλάβεια, την ταπείνωση, την υπακοή, το άδολο, την αγαθότητα και την αγάπη του π. Εύσεβίου προς όλους. Ο συμμοναστής του αείμνηστος π. Άνθιμος Δημακόπουλος, μετέπειτα ηγούμενος της Μονής, αφηγείται:
«Τον πρώτο καιρό πού ήρθε ο Αντώνης στη Λαύρα, ήταν «σημεΐον αντιλεγόμενον» μέσα στο Μοναστήρι, γιατί ειχε τις αυστηρές αρχές με τις όποιες ζούσε στην Αθήνα. Εμείς τον κοιτάζαμε άφ’ υψηλού. Είχε όμως υπομονή, και σε άλλαζε με τη στάση του…(όπως λέει σε απομαγνητοφωνημένη αφήγησή του στις 19 Ιανουαρίου 1996).
»Διέφερε από όλους μας. Γνώριζε καλά γιατί ήρθε στο Μοναστήρι… Εκείνος ήταν καλλιεργημένος και δίδαξε κι εμάς με τη ζωή του… Είχε συμπάθειαν θεάρεστον και εύσπλαγχνίαν άδολον. Αν έβλεπε ότι κάποιος δυσκολευόταν να πάει για μια διακονία, τον συνέτρεχε. Ήταν αεικίνητος… έτρεχε παντού να βοηθήσει, χωρίς να εξετάζει αν μια εργασία ήταν δικό του διακόνημα η κάποιου άλλου, όπως αναφέρει σε προφορική αφήγησή του στις 22 Ιουνίου 1995. Εκδήλωνε την αγάπη του και με λόγια και με έργα….
»Για όλα τα θέματα της Μονής και για τους μοναχούς, όταν αρρώσταιναν, εκείνος έτρεχε. Δεν πήγαινε άλλος. Όταν εϊχαμε κάποιο δύσκολο θέμα στο Μοναστήρι, εκείνον στέλναμε να το διεκπεραιώσει. Λέγαμε: «ό π. Ευσέβιος θα τα καταφέρει». Δεν άναβε. Δεν μπορούσαμε έμεΐς να τον μιμηθούμε…» όπως και πάλι ανέφερε σε αφήγησή του στις 22 Ιουνίου 1995.
Ο Γέροντας του τον αγαπούσε πολύ για την τέλεια υπακοή και την προθυμία του. Ξεψύχησε με το όνομα του π. Ευσεβίου στα χείλη του. «Ευσέβιε, παιδάκι μου, Ευσέβιε, παιδάκι μου», έλεγε.
«Τα τρία χρόνια υποταγής μου στο Γέροντα Σεραφείμ ήταν τα καλύτερα της ζωής μου. Δεν έκανα τίποτα το δικό μου και είχα απέραντη χαρά» έλεγε ο ίδιος αργότερα», νουθετώντας τις Μοναχές του.
Τον Οκτώβριο του 1943 εκοιμήθη ο Γέροντας του, και τον Δεκέμβριο ο π. Ευσέβιος έζησε το δράμα της εκτέλεσης των Πατέρων και της καταστροφής της Μονής από τους Γερμανούς.
Στις 13 Δεκεμβρίου έγινε η φρικτή εκτέλεση των 1300 Καλαβρυτινών και η πυρπόληση της πόλης από τους Γερμανούς. Ή είδηση δεν έφθασε στην Αγία
Λαύρα, διότι οι Γερμανοί είχαν κλείσει τις εξόδους και εισόδους. Όμως οι Μοναχοί από μέρες είχαν αρχίσει να κρύβουν τα πολύτιμα κειμήλια της Μονής. Στην προσπάθεια αυτή πρωτοστάτησε ο π. Ευσέβιος, ο όποιος ήταν τότε εκκλησιαστικός (νεωκόρος).
Το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου, αν και έπρεπε να σημάνει το τάλαντο κανονικά στις 4.30, εκείνος σήμανε στις 3.15. «Είχα μέσα μου μια πολύ κακή προαίσθηση… μια τρομερή ανησυχία. Σαν να έβλεπα μπροστά μου τους Γερμανούς να δρουν. Σήμανα μια ώρα νωρίτερα, όμως ούτε ο Ηγούμενος ούτε κανείς άλλος δεν μοϋ έκανε παρατήρηση». Έκ των υστέρων φάνηκε ότι αν εσήμαινε κανονικά, οι Γερμανοί θα τους έβρισκαν όλους μέσα στην Εκκλησία, και δεν θα γλύτωνε κανείς. Έτσι φώτισε ο Θεός τον π. Ευσέβιο, και χάρη σ’ εκείνον σώθηκαν οι περισσότεροι Πατέρες.
Στη θεία Λειτουργία εκείνο το πρωί κοινώνησαν όλοι. Είχε αρχίσει να ξημερώνει όταν βγήκαν από το Ναό. Συνάχτηκαν οι Πατέρες και συζητούσαν τί θα έπρεπε να κάνουν σε περίπτωση πού θα έρχονταν οι Γερμανοί στο Μοναστήρι. Ξαφνικά κάποιος φώναξε: «οί Γερμανοί στα κυπαρίσσια»!
Οί περισσότεροι Πατέρες έτρεξαν και κρύφθηκαν στο δάσος. Ο π. Ευσέβιος με κάποιον άλλον υποτακτικό και κάποιον δόκιμο μόλις πού πρόφθασαν να κρυφθούν κάτω από ένα μεγάλο πουρνάρι, πενήντα περίπου μέτρα πιο πέρα. Λίγο αν πήγαιναν προς τα κει οι Γερμανοί, θα τους έβρισκαν.
Έκεΐ, κάτω από το πουρνάρι, άκουγαν τις φωνές και τα γέλια των Γερμανών. Εντός ολίγου ολόκληρο το Μοναστήρι παραδόθηκε στις φλόγες. Ακούσθηκαν και πέντε μεμονωμένοι πυροβολισμοί. «Πολύ φοβούμαι για τους Πατέρες», ψιθύρισε ο π. Ευσέβιος στους άλλους δύο. Μετά από λίγο ακούσθηκαν οι Γερμανοί να φεύγουν χασκαρίζοντας.
Αφησαν να περάσει κάμποση ώρα. Βγήκαν από το πουρνάρι και προχώρησαν προς το Μοναστήρι πού καιγόταν ακόμα. Ήταν οι πρώτοι επιζώντες πού επέστρεφαν. Προπορευόταν ο π. Ευσέβιος. Εκεί κάτω από τον ιστορικό πλάτανο, τί να δει; Τέσσερις Πατέρες σκοτωμένοι, μαζί και ένας εργάτης της Μονής. Ποιος μπορεί να περιγράψει την οδύνη της ψυχής του; Χύνοντας άφθονα δάκρυα μετέφεραν οι τρεις τους με την κουβέρτα τους νεκρούς στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου.
Την άλλη μέρα ήλθε ο Ηγούμενος και οι άλλοι Μοναχοί πού είχαν κρυφθεί στο βουνό. Ενταφίασαν με βαθιά οδύνη τους εκτελεσθέντες Πατέρες.
Από το Δεκέμβριο έως τον Απρίλιο πού έφυγαν οι Γερμανοί, ο π. Ευσέβιος και οι άλλοι Μοναχοί διανυκτέρευαν στο δάσος. Την ήμερα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν τις χαμωκέλλες (κοτέτσια) του Μοναστηρίου, για να κατοικήσουν.
Παράλληλα ο π. Ευσέβιος πρωτοστατεί στα έργα της αγάπης στην προσπάθεια να βοηθηθούν οι χήρες και τα ορφανά των Καλαβρύτων. Οί μοναχοί έβαζαν στην άκρη ένα μέρος από τα τρόφιμα πού τους έδινε το Μοναστήρι, και ο π. Ευσέβιος τα συγκέντρωνε και τα πήγαινε στα Καλάβρυτα. Ο ίδιος έδινε όλο το μερίδιο του.
-Μην τα δίνεις όλα, του έλεγαν μερικοί. Αδυνάτισες πολύ, θα πεθάνεις.
-Εμείς οι μεγάλοι αντέχουμε. Τα παιδιά έχουν ανάγκη, απαντούσε.
Στηρίζει με την προσευχή του, το λόγο και την έμπρακτη αγάπη του μικρούς και μεγάλους. Ήταν ο παρήγορος άγγελος των ταλαιπωρημένων εκείνων υπάρξεων, πού ο πόνος, η ορφάνια, η φτώχεια, η πείνα και το κρύο τους έσπρωχναν στην απόγνωση. Περισσότερο όμως συμπονεί τα παιδιά.
Με την ευλογία του Ηγουμένου ξεκινά ένα πλούσιο κατηχητικό έργο στην περιοχή. Πηγαινοέρχεται με τα πόδια από το Μοναστήρι στα Καλάβρυτα και στα γύρω χωριά και κάνει κατηχητικό στα παιδιά. Δεν ήταν όμως μόνο ο κατηχητής τους. Στο πρόσωπο του σεμνού ιερομόναχου τα απορφανισμένα εκείνα παιδιά βρήκαν τον πατέρα, τον αδελφό, το φίλο. Όλοι τους σήμερα με δάκρυα ευγνωμοσύνης μιλούν για τον π. Ευσέβιο, τον κατηχητή και προστάτη τους στα δύσκολα παιδικά τους χρόνια.
«Κατεβαίνει τακτικά στα Καλάβρυτα, μας παρη-γορεί, σφογγίζει τα δάκρυα του πόνου μας με τα λόγια της αγάπης του, γράφει ο κ. Δ. Αγιαννιτόπουλος, δάσκαλος και κατηχητόπουλο τότε του π. Εύσεβίου. Μαζεύει ιδιαίτερα τα παιδιά, πότε ανάμεσα στα ερείπια της πυρπολημένης εκκλησίας μας, πότε σε κάποιο ερημοκκλήσι, και προσπαθεί με τα λόγια του Θεού να μας απαλύνει τον πόνο, να μάς δώσει λίγη ελπίδα και χαρά…
»Ο ζήλος του να μάς προσφέρει περισσότερα, να μάς δώσει περισσότερη χαρά, να μεγαλώσει μέσα μας την πίστη, πού είναι η «άγκυρα της ψυχής η ασφαλής και βεβαία» τον κάνει να πρωτοστατήσει το καλοκαίρι του 1946 να πάμε όλα τ’ αγόρια των Καλαβρύτων από 10 έως 16 περίπου ετών σε κατασκήνωση.
»Στην κατασκήνωση ήταν ο στοργικός πατέρας όλων μας… Για πολλούς από μάς η κατασκήνωση εκείνη έβαλε τα θεμέλια και σφράγισε τη μετέπειτα ζωή μας».
Παράλληλα αυτά τα χρόνια φοιτούσε και στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων. Λίγο αργότερα (από το 1948 έως το 1950) με τη δραστηριότητα και το ζήλο πού τον διέκριναν, έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην ανοικοδόμηση της Μονής….
Το 1951, έρχεται στην Αθήνα να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή. Χάρη στο ταπεινό του ήθος κατόρθωσε να μή διαγραφεί από τη Μονή της μετανοίας του. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του Αγιολαυριώτης ιερομόναχος.
Το 1952 χειροτονείται Πρεσβύτερος στον ιερό ναό της Καπνικαρέας από τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κυρό Αγαθόνικο.
Τον επόμενο κιόλας μήνα διορίζεται ώς εφημέριος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών, όπου, όπως ο ίδιος πίστευε, θα εργαζόταν μέχρι το τέλος των σπουδών του. Όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Τον προόριζε να γίνει παρηγοριά και στηριγμός των πονεμένων ανθρώπων στην Αθήνα, επί τρεις και πλέον δεκαετίες. Το ίδιο έτος ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Θεόκλητος, τον έκανε Πνευματικό, και του απένειμε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Έκτοτε ασκούσε το επίπονο έργο της πνευματικής πατρότητας μέχρι το τέλος της ζωής του.
«…Αυτή η τοποθέτηση του στο Ιπποκράτειο δίνει το στίγμα του Γέροντα: Να αποβεί στύλος και εδραίωμα, παρηγοριά και ενίσχυση των πονεμένων ανθρώπων…
»Το έργο του μακαριστού Γέροντα στο Ιπποκράτειο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Τέτοια προσφορά στο θυσιαστήριο και στην εξομολόγηση δε συναντούμε εύκολα. Όσοι έτυχε να νοσηλευτούν στό
Ιπποκράτειο σίγουρα θα ξεχάσουν κάποτε και τις νοσοκόμες πού τους υπηρέτησαν και τους γιατρούς πού τους θεράπευσαν. Τη γλυκεία μορφή του Γέροντα όμως κανένας ποτέ δε θα ξεχάσει. Αυτό το άκουσα από πολλούς…» γράφει ο π. Ευέλθων Οικονόμου στο άρθρο του «Αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Γιαννακάκης».
Τριανταπέντε σχεδόν χρόνια έζησε μέσα στο νοσοκομείο ο π. Ευσέβιος σαν ασκητής. Ήταν ένα άνθος της ερήμου μέσα στον κόσμο. Για να βρίσκεται συνεχώς κοντά στους αρρώστους, προτίμησε να μένει μέσα στο νοσοκομείο, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο πού του παραχώρησαν στην ταράτσα του παλαιού κτιρίου. Ήταν φτωχό και απέριττο… ο εξοπλισμός του ένα σιδερένιο κρεββάτι, ένα κομοδίνο νοσοκομειακό κι ένα τραπεζάκι. Χωρίς κάν βοηθητικό χώρο, χωρίς μόνωση, χωρίς θέρμανση.
Το φαγητό του όλα αυτά τα χρόνια ήταν νοσοκομειακό. Πολλές φορές έκλεινε η τραπεζαρία και έμενε νηστικός. Και όμως ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τροφή για κείνον ήταν η ανακούφιση, η χαρά και η πνευματική ωφέλεια των ασθενών.
Με σπάνια συναίσθηση ευθύνης, με αυταπάρνηση και ένθεο ζήλο, δόθηκε στη διακονία των πονεμένων. Στόχος και διαρκής μέριμνά του ήταν η θεραπεία της ψυχής και του σώματος με τα σωστικά μέσα της θείας χάριτος: την προσευχή, το λόγο του Θεού, τις ευχές της Εκκλησίας, και κυρίως τη συμμετοχή στη λατρευτική και Μυστηριακή ζωή. Διακαής πόθος του ήταν να εξομολογούνται και να κοινωνούν οι άρρωστοι. Επάνω σ’ αυτό το χρέος θυσιαζόταν.
Την ανεκτίμητη προσφορά του στο νοσοκομείο εξαίρει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.κ. Αμβρόσιος:
«Ο π. Ευσέβιος ηνάλωσε εαυτόν, εργαζόμενος ώς Εφημέριος μεγάλου Νοσοκομείου επί 24ώρου βάσεως! Ίσως είναι η μοναδική περίπτωσις νοσοκομειακού ιερέως, ο όποιος έζησε όλα αυτά τα χρόνια της διακονίας του σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο μέσα στο Νοσοκομείο, δίπλα στους θαλάμους των ασθενών, πολύ κοντά όχι μόνο στον άρρωστο, αλλά και στον ιατρό και στο νοσηλευτικό προσωπικό. Ήμερα και νύκτα τα βογγητά των πονεμένων ήσαν η μόνιμη συντροφιά του. Αλλά συγχρόνως και το διαρκές ερέθισμα για εκτενείς δεήσεις, για αδιάλειπτη προσευχή και για μια αδιάκοπη προσφορά υπηρεσιών… Ζυμώθηκε με τον πόνο! Και αγάπησε τον πονεμένο!»
Εφάρμοζε την προσωπική ποιμαντική επικοινωνία με τους ασθενείς. Περνούσε καθημερινά από όλους τους θαλάμους, πλησίαζε τον κάθε άρρωστο και προσπαθούσε να τον βοηθήσει πνευματικά.
Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως των ψυχών, της αγάπης και της διακρίσεως. Ήταν ο χαρισματούχος Πνευματικός. Διέβλεπε τον πνευματικό κόσμο των ασθενών και πολλές φορές μ’ ένα του λόγο τους έφερνε σε μετάνοια. Οί άρρωστοι, ακόμη και οι πιο δύσκολοι, εξομολογούνταν -οί περισσότεροι για πρώτη φορά. Μόνο οι αιρετικοί δεν δέχονταν. Είναι χιλιάδες οι ψυχές πού αναγεννήθηκαν κάτω από το πετραχήλι του Γέροντα όλα αυτά τα χρόνια. Και γύριζαν στα σπίτια τους νέοι άνθρωποι, ζώντας την εν Χριστώ ζωή, χάρη στην εργασία πού έκανε ο π. Ευσέβιος στην ψυχή τους. Είτε έφυγαν έτοιμοι για τον Ουρανό.
Ζυμωμένος με τη θεία Λατρεία στο Μοναστήρι, φρόντισε να εισαγάγει τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας στο νοσοκομείο, το όποιο δεν είχε αρχικά ναό.
Τελεί το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου κάθε Τετάρτη μέσα στους θαλάμους, την ακολουθία του Αγιασμού κάθε πρώτη του μηνός και την Παράκληση της Παναγίας κάθε Παρασκευή στους διαδρόμους των τμημάτων του νοσοκομείου. Ακούραστος σε προσφορά είχε καθιερώσει την περιφορά και λιτάνευση της εικόνος σε όλο το νοσοκομείο κατά τις μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του Αγίου Λουκά, του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή, του Σταύρου κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταύρου. Περνούσε από κάθε κλίνη. Τα Θεοφάνεια άγιαζε προσωπικά τον κάθε άρρωστο και όλο το νοσο-κομείο, και την Μεγάλη Τετάρτη έχριε όλους τους ασθενείς με το Άγιο έλαιο. Και όλα αυτά, για να παρηγορούνται και να χαίρονται οι ασθενείς….
Την παραμονή κάθε θείας Λειτουργίας ο π. Ευσέβιος ετοίμαζε το ναό με τη βοήθεια ευλαβών αδελφών και διοικητικών υπαλλήλων του νοσοκομείου. Με περισσή επιμέλεια ευπρέπιζε το Τερό. «Ενα καινούργιο τραπέζι χρησίμευε ώς Λγία Τράπεζα και ένα άλλο μικρότερο ώς αγία Πρόθεση. Λειτουργούσε με Αντιμήνσιο.
Ο ταπεινός διάδρομος χάρη στην αγιωσύνη του Αγιολαυριώτη Ιερομονάχου μετατρεπόταν σε επίγειο ουρανό. Ασθενείς πολλοί κατέβαιναν εκεί να εκκλησιασθούν, ιατροί, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό, εργαζόμενοι νέοι και φοιτητές πού έψαλλαν.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.κ. Αμβρόσιος γράφει σχετικά:
«Κατά την διάρκεια της φοιτητικής μου ζωής (1956-1960), ώς φοιτητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχα την ευκαιρία να εκκλησιάζομαι συχνά σ’ ένα ιδιότυπο Ναό. Στο υπόγειο του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, και ακόμη πιο συγκεκριμένα, στο διάδρομο του Ακτινολογικού τμήματος, ο πολυσέβαστος π. Ευσέβιος Γιαννακάκης, Εφημέριος του Νοσηλευτικού εκείνου Ιδρύματος, κάθε Κυριακή πρωΐ τελούσε την θεία Λειτουργία… Νεαρός φοιτητής έτρεχα εκεί, διά να εκκλησιασθώ. Δεν ήτο η λαμπρότης του Ναού το ερέθισμα. Κίνητρο και ερέθισμα ήσαν η ταπεινή ψυχή του λειτουργού ιερέως! Ο π. Ευσέβιος ήτο δι’ εμέ ένας πνευματικός μαγνήτης! Ή αγία μορφή του και η εν γένει σεμνή λειτουργική του παράστασις απετέλουν δι’ εμέ ένα πρότυπο ζωής».
Χάρη στις προσευχές του και στις ακάματες προσπάθειες του, παρά τις αντιδράσεις, θεμελιώθηκε ο Ιερός Ναός του νοσοκομείου το Φεβρουάριο του 1958, σε καίρια γωνιακή θέση επί της Βασιλίσσης Σοφίας…. «Ή μεγάλη χαρά για το ναό εξουδετέρωνε το κρύο», όπως έλεγε ο π. Ευσέβιος. Ο Ναός εγκαινιάσθηκε το 1965.
Αργότερα, ο ίδιος και με εισφορές πνευματικών του τέκνων φρόντισε να κοσμηθεί ο Ναός με ωραίο σκαλιστό μαρμάρινο τέμπλο και θαυμάσιες αγιογραφίες.
Λειτουργούσε τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα το πρωί 4.30-7.30 π.μ., για να κοινωνήσουν εγκαίρως οι ασθενείς, και να προλάβει το προσωπικό του νοσοκομείου και άλλοι εργαζόμενοι και φοιτητές πού σύχναζαν εκεί, να εκκλησιασθούν. Κατέβαινε από τις τέσσερις για την προσκομιδή. Μνημόνευε αμέτρητα ονόματα. Όταν τελείωνε η θεία Λειτουργία ανέβαινε με το Άγιο Ποτήριο στους θαλάμους να κοινωνήσει στην κλίνη τους όλους εκείνους πού είχε εξομολογήσει και προετοιμάσει κατάλληλα.
Αδελφές του νοσοκομείου και ιατροί ομολογούν ότι πολλάκις συνέβη, όταν μετέβαινε ο π. Ευσέβιος να κοινωνήσει κάποιον άρρωστο, εκείνος να έχει πέσει σε κώμα. Τον βεβαίωναν ότι δεν έχει πλέον καμιά επικοινωνία. Ο π. Ευσέβιος αμίλητος πλησίαζε τον ασθενή, τον σταύρωνε με το Άγιο Ποτήριο, τον προσφωνούσε με το όνομά του και τον καλούσε να πάρει το Χριστό, «τό Μεγάλο Γιατρό». Εκείνος άνοιγε τα μάτια του, προς έκπληξη των παρευρισκομένων, έκανε το σταυρό του και κοινωνούσε με πόθο τα Άχραντα Μυστήρια. Ανελάμβανε από την ασθένεια του παρ’ ελπίδα και μετά από λίγες μέρες αναχωρούσε για το σπίτι του. «Νά, η δύναμις των Μυστηρίων, η δύναμις της Εκκλησίας μας», έλεγε χαρακτηριστικά ο π. Ευσέβιος δίνοντας δόξα στο Θεό….
Διακονούσε στο Μυστήριο της σωτηρίας των ανθρώπων με όλη του την ύπαρξη. Γι’ αυτό το σκοπό υποβαλλόταν σε κάθε θυσία. Κοιμόταν δύο, τρεις η το πολύ τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Μερικές φορές και καθόλου. Συνέβη, επιστρέφοντας στις 3.30 μετά τα μεσάνυκτα, από αγρυπνία πού είχε τελέσει στο Μοναστήρι του στον Ωρωπό, να εξομολογήσει κάποιον άρρωστο, πού μόλις τότε το είχε αποφασίσει, και πού το πρωί θα έμπαινε στο χειρουργείο. Δύο ώρες κράτησε η Εξομολόγηση. Ήταν ήδη έξι το πρωί, όταν ο Γέροντας έμπαινε στο κελλί του. Σε λίγο θα άρχιζε μια καινούργια ήμερα με το δικό της φόρτο εργασίας. Ε κείνος όμως δόξαζε το Θεό για τη μετάνοια και τη σωτηρία αυτής της ψυχής. Δεν υπολόγιζε τον κόπο. Άλλωστε, όπως συνήθιζε να λέει, «ή κούρασις ξεκουράζει»!
Επί είκοσι περίπου χρόνια (1967-1986) εξομολογούσε τα κωφάλαλα παιδιά της Σχολής Κωφών και Βαρυκόων στους Αμπελοκήπους, και λειτουργούσε κατά διαστήματα στον Άγιο Λουκά, από το 1960 έως το 1986 για να κοινωνήσουν. Έπί δώδεκα περίπου έτη εξομολογούσε τις σπουδάστριες στη Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών στους Αμπελοκήπους και λειτουργούσε σε μια αίθουσα της Σχολής για να κοινωνήσουν. Την ϊδια επίσης πνευματική διακονία έκανε και στη Σχολή Μαιών κοντά στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα.
Ακτήμων σε όλη του τη ζωή και αφιλοχρήματος ο π. Ευσέβιος ουδέποτε απέκτησε κάποιο περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και ούτε είχε ποτέ βιβλιάριο καταθέσων σε επίγειες τράπεζες. Βοηθούσε οικονομικά τους άπορους ασθενείς. Συνήθιζε να τοποθετεί διακριτικά κάτω από το προσκέφαλο τους ένα φακελάκι με χρήματα.
Ή μαρτυρία του κ. Μ. Καρβελά -προϊστάμενου τότε της οικονομικής υπηρεσίας του Ιπποκράτειου, και στη συνέχεια διευθυντού στα νοσοκομεία Συγγρού και Γενικό Κρατικό- είναι αποκαλυπτική:
«Μπορείτε να φαντασθείτε έναν π. Ευσέβιο εντελώς ανάργυρο; Μισθό δεν πήρε ποτέ από το ταμείο του νοσοκομείου, τουλάχιστον μέχρι το 1957 πού ήμουν εγώ εκεί. Είχε συνεννοηθεί με τον ταμία, ο όποιος πλήρωνε στους έχοντας ανάγκη ασθενείς διάφορα ποσά από το μισθό του π. Ευσεβίου με σημειώματα του ιδίου. «Ετσι, πολύ συχνά ο μισθός του είχε ήδη εξαντληθεί πριν από την ήμερα της πληρωμής. Ή κοινωνική υπηρεσία του νοσοκομείου είχε το Γέροντα σαν σανίδα σωτηρίας για τα οικονομικά προβλήματα των ασθενών.
»Τα χρήματα πού του έδιναν οι πιστοί για το έργο του δεν τα κρατούσε. Όριζε πρόσωπα, συνεργάτες, διαχειριστές. Έτσι, μου έλεγε, αισθάνομαι ελεύθερος». Όταν είχε χρήματα ήταν σαν να τον ενοχλούσαν…»
* * *
Έπί τρεις και πλέον δεκαετίες το Ιπποκράτειο υπήρξε καταφύγιο ψυχών και πολυσύχναστη πνευματική κυψέλη, χάρις στην αγιωσύνη του Γέροντα. Σύχναζαν εκεί οι φιλακόλουθοι, οι φιλομόναχοι και πολλές χριστιανικές οικογένειες… νέοι δε πάρα πολλοί, εργαζόμενοι και φοιτητές.
Στο ναό του Αγίου Λουκά τελούνταν κανονικά όλες οι ιερές ακολουθίες, Θείες Λειτουργίες και συχνά αγρυπνίες. Το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο έγινε μια όαση πνευματική στην έρημο της Αθήνας, λιμάνι όχι μόνο για τους ασθενείς και τους οικείους τους, αλλά και για χιλιάδες ψυχές πού έβρισκαν εκεί τον διακριτικό εξομολόγο, το χαρισματούχο Γέροντα, τον αφοσιωμένο Λειτουργό.
Εκτός από την Εξομολόγηση των ασθενών αφιέρωνε πολλές ώρες της ημέρας στην Εξομολόγηση των εξωτερικών πού καθημερινά πλήθαιναν. Εξομολογούντο κοντά του άνθρωποι κάθε ηλικίας και τάξεως. Επιστήμονες και άνθρωποι ολιγογράμματοι, φοιτητές και φοιτήτριες, εργαζόμενοι νέοι, ηλικιωμένοι και παιδιά, όλοι αναπαύονταν κοντά του. Κληρικοί όλων των βαθμών και μοναχοί τον είχαν Πνευματικό τους.
Ο διακριτικός Γέροντας «έβλεπε» βαθειά στην ψυχή του εξομολογουμένου. «Εκανε τη σωστή διάγνωση και εφάρμοζε την κατάλληλη θεραπεία. Ήταν επιεικής, αλλά και αυστηρός εκεί πού έπρεπε.
Ο π. Ευσέβιος δεν ήταν απλώς ο εξομολόγος και πνευματικός οδηγός των πιστών πού κατέφευγαν κοντά του ήταν αληθινός Πατέρας. Ή αγάπη του για τα πνευματικά του παιδιά ξεπερνούσε τα ανθρώπινα όρια. Όλοι τον εμπιστεύονταν και τον έκαναν κοινωνό των προβλημάτων τους. Ο π. Ευσέβιος τα ένιωθε και τα ανελάμβανε σαν δικά του.
Μεγάλη ευλογία ερχόταν σε όλους με την προσευχή του. Προβλήματα δυσεπίλυτα, προσωπικά η οικογενειακά, έπαιρναν καλή πορεία και τακτοποιούνταν. Ή συμμετοχή του στα προβλήματα των πνευματικών του τέκνων δεν περιοριζόταν μόνο στην προσευχή. Συμπαραστεκόταν άμεσα και από κοντά.
Ώς γνήσιος Πατέρας στήριζε όχι μόνο ηθικά αλλά και υλικά τους νέους πού σπούδαζαν. Έδινε συχνά χρήματα σε φοιτητές, ανεξαρτήτως αν ήταν η όχι πνευματικά του τέκνα. «Ευλογία, ευλογία, έλεγε, και μην το πεις σε κανέναν… Όταν έχεις ανάγκη παιδί μου, εδώ να έρχεσαι». Τους έδινε ακόμη και το φαγητό του. Είχε νοικιάσει μαζί με τον παλαιό συμμοναστή του αρχιμανδρίτη π. Ηλία Τσακογιάννη, μετέπειτα Μητροπολίτη Δημητριάδος, ένα σπίτι, κοντά στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, για να στεγάζονται φοιτητές από την επαρχία.
Ο άγιος Γέροντας, ώς πνευματικός Πατέρας, ήταν ανεξάντλητος στην προσφορά αγάπης προς τις οικογένειες. Δεν περιοριζόταν μόνο στην πνευματική καθοδήγηση, αλλά στήριζε και υλικά τις οικογένειες πού είχαν ανάγκη. Επί χρόνια ολόκληρα πλήρωνε το ενοίκιο άπορων οικογενειών. Και με πολλή στοργή περιέβαλλε παιδιά ορφανά από πατέρα η μητέρα. Φρόντιζε για όλες τις ανάγκες τους.
Σ’ όλη του τη ζωή τόνιζε την αναγκαιότητα του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως. «Άριστο είναι να έχει όλη η οικογένεια ένα Πνευματικό πατέρα» έλεγε, πού να γνωρίζει τα θέματα της και να προσεύχεται, και με την ευλογία του όλα τα μέλη να κοινωνούν συχνά των Αχράντων Μυστηρίων. Εκεί είναι η χαρά και η ειρήνη.
Ο π. Ευσέβιος είχε το χάρισμα της ιεραποστολής από το Θεό. Ο ζήλος για την οικοδομή και τη σωτηρία των συνανθρώπων του τον κατέτρωγε. Το να «ευαγγελίζεται» ήταν ανάγκη της ψυχής του. Γι’ αυτό και δεν άφησε κενό σε όλη του τη ζωή στο έργο της πνευματικής σποράς. Από το 1958 μέχρι το τέλος της διακονίας του στο νοσοκομείο, λειτουργούσαν Κατηχητικά Σχολεία (Κατώτερο, Μέσο και Ανώτερο) και κύκλοι νέων και νεανίδων στον Άγιο Λουκά.
Ο π. Ευσέβιος ήταν πολύ αυστηρός στην προσωπική του ζωή, ασκητικός και αθόρυβος. Έν τούτοις είλκυε κοντά του πλήθος νέων ανθρώπων, οι όποιοι τον αγαπούσαν και έτρεφαν προς το πρόσωπο του απέραντο σεβασμό και αφοσίωση. Ήταν ο φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα παιδαγωγός.
Ο Μητροπολίτης Ύδρας κυρός Ιερόθεος, ο ασκητικός εκείνος Ιεράρχης, έγραφε:
«Ή πραεία μορφή του. η ταπεινή καρδία του, η πλήρης αγάπης προσωπικότης του, η κατανυκτική ατμόσφαιρα την οποία εδημιούργει περί το πρόσωπον του, η χάρις των καθημερινών μυσταγωγιών είλκυον ώς μαγνήτης πλήθος πιστών, νέων έπί το πλείστον, και ο κύκλος των αφοσιωμένων εις αυτόν πνευματικών τέκνων διαρκώς διηυρύνετο… Ο π. Ευσέβιος είχεν επιτύχει, παρά το φιλέρημον και εσωστρεφές ήθος του, να διανοίξει -θαυμάσιον επίτευγμα- δρόμους και ορίζοντας φωτεινούς και θεαυγείς διά την νεότητα, η οποία τον ηκολούθει με απόλυτον εμπιστοσύνην».
Οί κατά καιρούς διευθυντές της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής συνιστούσαν στους ιεροσπουδαστές να πηγαίνουν στον π. Ευσέβιο για Εξομολόγηση και πνευματική καθοδήγηση. Για χάρη τους ο Γέροντας έκανε σύναξη κάθε Πέμπτη απόγευμα, πού είχαν έξοδο από τη σχολή τους. Είναι πάρα πολλοί οι ιερείς οι όποιοι κατά την περίοδο των σπουδών τους μαθήτευσαν «παρά τους πόδας» του π. Ευσεβίου, ο οποίος καλλιέργησε μέσα τους το γνήσιο Ορθόδοξο ήθος και εκκλησιαστικό φρόνημα.
Πολλοί νέοι, σήμερα Ιεράρχες της Εκκλησίας μας, ιερομόναχοι και πρεσβύτεροι, σύχναζαν ώς φοιτητές στο Ιπποκράτειο. Ο π. Ευσέβιος ήταν το ιερό πρότυπο τους. Ο π. Ευσέβιος αξιώθηκε από το Θεό να προσφέρει στην Εκκλησία πολλά πνευματικά του τέκνα, στην ψυχή των οποίων είχε εργασθεί για την καλλιέργεια του ιερατικού ζήλου.
Με τη χάρη του Θεού το Ιπποκράτειο είχε γίνει έπί τρεις δεκαετίες φυτώριο ιερατικών και μοναχικών κλίσεων.
πηγή: Σύντομο βιογραφικό και πατρικές νουθεσίες του πολυχαρισματούχου Γέροντος Ευσεβίου Γιαννακάκη (1910-1995), ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσσαλονίκη 2009

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Ο ΟΣΙΟΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1520. Από μικρός «καταλείψας πατέρα και μητέρα, συγγενείς και φίλους, ευθύς είς ασκητικούς αγώνας εαυτόν έδωκε και νέος κατά πολλά την ηλικίαν γέροντος γνώσιν απέκτησεν».
Το 1537 ήλθε στη μονή Διονυσίου, όπου ασκήθηκε υπεράνθρωπα επί συνεχή 68 έτη, δίχως ποτέ να εξέλθει από αυτή. Αγωνίσθηκε σ' ένα μικρό σπήλαιο-κελλί, παρά το «δοχειό» της μονής. Ήταν πλουτισμένος ο χαριτωμένος όσιος με διορατικό και προορατικό χάρισμα. «Πλήρης γενόμενος ο άγιος και απ΄ αυτά τα θεία χαρίσματα προέβλεπε σαφέστατα τους διαλογισμούς και τας πράξεις των προς αυτόν ερχομένων. Εκείνοι δε μανθάνοντες παρά του οσίου τα κρύφια της καρδίας των επρόκοπταν εις την άσκησιν και πολλοί απ' αυτούς εσώθησαν».
Προείδε το τέλος του και αναπαύθηκε ειρηνικά μετά μικρή ασθένεια στις 16 Μαρτίου 1605. Μετά την ταφή του και κατά την ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του, «βλέπουσιν οφθαλμοφανώς οι αδελφοί το οσιακόν εκείνο σώμα πανταχόθεν βλύζον άγιον μύρον». Γι' αυτό καλείται Μυροβλύτης.
Είναι άγνωστος ο βιογράφος του, ο όποιος τον βίο έγραψε μάλλον λίγο μετά την κοίμηση του οσίου. Ο κατά πλάτος βίος σώζεται σε χειρόγραφο της μονής και πρόκειται για παράφραση του πρωτοτύπου βίου.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ ΤΟΥ ΜΠΑΣΙΑ

 Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΑΓΗΣ ΜΠΑΣΙΑΣ

Α) Μικρὸς τόπος τὸ Ληξοῦρι. Ντόπιος ὁ παπᾶ-Παναγῆς. Ἐγνώριζε μὲ ἀκρίβεια τοὺς κατοίκους καὶ τὶς ἀνάγκες των, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, τὶς ὁποῖες καὶ προλάβαινε. Ἀναφέρεται ὅτι μιὰ χειμωνιάτικη νύχτα, κάποιος φτωχὸς ἱερεύς, εἶχε ἑτοιμόγενη τὴν πρεσβυτέρα του, ἀλλὰ δὲν εἶχε χρήματα γιὰ τὰ ἀναγκαία τοῦ σπιτιοῦ καὶ τὴν θέρμανσι. Σὲ αὐτὴν τὴν ὥρα τῆς δυσκολίας, κτυπάει ἡ θύρα καὶ ἐμφανίζεται ὁ παπᾶ-Παναγῆς καὶ τοῦ προσφέρει ἕξι μεξικάνικα τάλληρα καὶ τοῦ λέει: Πήγαινε νὰ ἀγοράσεις ὅ,τι ἔχεις ἀνάγκη. Αὐτὴν τὴν ὥρα τρέχει νὰ βρεῖ ἀνοικτὸ μαγαζί. Καὶ πράγματι βρίσκει κάποιον, καὶ τοῦ δίνει τὸ τάλληρο. Ὁ μαγαζάτορας ἔκπληκτος ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ τάλληρο ἦταν δικό του. Καὶ ὁμολογοῦσε μὲ ἀπορία πῶς ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς ἐγνώριζε τὴν κρύπτη καὶ τὰ πῆρε, ποὺ μόνος αὐτὸς γνώριζε. Ἀλλὰ ἦταν καὶ στενοχωρημένος, διότι τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἔπαιρνε, εἶπε στὸν ἰδιοκτήτη ὅτι πρέπει νὰ προετοιμασθῆ, νὰ ἐξομολογηθῆ, καὶ νὰ κοινωνήση, διότι πιθανὸν σὲ δέκα μέρες νὰ μὴν ὑπάρχει στὴν ζωή. Πράγματι, ὕστερα ἀπὸ δεκαπέντε μέρες, προετοιμασμένος ὅμως ὁ παντοπώλης ἐκοιμήθη.
Ἄς σημειωθῆ, ὅτι ἦταν τόσο τὸ κῦρος τοῦ παπᾶ-Παναγῆ, ὥστε κανεὶς δὲν τὸν ἠμπόδιζε νὰ πάρει ὅ,τι ἤθελε. Τὸ θεωροῦσαν εὐλογία νὰ μπεῖ στὸ σπίτι ἤ στὸ κατάστημα. Ποιος μποροῦσε νὰ ἀντισταθεῖ στὴν φλογερὴ ἀγάπη του. Πόσο διδάσκει τοὺς σημερινοὺς κληρικούς, τὸ παράδειγμα τῆς ἀνιδιοτέλειας καὶ διακονίας. Εἶναι ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς τοῦ ἱερέως. Εἶναι δὲ πρακτικὴ ἀπόδειξις πίστεως στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι συνέτρεχε στὶς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν του χριστιανῶν ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς.

Β) Κάποιος κρεοπώλης, πῆγε στὴν στάνη ἑνὸς τσοπάνου καὶ ἀγόρασε τὰ ἀρνιά του. Μὲ ἐπιτηδειότητα πέταξε ἀζύγιαστα πρὸς τὸ μέρος του δύο ἀρνιά, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῆ ὁ βοσκός. Ὅταν γύρισε στὸ Ληξοῦρι, ἔρχεται ὁ παπᾶ-Παναγῆς καὶ λέει στὸν κρεοπώλη: Πιάσε αὐτὸ καὶ αὐτὸ τὸ ἀρνί· καὶ τοῦ ἔδειξε τὰ κλεμμένα. Τὰ ἔχασε ὁ κρεοπώλης. Τὸν διέταξε νὰ σφάξη τὰ ἀρνιά, καὶ νὰ μοιράσει τὸ κρέας δωρεὰν στοὺς πτωχούς, διότι αὐτὰ δὲν τὰ ζύγιασε, οὔτε τὰ πλήρωσε, καὶ δὲν τοῦ ἀνῆκαν. Ὡμολόγησε τὴν κλεψιὰ ὁ κρεοπώλης καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἶπε.
Γ) Τὸ 1850 φοβερὴ ἐπιδημία χολέρας ἔπεσε στὸ Ληξοῦρι. Φόβος καὶ τρόμος εἶχε καταλάβει τοὺς ζωντανούς, διὰ τοὺς χολερικοὺς πεθαμένους. Εἰδικὰ συνεργεῖα ἔπεραν τοὺς νεκρούς, καὶ τοὺς ἔθαπταν στὰ Λέπεδα στὴν Ἅγία Ἄννα. Ποῦ λόγος γιὰ κηδεία αὐτὲς τὶς ὥρες στοὺς χριστιανούς. Ἀγώνας νὰ φύγη τὸ θανατικὸ ἀπὸ ἀνάμεσά τους. Νὰ ὅμως καὶ ἕνας ποὺ στάθηκε κοντὰ στοὺς χολεριῶντας. Ὁ παπᾶ-Παναγῆς. Ὅσους μποροῦσε τοὺς ἔψαλλε τὴν νεκρώσιμον Ἀκολουθίαν. Ὅσους δὲν πρόφταινε πήγαινε τὴν νύκτα μὲ τὸ λαδοφάναρό του καὶ διάβαζε στὰ μνήματα τὸ νεκρώσιμον τρισάγιον. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀστυνομικοὺς βλέποντας τὸ φῶς, νόμισαν πὼς εἶναι τυμβωρύχοι καὶ φύλαξαν νὰ τοὺς συλλάβουν. Τί ἔκπληξις ὅμως σὲ αὐτοὺς ὅταν ἀντίκρυσαν τὸν παπᾶ-Παναγῆ μὲ τὸ πετραχήλι νὰ προσεύχεται διὰ τοὺς κοιμηθέντας χριστιανούς. Πῶς ἕναν τέτοιο ἱερέα νὰ μὴν ἀκολουθῆ ὁ λαός.
Δ) Κάποιος νέος εὐσυνείδητος, εἶχε συνεταιρισθὴ μὲ ἕναν μεγαλέμπορο μὲ τὸν ὁποῖον συνεργάζοντο ἁρμονικά. Κρατοῦσε ὅμως ἐλάχιστα χρήματα κρυφὰ ἀπὸ τὸν συνεταῖρον, μὴν τυχὸν κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν βρεθῆ ἐλλιπής. Ὅταν ἐξομολογήθη στὸν ἱερέα του δὲν φανέρωσε τὴν παράβαση αὐτήν, καὶ αὐτὸ τὸν ἔκανε ἀνήσυχο. Φίλος του, ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὸ συμβάν, τὸν παρακίνησε νὰ ἐξομολογηθὴ στὸν Ἅγιο Παναγῆ Μπασιᾶ. Ὁ νέος ἐδέχθη καὶ πῆγαν μαζί. Ὁ φίλος πλησιάζει τὸν Ἅγιο Παναγῆ καὶ τοῦ ὁμιλεῖ διὰ τὸν νέον ὅτι θέλει νὰ ἐξομολογηθῆ. Ὁ Ἅγιος, σὰν διορατικὸς πνευματικός, πρὶν ἀκόμα ἀκούσει τὴν ἐξομολόγηση τοῦ νέου, τοῦ λέει: Ἡ ἐξομολόγησις πρέπει νὰ γίνεται ἀληθινή, καὶ νὰ μὴν κρύπτεται τίποτα. Τὰ χρήματα εἶναι διὰ τὰς χρείας. Ὁ νέος ποὺ παρακολουθοῦσε τὴν συνομιλία καὶ ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου πνευματικοῦ, κατανόησε τὴν αἰτία τῆς ταραχῆς του. Ἐξομολογήθη καθαρά, καὶ ἐφανέρωσε στὸν συνέταιρό του τὴν ἐκτροπὴ καὶ εἰρήνευσε.
Ε) Ὁ Μητροπολίτης (πιθανὸν ὁ Σπυρίδων Κοντομίχαλος), ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα ἑτοιμαζόταν νὰ πάη τὴν ἑπομένη στὸ Ληξούρι νὰ συναντήση τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ, νὰ συζητήση καὶ νὰ ἐξομολογηθῆ. Εἶπε στὸν συνοδό του, πρωί πρωί, νὰ βρίσκεται στὴν μητρόπολι, διότι θὰ πάνε κάπου χωρὶς νὰ τοῦ προσδιορίση τὸν τόπο. Πέρασε ἡ βραδυά. Λίγο πρὶν ξημερώσει, χτυπὰ ἡ θύρα τῆς ἐπισκοπῆς, καὶ ἐμφανίζεται ὁ ἱερεὺς Παναγῆς Μπασιᾶς. Βάζει μετάνοια στὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ λέει: Νὰ ἦρθα. Δὲν εἶναι σωστό, ὁ Ἀρχιερέας νὰ πηγαίνη στὸν ἱερέα, ἀλλὰ ὁ ἱερεὺς στὸν Ἀρχιερέα. Τί μὲ θέλεις;
ΣΤ) Κάποιος διάσημος ἱεροκήρυξ μὲ γνῶσι πολλὴ καὶ εὐγλωττία, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐγωϊσμό, ἐπισκέφθηκε τὸ Ληξούρι διὰ νὰ συναντήση, νὰ γνωρίση καὶ ἐξομολογηθῆ στὸν Ἅγιο Παναγῆ. Πήγαινε στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα, στὸ Πλατὺ Γυαλό. Λίγο πρὶν φθάσει ὁ ἱεροκήρυξ στὸ μοναστήρι, ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς ἔφυγε ἀπὸ τὸ κελλί του καὶ τράβηξε κατὰ τὴν μονὴ Κεχριῶνος. Τὸν ἀνεζήτησε, καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι μόλις ἔφυγε. Πράγματι, τὸν εἶδε ποὺ ἐβάδιζε καὶ τὸν ἀκολούθησε. Ἔφθασε στὸν Κεχριῶνα, ἀλλὰ δὲν στάθηκε ἐκεῖ, προχώρησε πρὸς τὰ πάνω. Ὁ ἱεροκήρυξ τὸν ἀκολούθησε ταχύνοντας τὸ βῆμα ἀλλὰ ἀδύνατον νὰ τὸν φθάση. Κουρασμένος καὶ ἀπωκαμωμένος τοῦ φωνάζει: Γέροντα, θέλω νὰ σὲ ἰδῶ νὰ τὰ ποῦμε. Καὶ ὁ Ἅγιος γυρίζει καὶ τοῦ λεει: Πήγαινε, πήγαινε νὰ λειτουργᾶς καὶ νὰ κηρύττης τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ ταπείνωσι· καὶ συνέχισε τὸν δρόμο του. Ὁ ἱεροκήρυξ μὴ μπορῶντας νὰ ἀκολουθήση γύρισε διδαγμένος. Τὰ λόγια τοῦ Πνευματικοῦ, ἔγιναν ἡ σωτηρία του.
Ζ) Ὁ κ. Παῦλος Δελλαπόρτας, τέως εἰσαγγελεύς, ἔγραψε πρὸς ταὸν Σεβασμιώτατον Προκόπιον:
Σᾶς ἀναφέρω ἕνα σπουδαιότατον περιστατικόν, προφητικῆς ἐνοράσεως τοῦ Ὁσίου, ἀκριβῶς ὅπως τὸ ἀφηγήθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Γεώργιος Ξυδιᾶς ἐκ Ληξουρίου, κάτοικος Ἀθηνῶν, συνταξιουχὸς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἰδοῦ αὐτό:
Ἡ μάμη τοῦ κ. Ξυδιᾶ Χρυσάνθη, ἔχουσα σύζυγον τὸν Εὐστάθιον Τυπᾶλδον Ἀλφονσᾶτον ἐκ Ληξουρίου ἀντιεισαγγελέα ἐφετῶν εἰς Πάτρας, ἀπέμεινε χήρα εἰς νέαν ἡλικίαν μετὰ δύο τέκνων. Εἰς ἐπίσκεψίν του ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς τῆς εἶπε μὲ τὰ μονολεκτικὰ καὶ ἀσύνδετα λόγια του: Θὰ ξαναπαντρευτῆς. Δὲν θὰ ἀλλάξης ὄνομα. Ἕνα παιδί. Γιάννης. Ἐγώ.
Μετὰ πάροδον ἐτῶν ἡ χήρα Χρυσάνθη Τυπάλδου Ἀλφονσάτου, πράγματι ἐνυμφεύθη εἰς δεύτερον γάμον, συνεπώνυμον τοῦ ἀποθανόντος συζύγους της, τὸν Γεώργιον Τυπάλδον Ἀλφονσᾶτον καὶ τοιουτοτρόπως ἐπαλήθευσεν ἡ προφητικὴ ἐνόρασις τοῦ παπᾶ-Μπασιᾶ ὅτι θὰ ξαναπαντρευτῆ καὶ δὲν θὰ ἀλλάξει ὄνομα. Ἀλλὰ ἐπαλήθευσε καὶ ἡ λοιπὴ προφητεία, διότι μὲ τὸ δεύτερον σύζυγόν της ἀπέκτησε ἕνα μόνον παιδί, τὸ ὁποῖον ἐβάπτισεν ὁ ἴδιος ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς καὶ τὸ ὀνόμασε Ἰωάννην. Αὐτὰ ἐπροσήμανε μὲ τὰς λέξεις· ἕνα παιδί, Γιάννη, ἐγώ.
Η) Ὁ Ἀνδρέας Μεγαλογένης, πατέρας τῆς μετέπειτα ἡγουμένης Ἀγάθης τῆς Ἱ. Μ. Κορωνάτου, ἀπὸ τὸ Νεοχώριον Πάλλης, στὴν νεανική του ἡλικία ἦτο ἀτίθασος καὶ νευρικός. Ἤρχετο σὲ προστιβὲς μὲ τοὺς γονεῖς του ποὺ τὸν συμβούλευαν. Μιὰ μέρα, ἡ μητέρα του τοῦ ἔκανε μιὰ παρατήρηση. Ὁ νέος ὠργίσθη, ὡμίλησε ἄπρεπα στὴν μητέρα του καὶ ἀπὸ τὸν θυμό του παρασυρθείς, ἄπλωσε τὸ χέρι του καὶ τὴν ἔδειρε ἄσχημα. Ἡ μητέρα του πόνεσε, καὶ κλαίοντας τοῦ εἶπε: Τὴν κατάρα μου νὰ ἔχης.
Ὁ Ἄνδρέας, μετὰ τὸ γεγονός, ντύνεται καὶ μὲ τὸ ἄλογό του ξεκίνησε γιὰ τὴν χώρα. Ἐνῶ πλησίαζε στὸ Ληξούρι, συναντᾶ τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ καὶ κατὰ τὴν συνήθειαν κατέβηκε ἀπὸ τὸ ἄλογό του καὶ ἔσκυψε νὰ προσκυνήση τὸν ἱερέα λέγοντας: Προσκυνῶ ἅγιε δέσποτα.
Καὶ ὁ Ἅγιος Παναγῆς δὲν δέχτηκε τὸ προσκύνημα τοῦ Ἀνδρέα, ἀλλὰ μὲ ἔντονο τόνο τοῦ λέει: Τὴν μάνα σου, τὴν μάνα σου! Ἐπικατάρατο τὸ χέρι ποὺ κτυπᾶ τοὺς γονεῖς του. Γύρισε πίσω, καὶ ὅταν σὲ συγχωρέση ἡ μάνα σου, γύρισε στὸ Ληξούρι.
Τὰ ἔχασε ὁ Ἀνδρέας. Κανεὶς δὲν ἤξερε τὸ γεγονός. Πῶς τὸ ἔμαθε ὁ ἅγιος ἱερεύς; Ἦταν δὲ ὁ τόνος τέτοιος τοῦ ἱερέως, ποὺ δὲν ἔπαιρνε ἀντίῤῥησι. Ὁ Ἂνδρέας ἐπιστρέφει στὸ χωριό του καὶ διηγήθη στὴν μητέρα του τὸ περιστατικό, καὶ κλαίοντας ζητοῦσε συγγνώμην. Καὶ ἡ μητέρα του πονεμένη, τοῦ ἔλεγε: Καλὰ σοῦ ἔκανε ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς· ὄχι δὲν σὲ συγχωρῶ.
Ἂναγκάστηκε καὶ ἔμεινε στὸ χωριό. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες, ἡ μητέρα του τὸν συνεχώρησε, τοῦ ἔδωσε τὴν εὐχή της καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ Ληξούρι, ἀλλὰ με φόβο. Στὸν δρόμο τὸν συναντᾶ πάλι ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς καὶ προσκυνῶντας τοῦ λέει:
-Συγχώρα με ἅγιε δέσποτα!

-Εὐλογητὸς ὁ Θεός, καὶ ἄλλη φορά, τὴν μάνα σου νὰ μὴν τὴν πειράξης· τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ τὸν εὐλόγησε.
Ἔτσι δίδασκε τοὺς νέους ἔμπρακτα νὰ σέβονται τοὺς γονεῖς των.
Ποιος μπορεῖ λοιπόν, νὰ διορθώση τὴν ψυχὴ τοῦ κακοῦ ἀνθρώπου; Μόνον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ποῦ κατοικεῖ σὲ τέτοιο χαριτωμένο καὶ ἀφιερωμένο πρόσωπο σὰ τοῦ παπᾶ-Παναγῆ.
Θ) Ὁ Γεράσιμος Δρακόπουλος, ἄκουσε ἀπὸ τὸν πατέρα του τὰ ἑξῆς:
Εἰς τὸ Ἀργοστόλιον, ζοῦσε μιὰ οἰκογένεια ἀρχοντικὴ καὶ πολὺ πλουσία, ἥτις ἀπετελεῖτο ἀπὸ 4 ἄτομα, τὸν σύζυγον, τὴν σύζυγον καὶ δύο ἄῤῥενα τέκνα. Οἰκογένεια λίαν εὐσεβὴς καὶ ἐνάρετος, ἀκόμη περισσότερον ἡ κυρία, τῆς ὁποῖας ἡ ζωὴ ἦτο πλήρης ἀγαθοεργῶν πράξεων.
Μετὰ πάροδον ἐτῶν ἐκοιμήθη ὁ σύζυγος καὶ ἔμεινε ἡ χήρα μὲ τὰ δύο τέκνα της. Αὐτὴ ἐπεδόθη εἰς τὸ νὰ διαπαιδαγωγῆ καὶ νὰ νουθετῆ τὰ τέκνα της ἐπὶ τὸ χριστιανικώτερον, συνάμα ἐπεξέτεινεν ταὴν ἀνθρωπιστικὴν δρᾶσιν της, βοηθοῦσα κάθε πτωχόν, ἐπισκεπτομένη ἀσθενεῖς εἰς νοσοκομεῖον καὶ καταδίκους ἐν φυλακαῖς.
Ὅταν τὸ πρῶτο τέκνο της ἔφθασε εἰς ἡλικίαν 21 ἐτῶν, ἕνα βράδυ, καθήμενοι μετὰ τὸ δεῖπνον εἰς τὴν τραπεζαρίαν, ἠσθάνθη ἕναν ἰσχυρὸν πόνον εἰς τὴν κεφαλήν, καὶ ἀμέσως ἔπεσε κάτω ἀναίσθητο, τὸ ἔβαλαν εἰς τὸ κρεββάτι καλέσαντες πάραυτα τὸν γιατρόν, οὗτος διεπίστωσεν σοβαρωτάτη κατάστασιν, προετοιμάσας τὴν κυρίαν διὰ τὸ μοιραῖον. Ἡ κυρία, ἀκούσασα ταύτα κατέφυγε εἰς τὸ εἰκονοστάσιον της καὶ γονυκλινὴς ὅλη τὴν νύκτα ἐδέεττο εἰς τὴν Παναγίαν διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ υἱοῦ της. Τὸ πρωί, δυστυχῶς ἀπεβίωσεν τὸ παιδί της. Αὕτη, παρ’ ὅλο τὸ πένθος καὶ τὴν λύπην της, συνέχισε τὴν ἀνθρωπιστικὴ καὶ χριστιανικὴ δρᾶσιν της. Μετὰ πάροδον ὅμως ἑνὸς ἔτους, ἕνα βράδυ, εὑρισκόμενη πάλιν μετὰ τοῦ ἕτερου υἱοῦ της εἰς τὴν τραπεζαρίαν βλέπει ἀπροόπτως τὸ παιδί της νὰ βγάζει μίαν κραυγὴν πόνου καὶ νὰ πίπτη κάτω ἀναίσθητο ὅπως καὶ τὸ πρῶτό της. Ἀμέσως ἐκάλεσε τὸν ἰατρόν, ὁ ὁποῖος διεπίστωσε τὴν ἴδια κατάστασιν. Αὕτη κλαίουσα καὶ ἐν ἀπελπισίᾳ εὑρισκομένη κατέφυγεν πάλιν εἰς τὸ εἰκονοστάσιον καὶ γονυκλινὴς ὅλη τὴν νύκτα παρεκάλει τὸν Θεόν, τὴν Παναγία, καὶ τὸν Ἅγιον Γεράσιμον ὅπως σώσουν τὸ παιδί της. Δυστυχῶς, τὴν ἑπομένην ἀπεβίωσε καὶ ὁ 2ος γιός της.
Τότε, ἡ κυρία ἐκμανεῖσα μετεβλήθη εἰς θηρίον ἀνήμερον, παύσασα τελείως τὴν προηγουμένην δρᾶσίν της, ὑβρίζουσα συνεχῶς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς Ἁγίους, μὴ δεχομένη κανέναν εἰς τὴν οἰκίαν της. Ἔδωσε δύο φωτογραφίας τῶν παιδιῶν της εἰς ζωγράφον νὰ τῆς φτιάξη τὰ δύο ποτραῖτα εἰς φυσικὸν μέγεθος, τὰ ὁποῖα τὰ ἐπλαισίωσεμὲ πολυτελῆ πλαίσια καὶ ἐκκενώσασα τῶν ἐπίπλων τὸ σαλόνι, τὰ ἐκρέμασε τὸ ἕνα ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, καλύψασα αὐτὰ μὲ τούλι, τοποθετήσασα κάτωθεν αὐτῶν κηροπήγιον μὲ μίαν λαμπάδα τὰς ὁποίας κάθε τόσον ἤναπτε καὶ ἀτενίζουσα τὰ τέκνα της, συζητοῦσε μὲ αὐτά.
Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς ἐμβὰς εἰς πλοιάριον ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐκτελοῦσαν τὸ πέρασμα Ληξουρίου-Ἀργοστολίου ἐπῆγε εἰς Ἀργοστόλιον. Ἐξελθὼν τοῦ πλοιαρίου, μὲ τὴν ῥάβδον του σιγὰ σιγά, ἐπήγαινε κατευθεῖαν εἰς τὴν οἰκίαν τῆς κυρίας αὐτῆς. Φθάσας ἐκεῖ χτύπησε τὴν θύρα, βγῆκε εἰς τὸ παράθυρο ἡ κυρία καὶ ἰδοῦσα τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ τὸν ὁποῖον δὲν γνώριζε ἐξεμάνη, ὑβρίζουσαν αὐτὸν μὲ τὰς χυδαιοτέρας φράσεις. Ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς δίχως νὰ ταραχθῆ, ἥρεμα ἥρεμα τὴν παρακάλεσε τρὶς νὰ τοῦ ἀνοίξη, ποὺ ἤθελε κάτι νὰ τῆς πῆ. Αὕτη ἔτι περισσότερον συνέχιζε νὰ τὸν ὑβρίζη. Τότε ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς, τῆς εἶπε: Ἤ μοῦ ἀνοίγης, ἤ ἀνοίγω· καὶ μὲ τὴν ῥάβδον του ἔκανε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἰς τὴν πόρταν, ἥτις αὐτομάτως ἤνοιξε καὶ ἤρχισεν νὰ ἀνέρχεται τὴν κλίμακα.
Ἡ κυρία, ἰδοῦσα αὐτὸ ἔμεινε ἄφωνος. Ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς προχώρησε κατευθεῖαν εἰς τὸ σαλόνι, εἰπὼν εἰς τὴν κυρίαν νὰ τὸν ἀκολουθήση καὶ τῆς λέει: Κάθισε εἰς τὴν γωνίαν καὶ θὰ δῆς κάτι ποὺ δὲν τὸ περίμενες. Σταθεὶς ἐπ’ ὀλίγον εἰς προσευχήν, ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς βλέπει ἡ κυρία νὰ σηκώνονται τὰ δύο σκεπάσματα τῶν εἰκόνων τῶν παιδιῶν της καὶ νὰ κατέρχονται ζωντανά, εἰς τὸ μέσον τοῦ δωματίου, νὰ ἐξάγουν ταυτοχρόνως δύο περίστροφα, ταυτοχρόνως νὰ πυροβολῆ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ οἱ δύο ταυτοχρόνως νὰ πίπτουν νεκροὶ ἐπὶ τοῦ δαπέδου. Κατόπιν τοῦ γεγονότος τούτου εὑρέθησαν τὰ προταῖτα ὡς πρότερον σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβῆ τίποτε.
Ἡ κυρία ἄφωνος καὶ ταραγμένη παρακολουθοῦσε τὰ διατρέξαντα καὶ τότε ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς τῆς λέει: Κυρία μου, ὁ Θεὸς διὰ νὰ σὲ ἀγαπᾶ σὲ φύλαξε νὰ μὴ δῆς αὐτὸ ποὺ εἶδες τώρα καὶ ἐπῆρε μαζί του τὰ δύο τέκνα σου διὰ φυσικοῦ θανάτου, διότι τὰ δύο σου τέκνα εἶχαν ἀγαπήσει τὴν ἴδια γυναῖκα καὶ ἐπρόκειτο νὰ σκοτωθοῦν διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ. Ὡς ἐκ τούτου νὰ μεταμεληθῆς καὶ νὰ εὐχαριστῆς ταὸν Θεόν, καὶ νὰ συνεχίσης τὴν προτέραν σου χριστιανικὴν δρᾶσιν.
Πραγματικά, αὐτὴ μεταμεληθεῖσα ἐπεδόθη ψυχῇ καὶ σώματι εἰς τὴν προτέραν της δρᾶσιν καὶ εἰς μεγαλυτέραν κλίμακα
Ι) Ὁ Μητροπολίτης (πιθανὸν ὁ Σπυρίδων Κοντομίχαλος), ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα ἑτοιμαζόταν νὰ πάη τὴν ἑπομένη στὸ Ληξούρι νὰ συναντήση τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ, νὰ συζητήση καὶ νὰ ἐξομολογηθῆ. Εἶπε στὸν συνοδό του, πρωί πρωί, νὰ βρίσκεται στὴν μητρόπολι, διότι θὰ πάνε κάπου χωρὶς νὰ τοῦ προσδιορίση τὸν τόπο. Πέρασε ἡ βραδυά. Λίγο πρὶν ξημερώσει, χτυπὰ ἡ θύρα τῆς ἐπισκοπῆς, καὶ ἐμφανίζεται ὁ ἱερεὺς Παναγῆς Μπασιᾶς. Βάζει μετάνοια στὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ λέει: Νὰ ἦρθα. Δὲν εἶναι σωστό, ὁ Ἀρχιερέας νὰ πηγαίνη στὸν ἱερέα, ἀλλὰ ὁ ἱερεὺς στὸν Ἀρχιερέα. Τί μὲ θέλεις;
Ια) Ὁ Ἅγιος συνεδέετο μετὰ τῆς οἰκογενείας Ῥουχωτᾶ διὰ μακρᾶς συγγενείας. Πολλάκις ἐπεσκέπτετο τὴν οἰκίαν των εὑρισκομένη εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἀνωγῆς Παλλῆς ὅπου ἀσκοῦσε ὁ ἰατρὸς Ῥουχωτᾶς τὸ ἐπάγγελμά του εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν περιοχὴν τῆς Ἀνωγῆς.
Ἐπιθυμία τοῦ ζεύγους Ῥουχωτᾶ ἦτο ἡ ἀπόκτησις τέκνων. Πολλάκις ἡ σύζυγος τοῦ ἰατροῦ Ῥουχωτᾶ εὑρέθη εἰς ἐνδιαφέρουσαν κατάστασιν. Ὁ δὲ Ἅγιος Παναγῆς ἐπισκεπτόμενος, τῆς ἔλεγε μὲ νεύματα πάντοτε ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ παιδί, δὲν πρόκειται νὰ γεννηθεῖ ζωντανό. Κατὰ τὸ ἔτος περίπου 1872 ἡ σύζυγος εὑρέθη πάλιν εἰς ἐνδιαφέρουσαν. Ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε ὅτι τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ ζήση καὶ θὰ τὸ βαπτίση μάλιστα καὶ θὰ παντρευθῆ, θὰ γεννήση παιδιά, καὶ στὰ 35 χρόνια… ἔκανε νεῦμα. Ὅταν τὸ παιδὶ ἐγεννήθη προσκλήθη ὁ Ἅγιος, τὸ βάπτισε καὶ τὸ ὀνόμασε Ῥεγγίνα. Ὑπανδρεύθη τὸν Ἠλία Ἀγγέλου Τσιτσέλη, τὸν ἱστορικὸν τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἀπέκτησε τρία τέκνα. Εἰς ἡλικίαν 35 ἐτῶν ἐκοιμήθη, λεχῶνα οὖσα 15 ἡμερῶν.
Ιβ) Εἰς τὴν ἴδιαν οἰκογένειαν καὶ στὸ κτῆμα τοῦ ἰατροῦ εἰς Δεματορὰ τῆς Ἀνωγῆς προσπαθοῦσαν νὰ ἀνεύρουν νερό σκάπτοντας πηγάδι, ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατο. Ἐπισκεφθεὶς ὁ Ἅγιος Παναγῆς τὸν ὥς ἄνω ἰατρὸν, κάνοντας τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ καθώρισε τὸν χῶρον ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀνοιχθῆ τὸ πηγάδι μὲ τὸν λεμονόκηπο, ὅπου ὑπάρχει καὶ σήμερα μὲ ἄφθονο νερό.
(Ρενὲ Κεφαλᾶ)
Ιγ) Εἰς τὴν συνοικία Δεμπονερᾶτα ὑπῆρχε ἕνας παράνομος δεσμός. Πολλὰ ἐπροσπάθησε ὁ Ἅγιος παπᾶς νὰ τοὺς φέρει εἰς τάξιν, δὲν εἰσηκούετο ὅμως. Καὶ μιὰ χειμωνιάτικη βραδυά, πέρασε ἀπὸ ἔξω ἀπὸ τὸ ἐρειπωμένο σπίτι καὶ ἔῤῥιξε ὅλο τὸ παράθυρο μέσα ποὺ ἦταν κλεισμένο μὲ πέτρες· αὐτὸ εἶχε τὸ νόημα τοῦ ἀναθέματος. Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ συνέφερε τοὺς ἁμαρτωλούς, καὶ τοὺς ὡδήγησε στὴν μετάνοια καὶ τὴν σωτηρίαν.
Ιδ) Μεγάλη συζήτηση ἐγίνετο τότε στοὺς θεολογικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους διὰ τὰ συστατικὰ τοῦ ἀνθρώπου, καθῶς ὁ Ἀπ. Μακράκης ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπὸ 3 συστατικά, ὕλην, ψυχήν, καὶ πνεῦμα. Ὁ Ἀρχ. Εὐσέβιος Ματθόπουλος, εἶχε πέσει σὲ σκέψεις κατὰ πόσον ἦταν σωστὰ τὰ κηρύγματα αὐτα. Πῆγε λοιπὸν στὴν Κεφαλληνίαν νὰ δεῖ τὸν παπᾶ-Παναγῆ.
Περπατῶντας στὸ Ληξούρι ὁ π. Εὐσέβιος βλέπει νὰ τὸν πλησιάζει μὲ γρήγορο βῆμα ἕνας μᾶλον κοντὸς καὶ ἀσκητικὸς ἱερεύς, καὶ χωρὶς χαιρετισμόν, ἤ ἄλλον πρόλογον, ἄρχισε νὰ τοῦ λέει: Δύο, δύο καὶ ὄχι τρία. Ὅτι δηλαδή, 2 εἶναι τὰ συστατικὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι τρία.
Ιε) Ἡ ἀδελφὴ τοῦ Βασιλείου Παπαδάτου ἐκοιμήθη ὄντας αὐτὸς στρατιώτης, τὴν ὁποίαν ἀγαποῦσε πολύ. Στὸ ὄνειρό του εἶδε ὅτι πῆγε ἡ ἀδελφή του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι τὴν ἔθαψαν ζωντανή. Ἔρχόμενος ἀπὸ στρατιώτης ἤθελε νὰ ξεθάψει τὴν ἀδελφήν του. Τὸν ἠμπόδισαν. Ἐπειδὴ ἐπέμενε, πῆγε νὰ συμβουλευθῆ τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ. Ὅταν μπῆκε στὸ δωμάτιό του καὶ πρὶν τοῦ πῆ τὸ θέμα του, ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς τοῦ εἶπε: Ἡσύχασε τέκνον μου, ἡ ἀδελφή σου ἦταν νεκρὴ ὅταν τὴν ἔθαψαν.
(Ἐλευθερίου Παπαδάτου)
Ιστ) Ὁ Εὐάγγελος Κοκκόλης εἶχεμὲ τὸν ἀδελφόν του Παναγάκη ἐμπόριον ἀλεύρων εἰς τὴν ὁδὸν Σιτεμπόρων καὶ δὲν πίστευε γενικά, διὰ ὅσα λέγοντο διὰ τὸν Ἅγιο παπᾶ-Μπασιᾶ ὅσον καὶ ἄν προσπαθοῦσε ὁ πάππος μου. Μίαν μέραν ὑπὸ ῥαγδαίαν βροχήν ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς ἔμενε ἀκουμπισμένος εἰς τὸν τοῖχον τοῦ μαγαζιοῦ του ἀντὶ νὰ μπεῖ μέσα νὰ ἀποφύγει τὴν βροχήν. Ἀφοῦ σταμάτησε ὁ βροχή, ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς μπῆκε στὸ μαγαζί, καὶ πῆγε κατευθεῖαν εἰς τὸ ταμεῖον ὅπου ἦταν ὁ Εὐάγγελος. Βλέποντάς τον ὥρες ὁλόκληρες νὰ βρέχεται ἔξω, ἀπὸ περιέργεια τὸν ἔπιασε στὴν πλάτη καὶ στὰ μανίκια καὶ ἦτο κατάστεγνος. Κλίνει τὸ ταμεῖον, ἀφήνει τὸ μαγαζὶ εἰς τὸν ὑπάλληλόν του καὶ τρέχει νὰ εὕρη τὸν θεῖόν του Διονυσάκην Ῥαζῆν. Τοῦ φωνάζει ἀνεβαίνοντας λαχανιασμένος τὴν σκάλα: Τὸν ἔπιακα, τὸν ἔπιακα.
(Σοφίας Ῥαζῆ)
Ιζ) Ἡ κ. Νίκη Γουλανδρῆ διηγεῖται:
Ὁ πατέρας μου Μηνᾶς Κεφαλᾶς ἦταν υἱὸς τοῦ Ἀνδρέου καὶ τῆς Μαριάννας, τὸ γένος Κατσαΐτη καὶ ἐγεννήθη εἰς τὸ Ληξούρι. Ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς ἦταν στενὸς φίλος τῆς οἰκογενείας τὴν ὁποίαν ἐπεσκέπτετο πολὺ συχνά. Ἡ νόνα μας εἶχε ἀποκτήσει 2 θυγατέρας καὶ ἡ ἐπιθυμίας της ἦταν νὰ ἀποκτήση καὶ υἱούς. Ὅταν σὲ κάποια ἐπίσκεψη ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς ἔμαθε ὅτι περιμένει τέκνον τῆς εὐλόγησε τὴν κοιλίαν της καὶ ἀνέφερε τὰ ὀνόματα· Μηνᾶς, Βίκτωρ, Βικέντιος. Ὄντως ἐγέννησε ἄῤῥεν τέκνο τὸ ὁποῖον καὶ ἐβάπτισε Γεράσιμον· ὅμως ἀπέθανε μετὰ ἀπὸ λίγο. Ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς τῆς εἶπε ὅτι εἶχε παρακούσει τοὺς λόγους τους, τὴν παρηγόρησε ὅμως ὅτι θὰ γεννοῦσε καὶ πάλι ἀγόρι, εὐλόγησε τὴν κοιλιά της ἐπαναλαμβάνων τὰ 3 ὀνόματα. Ἐπειδὴ εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτὰ ταὰ όνόματα δὲν ὑπῆρχαν, δὲν ἐδόθη προσοχή. Ἀργότερα ὅμως ἡ Μαριάννα θυμήθηκε ὅτι στὸ οἰκογενειακόν τους εἰκονοστάσιον εἰς τὸ Ἀργοστόλι, ὑπῆρχε μιὰ εἰκόνα μὲ 3 Ἁγίους ποὺ τὴν εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ Βυζάντιον. Τότε τὴν ζήτησε ἀπὸ τοὺς γονεῖς της καὶ τὴν ἔφερε στὸ Ληξοῦρι. Μετὰ ἀπὸ λίγο γέννησε γιὸ ποὺ ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς τὸν βάπτισε Μηνᾶν, μετὰ ἐγέννησε τὸν Βίκτωρα καὶ τὸν Βικέντιον. Ἔκτοτε ἡ εἰκὼν αὐτὴ ἐθεωρεῖτο θαυματουργός, καὶ ἐστέλλετο ἑκάστην 11/11 εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ προσκύνημα. Τὴν εἰκόνα αὐτὴν ἔχομεν τώρα εἰς τὸ σπίτι μας.
Ὁ πατέρας μου καὶ τὰ ἀδέλφια μου εἶχαν βαθύτατο σεβασμὸ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀναδόχου των παπᾶ-Μπασιᾶ. Ἔτσι μᾶς εἶχε μεταβιβάσει τὴν πεποίθησίν του ὅτι ἐπρόκειτο περὶ Ἁγιου. Κατὰ τὰ παιδικά του χρόνια συνεδέθη πολὺ μαζί του. Μᾶς διηγεῖτο ὅτι τὸν ἀσκοῦσε εἰς τὴν φιλανθρωπίαν μὲ λόγους καὶ μὲ ἔργα. Ἦτο ἀκόμη μικρός, ὅταν σὲ ἕναν περίπατο μαζί του ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς τὸν παρώτρυνε νὰ δώσει τὸ μοναδικὸ νόμισμα ποὺ εἶχε στὴν τσέπη του σὲ ἕναν πτωχὸ διερχόμενον. Ὅταν γύρισαν στὸ σπίτι τὸ παιδὶ βρῆκε στὴν ἄλλη του τσέπη ἕνα ἄλλο νόμισμα πολὺ μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο. Ἔτσι τοῦ δίδασκε συνεχῶς τὴν φιλανθρωπίαν, τὴν καλοσύνην, τὴν ἀνιδιοτέλεια. Τὰ θαύματα αὐτὰ ἐπαναλαμβάνοντο συχνά, σὲ κάθε ἐπίσκεψι τοῦ Ἁγίου ἀνδρὸς στὸ σπίτι Κεφαλᾶ.
Ἡ οἰκογένεια εἶχε καὶ ἔχει ἕνα κτῆμα εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Λογγοῦ. Κάποτε τὰ παιδιά, εἶχαν βγεῖ γιὰ περίπατο μὲ τὸν πατέρα τους καὶ διέκρινα ἀπὸ τὴν θάλασσα ἕναν μαῦρο ὄγκο νὰ πλησιάζη. Ξαφνικά, εἶδαν τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ κοντά τους, ἐνῶ ὁ ὄγκος εἶχε ἐξαφανισθῆ. Ἔτρεξαν ὅλοι κοντά του γεμᾶτοι τρόμο καὶ θαυμασμό, καὶ τὰ παιδιὰ ἔπιαναν τὰ ῥοῦχά του γιὰ νὰ δοῦν ἄν ἦταν βρεγμένα. Τότε τοὺς ἀπάντησε ἐπιγραμματικὰ ὅπως συνήθιζε: Ἕνας εἶναι ὁ Θεός.
Ιη) Ὁ πάππος μου εἶχε υἱὸν διαμένοντα εἰς τὴν Ὀδησσόν, Γεράσιμον ονόματι. Αὐτὸς εἶχε πολὺ καιρὸν νὰ γράψη λόγῳ φόρτου ἐργασίας καὶ οἱ γονεῖς του ἀνησύχουν τρομακτικά. Εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐκάθητο εἰς τὸ στασίδι κοντὰ στοὺς ψάλτες ἦτο περίλυπος σκεπτόμενος τὸ τὶ συμβαίνει εἰς τὸν υἱόν του. Ἐκείνην τὴν στιγμήν, μπαῖνει εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὁ Ἅγιος παπᾶ-Μπασιᾶς κρατῶν εἰς τὸ δεξί του χέρι ἕνα κομμάτι βασιλικόν, μὲ τὸν ὁποῖον κτυπᾶ εἰς τὸ μέτωπο τὸν παπποῦ μου λέγοντας: Γράμμα, γράμμα τὴν 1η Ὀκτωβρίου.
Ὡς τὸ ἤκουσεν ὁ πάππος μου ἐχάρη πολὺ διότι τὸν ἐσέβετο. Πηγαίνει σπίτι καὶ τὸ λέει στὴν γυναῖκά του ἡ ὁποία δὲν πολὺ πίστευε. Ἔρχεται ἡ 1/10, πηγαίνει ὁ πάππος πολλὲς φορὲς στὸ ταχυδρομεῖο ἀλλὰ γράμμα δὲν εἶχε. Ἔφαγαν γιὰ βράδυ καὶ ἡ νόνα μου τὸν κορόϊδευε. Εἰς τὰς 10μ.μ. ὅμως κτυπᾶ δυνατὰ τὸ πορτόνι. Ἦταν ὁ Κ. Σκλάβος ὅστις ἤρχετο ἀπὸ τὴν Ὀδησσὸ μὲ γράμμα ἀπὸ τὸν Γεράσιμο! Αὐτὸ ἦταν, καὶ ἡ νόνα μου ἐπίστευσε τὸν παπᾶ-Παναγῆ πραγματικά.
Ιθ) Ὁ πατέρας μου ὅταν ἦτο 14-15 ἐτῶν ἦταν ἀκόλουθος τοῦ παπᾶ-Μπασιᾶ τὸν ὁποῖον πίστευε βαθιά. Κάποια οἰκογένειαν εἶχεν ἀσθενῆ. Παρακάλεσαν λοιπὸν τὸν πατέρα μου νὰ τοὺς πάει τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ νὰ τὸν διαβάση καὶ νὰ τὸν εὐλογήση ἐλπίζοντας ὅτι θὰ γιατρευθῆ.
Ὁ πατέρας μου προσπαθοῦσε νὰ τοῦ μπουρλιάση (δέσει) τὰ παπούτσια ἀλλὰ αὐτὸς ἔπαιζε καὶ κουνοῦσε τὰ πόδια του. Τέλος τὰ καταφέρνει καὶ τὸν ἑτοιμάζει νὰ πάνε στὸν ἄῤῥωστο. Πρὶν ξεκινήσουν λέει στὸν πατέρα μου: Ἐκεῖ ποὺ μὲ πᾶς, χαλάστηκε τὸ κρεββάτι· δηλαδὴ ὅτι ὁ ἄῤῥωστος ἐκοιμήθη. Καὶ πράγματι ἔτσι εἶχε γίνει.
(Ιη-Ιθ Σοφίας Ῥαζῆ)
Κ) Ὁ Ἅγιος Παναγῆς Μπασιᾶς, κάποτε λειτουργοῦσε στὸν Ἱ. Ν. Ὑπεραγίας Θεοτόκου Τυπαλδάτων. Μια νύκτα, ἕνας ἀσθενὴς ἀπὸ τὰ Χαυδᾶτα ὴθελε νὰ μεταλάβη καὶ ἕνας συγγενής του πήγαινε νὰ πάρη τὸν Ἅγιον. Στὸ δρόμο ἀπαντᾶ τὸν Ἅγιο κρατοῦντα εἰς τὰς χεῖράς του τὰ Ἅγια τοῦ Θεοῦ καὶ πηγαίνοντα εἰς τὸν ἀσθενῆ. Θαύμαζε ὁ συγγενὴς πῶς τὸ γνώριζε.
Κα) Ὁ πατὴρ τοῦ Ἰωάννου Ἀντζουλάτου ἀπὸ τὰ Τυπαλδάτα πήγαινε στὸ Ληξοῦρι, ψώνισε καὶ χάλασε ὅλα του τὰ χρήματα. Ἔξω ἀπὸ τὸ Ληξοῦρι συνάντησε τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα δίλεπτον, τοῦ τὸ ἔβαλε μέσα εἰς τὴν τσέπην του καὶ τοῦ εἶπε: Κασελέτα, κασελέτα. Ὁ ἄνθρωπος κατάλαβε καὶ κοντὰ στὸ χωριὸ συνήντησε τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὴν Ἱ. Μ. Κηπουρίων μὲ τὴν κασελέτα. Θαύμασε, ἔβγαλε τὸ δίλεπτον καὶ τὸ ἔῤῥιψεν εἰς τὴν κασελέτα.
Κβ) Ὁ κ. Φωτεινὸς Μουρελάτος ἀπὸ τὰ Χαυδάτα πῆγε εἰς τὸ Ληξοῦρι καὶ ἠγόρασε ψάρια. Τὴν ὥρα ποὺ ἔβανε ὁ ψαρᾶς τὰ ψάρια, βρῆκε καὶ πῆρε μιὰ χεριὰ ψάρια καὶ τὰ βαλε μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα στὸ μαντήλι του καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ χωριό. Τὰ ψάρια τοῦ βρώμιζαν καὶ ρωτοῦσε τοὺς ἄλλους ἄν μύριζαν καὶ τὰ δικά τους ἀλλὰ αὐτῶν μοσχοβόλαγαν. Εἰς τὴν γέφυρα συνήντησαν τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ. Κατέβηκαν ἀπὸ τὰ ζῶα γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουν. Τότε, ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς τοῦ εἶπε νὰ λύσῃ τὸ μαντήλι του νὰ δῆ τὰ ψάρια. Τότε, ὁ Ἅγιος πέταξε τὰ ξένα ψάρια ποὺ βρωμοῦσαν καὶ τοῦ εἶπε: Νὰ τὰ ψάρια ποὺ ἔκλεψες μύρισαν, τὰ ἄλλα εἶναι καλά. Αὐτὸς μετενόησεν μὲ μεγάλη πίστιν καὶ σώθηκε.
Κγ) Ἕνα παιδὶ ὀνόματι Ἀθανάσιος ἡλικίας 14 ἐτῶν κατήγετο ἀπὸ τὴν οἰκογένεια ποὺ λιθοβόλησαν τὸν Ἅγιο Γεράσιμο. Ἕνα πρωϊνό, ξεκίνησε νὰ πάει νὰ προσκυνήση τὸν Ἅγιο παπᾶ-Μπασιᾶ καὶ νὰ ζητήση τὴν εὐλογίαν του γιὰ νὰ ταξιδέψη γιὰ τὴν Ῥωσίαν. Ἔφθασε στὸ δωμάτιο τοῦ παπᾶ-Μπασιᾶ, τὸν χαιρέτησε καὶ τοῦ εἶπε γιὰ τὸ ταξίδι του καὶ νὰ τοῦ δώση τὴν εὐχή του. Μέσα στὸ δωμάτιο εὑρίσκετο ἕνα τραπέζι μὲ σωρὸ σταφύλια διαφόρων χρωμάτων. Τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε ὁ Ἀθανάσιος ἁρπάζει μὲ τὸ χέρι του ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς ἕνα μαῦρο σταφύλι καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Ὁ Ἀθανάσιος ἦτο μικρός, δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβη γιατὶ τοῦ ἔδωσε τὸ μαύρο. Ἔφυγε γιὰ τὴν Ῥωσίαν, ἔμεινε λίγο καιρό, καὶ κατόπιν ἦλθε στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἐκάρη μοναχός. Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικίαν 21 χρόνων ἔγινε διάκονος εἰς τὴν Ἱ. Μ. Ἰβήρων, ὅπου διεκρίθη διὰ τὰ πολλά του χαρίσματα. Τότε κατάλαβε τὴν προφητικὴ πρᾶξι τοῦ παπᾶ-Μπασιᾶ.
Κδ) Ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς εἶχε βαπτίσει τὴν ἀδελφὴ τοῦ Σπύρου Μηνιάτη ἡ ὁποία ὀνομαζόταν Ῥουμπίνη. Αὐτὴ ἡ γυναῖκα εἶχε παντρευθῆ σὲ ἕνα χωριὸ τῆς Θηνιᾶς. Ὁ ἄνδρας της ἦτο σκληρός, καὶ πολλὰ βάναυσος καὶ τὴν κακομεταχειρίζετο. Ἕνα μεσημέρι ἡ οἰκογένεια τοῦ Σπύρου κάθητο στὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγον. Ξαφνικά βλέπουν μπρός τους τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ νὰ λέει στὸν Σπῦρον: Ἐ, τι κάθεσαι; Τὴν ἀδελφή σου Ῥουμπίναα αὐτὴ τὴν στιγμή, ὁ ἄνδρας της τὴν δέρνει σκληρότατα. Καὶ δὲν φθάνει αὐτό, ἀλλὰ τῆς ἔσπασε καὶ τὸ χέρι της, καὶ τὸ χειρότερο, ἔκανε κομμάτια τὸ στεφάνι της. Ἀλλὰ, ὁ πρῶτος γάμος εἶναι μυστήριο, ἀκοῦς; συνέχισε σκυφτός καὶ φεύγει γρήγορα. Τότε ὁ Σπῦρος λυπήθηκε ποὺ ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ παπᾶ-Μπασιᾶ, νὰ ὑποφέρει ἡ ἀδελφή του. Σηκώνεται ἀμέσως, ἑτοιμάζει τὸ μουλάρι καὶ φεύγει νὰ πρφθάση τὶ γίνεται στὸ σπίτι τῆς ἀδελφῆς του. Ἔφθασε στὸ χωριό, καὶ πῆγε κατευθείαν στὸ σπίτι.
Ὅταν τὸν εἶδε ἡ ἀδελφή του τὸν δέχθηκε μὲ χαρά, καὶ τὸν ῥωτᾶ:
-Πῶς τέτοια ὥρα μεσημέρι ἀδελφέ, μὲ αὐτὴ τὴν μεγάλη ζέστη, Ἰούλιο μήνα, ξεκίνησες γιὰ τὸ χωριό;
Ὁ Σπῦρος τὴν ῥώτησε: -Ῥουμπίνα, ποῦ εἶναι ὁ ἄνδρας σου;
-Ἄχ Σπῦρό μου, εἶχε ξενύχτι ἀπόψε στὴν δουλειά του καὶ κουράστηκε καὶ βγῆκε ἔξω νὰ συναντήσει κανέναν συγχωριανό του νὰ περάσει ἡ ὥρα.
-Καλά, τὸ χέρι σου τι ἔχει;
-Ἀδελφέ μου, αὐτὲς οἱ προβατίνες ὅταν πρόκειται νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὴν μάνδρα κάνουν πολλὰ πηδήματα καὶ μὲ ἔσπρωξαν καὶ ἔπεσα, μὰ δὲν ἔχω τίποτα.
-Ῥουμπίνα, ποῦ εἶναι τὰ στεφάνια σου, δὲν τὰ βλέπω;
-Σπῦρό μου, μὲ τὶς δουλειές μου δὲν εἶχα καιρὸ νὰ ξεσκονίσω καὶ τὰ κατέβασα νὰ τὰ καθαρίσω.
-Σήκω νὰ φύγουμε, γιατὶ ὁ ἄνδρας σου εἶναι σκληρὸς καὶ σὲ βασανίζη. Ἐγὼ ἦλθα γιατὶ ἦλθε ὁ νονός σου καὶ μοῦ τὰ εἶπε ὅλα. Ἔλα μαζί μου, ἡ ζωή σου θὰ εἶναι μαρτύριον.
-Ἀδελφέ μου, ὅταν ὁ Θεὸς προστάζη πρέπει νὰ τὰ ὑπομένω ὅλα. Θὰ ζήσω ὅπως θέλει ὁ Θεός.
Κε) Ἡ Εὐανθία Πασχάλη ἦτο κόρη ἀφοσιωμένη στὸν Θεόν. Τὴν φώναζε ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς καὶ πήγαινε μαζὶ στὰ Λέπεδα. Ὅταν οἱ γονεῖς της ἔμαθαν ὅτι θὰ γίνη μοναχή, τῆς εἶπαν: Να γίνης ἀφοῦ τὸ θέλεις, ἀλλὰ νὰ πᾶς εις τὸν Ἅγιον Γεράσιμον. Τὴν ἑτοίμασαν καὶ πῆγε μέχρι τὰ Φραγκᾶτα μὲ τὰ ῥοῦχά της σε ἕνα κάρο. Τότε, ἐμφανίστηκε ὁ Ἅγιος καὶ τῆς εἶπε: Εἰς Λέπεδα ἡγουμένη. Ἐπέστρεψε, πῆγε στὰ Λέπεδα, ἔγινε μοναχή, ὠνομάσθη Ἀνθίμη, ἔγινε ἡγουμένη ἐπὶ πολλὰ ἔτη.
Κστ) Μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὸ Ληξοῦρι εἶχε 4 κόρες. Ὁ ἄνδρας της ἦτο πολὺ ἱδιότροπος. Τὴν ἔβριζε διότι γεννοῦσε κορίτσια καὶ ἦτο πολὺ στενοχωρημένη. Σκέφθηκε νὰ πάη νὰ προσκυνήση τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ· πῆρε τὰ 4 κορίτσια, τὰ ἑτοίμασε καὶ στὸ μικρότερο ἔβαλε φιόγκο στὰ μαλλιά της. Ὅταν ἔφθασαν στὸν παπᾶ-Μπασιᾶ περίμενε νὰ ἔλθη ἡ σειρά της διότι ἦτο πολὺ κόσμος. Ὅταν ἦλθε, ἑτοίμασε τὰ κορίτσια νὰ τὰ εὐλογήση ὁ Ἅγιος. Εὐλόγησε τὴν πρώτη καὶ τῆς εἶπε· καλῶς τὴν Διονύσαινα, τὴν δεύτερη καλὼς τὴν Γιώργαινα, καὶ τὴν τρίτη καλῶς τὴν Σπύραινα, δηλαδὴ προφήτεψε τὰ ὀνόματα τῶν συζύγων τους. Τὴν τέταρτη δὲ ἤθελε νὰ τὴν εὐλογήση καὶ ἡ μάνα τρόμαξε πῶς θὰ πεθάνη τὸ μικρό. Τότε σηκώθηκε ὁ Ἅγιος, γονάτισε μπρὸς τὸ μικρὸ κοριτσάκι καὶ τῆς εἶπε: Εὐλόγησόν με Ἀμμά. Καὶ βγάζοντάς της τὰ στολίδια ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τῆς μικρῆς εἶπε: Αὐτὰ δὲν χρειάζονται ἡγουμένη τῶν Λεπέδων. Καὶ ὅπως τὰ εἶπε ὁ Ἅγιος, ἔτσι ἔγιναν ὅλα.
Κζ) Ὁ Ἰωάννης Ἀντζουλᾶτος ἀπὸ τὰ Τυπαλδᾶτα εἶχε ἕναν ἀδελφὸ Παῦλον ὀνομαζόμενον ὁ ὁποῖος χρόνια πολλὰ ἦτο εἰς Ῥουμανίαν. Ὁ Ἰωάννης πήγαινε τακτικὰ στὸ κελλὶ τοῦ Ἁγίου παπᾶ-Μπασιᾶ. Κάποια μέρα ὁ Ἅγιος τὸν ῥώτησε ἄν εἶχον γράμμα ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του. Ὁ Ἰωάννης τοῦ εἶπε: Ἔχουμε πολὺ καιρὸ νὰ λάβουμε γράμμα. Ὁ Ἅγιος τοῦ λέει: Ὁ ἀδελφός σου ἔρχεται καὶ ἔρχεται ἄῤῥωστος. Τὴν ἄλλη μέρα δέχθηκε τὸν ἀδελφόν του ἄρρωστον.
Κη) Ὁ Εὐάγγελος Ἀντζουλᾶτος μὲ τὸν Γεράσιμο Σκαφιδᾶ πήγαιναν στὸ Ληξοῦρι. Στὸν δρόμο συνάντησαν τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ καὶ πῆγαν νὰ τὸν προσκυνήσουν. Τὸν Εὐάγγελον τὸν ἄφησε νὰ τὸν προσκυνήση, τὸν Γεράσιμον ὅμως ὄχι. Ὁμολογοῦσε ὁ Γεράσιμος ὅτι πράγματι δὲν ἔπρεπε νὰ προσκυνήση διότι ἦταν ἀκάθαρτος ἀπὸ ἁμαρτίες.
Κθ) Κάποιος μανάβης στὸ Ληξοῦρι, Ἀλέξανδρος Παρίσης εἶχε ἀγοράσει αὐγὰ καὶ τὰ πωλοῦσε. Ἦλθε ὁ Ἅγιος παπᾶ-Μπασιᾶς στὸ μαγαζί του, ἔβαλε μέσα στὸ μανδήλι του ἕως 10 αὐγά, τὰ πῆρε καὶ τὰ πέταξε ἔξω. Τότε ὁ μανάβης τοῦ λέει: Γιατὶ τὰ πέταξες; Καὶ ὁ Ἅγιος τοῦ λέει: Αὐτὰ δὲν ἦταν δικά σου, δὲν τὰ πλήρωσες.
Λ) Ὁ Ἀνδρέας Μεγαλογένης, πατέρας τῆς μοναχῆς Ἀγάθης ἦτο σέμπρος (δηλαδὴ συνεταῖρος στὰ χωράφια) εἰς τοὺς Ἰακωβάτους καὶ ὅταν ἔκτιζαν τὸ σπίτι των πῆραν τὸν Ἅγιον ἱερέα νὰ κάνη Ἁγιασμόν, ποὺ ἔκοψαν τὰ θεμέλια. Ὁ Ἅγιος τοὺς εἶπε ἀφοῦ τελείωσε τὸν Ἁγιασμόν: Μεγάλο σπίτι, στέρεο σπίτι, ἀλλὰ ἰγγλέζικο. Κανεὶς δὲν κατάλαβε τὶ θὰ πῆ αὐτό. Οἱ Ἰακωβάτοι ἦσαν 4 αδέλφια καὶ μόνο ὁ ἕνας εἶχε μία κόρη ὀνόματι Αἰκατερίνη. Αὐτὴ νυμφεύθη μὲ τὸν Ἄγγλον Τούλ. Ἑπομένως ἔγινε ἐγγλέζικο τὸ σπίτι.
(Κ-Λ, ἀπὸ τὴν ἡγουμένην Ἀγάθην τῆς Ἱ. Μ. Κορωνάτου.)
Λα) Κατὰ τὸ ἔτος 1885 περίπου ὡς μοῦ εἶπον οἱ γονεῖς μου ἠσθένησεν ἡ μητέρα μου Ἀγγελικὴ καὶ ὁ πατέρας μου Δημήτριος τὴν πήγαινε ἀπάνω εἰς τὸ ζῶον εἰς τὸν ἰατρὸν εἰς Ληξούριον. Ὅταν ἔφθασαν εἰς Ἅγ. Δημήτριον Ληξουρίου βλέπουν τὸν Ἅγιο παπᾶ-Μπασιᾶ νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸν δρόμον Ἁγίου Νικόλαου καὶ νὰ κατευθύνεται εἰς τὸ σπίτι. Λέγει δὲ ὁ πατήρ μου τῆς μητέρας μου: Πάρε Ἀγγελικὴ τὸ σχοινὶ τῆς φοράδας νὰ πάω νὰ φιλήσω τὸ χέρι τοῦ Γέροντα. Καὶ τοῦ λέει ἡ μητέρα μου: Φίλησέ τον καὶ ἀπὸ μένα. Καὶ ὅταν τὸν πλησίασε τὸν Ἅγιον ὁ πατέρας μου τοῦ λέει: Προσκυνῶ Ἅγιε Γέροντα. Καὶ ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς κτυπᾶ τὴν κοιλιά του 3 φορές, καὶ λέει τῆς μητέρας μου: Μετά, τὰ Κηπούρια.
Ὅταν ἀπελύθην ἀπὸ στρατιώτης μοῦ λέγουν οἱ γονεῖς μου νὰ ὑπανδρευθῶ. Καὶ τοὺς ἀπάντησα ὅτι θὰ πάω γιὰ καλόγηρος στὰ Κηπούρια. Καὶ μὲ μία φωνὴ καὶ οἱ δύο μοῦ λέγουν: Ὁ Θεὸς νὰ συγχωρήση τὸν παπᾶ-Μπασιᾶ, γιατὶ μᾶς τὸ εἶπε αὐτὸ 3-4 χρόνια προτοῦ πεθάνει, ὅτι θὰ γεννήσω παιδί, καὶ θὰ πάη εἰς τὰ Κηπούρια διὰ καλόγηρος.
Ἀρχ. Πανάρετος Μοσχονᾶς.
Λβ) Ὁ εὐλαβὴς ἀείμνηστος Νικόλαος Παξινόπουλος ἀπὸ τὸ Ἀργοστόλιον, επεσκέφθη τὸν Ἅγ. Παναγῆν Μπασιᾶν γιὰ νὰ πάρη τὴν εὐλογία του νὰ γίνη ἱερεὺς κατὰ τὸν πόθον του. Ὅταν ἔφθασε στὸ κελλί του ἔβαλε μετάνοια καὶ πρὶν πῆ τίποτε , ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς τοῦ ἔδωσε τὸ καλυμμαύχι του καὶ τὸν πρόσταξε νὰ τὸ σχίση. Ὁ Παξινόπουλος δίστασε. Ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς ἐπέμεινε καὶ ὁ Παξινόπουλος κομμάτιασε τὸ καλυμμαύχι τοῦ παπᾶ-Μπασιᾶ. Μετὰ ἀπὸ αυτὰ τὸν εὐλόγησε χωρὶς νὰ πῆ τίποτε.
Μετὰ ἀπὸ ἔτη, ἐνῶ ἐπεδίωκε νὰ ἱερωθῆ, τοῦ ἀνήγγειλε ὁ Μητροπολίτης, ὅτι κάποιος νέος νόμος τὸν ἐμποδίζει νὰ τὸν χειροτονήση. Τότε ἀντελήφθη τὶ σήμαινε τὸ σχίσιμο τοῦ καλυμμαυχίου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ ἀνέγραψε πίσω ἀπὸ τὴν φωτογραφία τῆς κηδείας τοῦ παπᾶ-Μπασιᾶ.
Λγ) Ὁ Ἰωάννης Γερουλᾶνος ἀῤῥώστησε βαρειὰ στὰ νειᾶτά του. Ταλαιπωρήθηκε μὲ τὴν ἀσθένειά του πολύ. Δὲν ἔβλεπε βελτίωση στὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπεφάσισε δύσκολο καὶ δαπανηρὸ ταξίδι στὸ ἐξωτερικό. Ἀλλὰ καὶ ἔξω οἱ γιατροὶ τὸν ἀπογοήτευσαν. Μὲ βαρειὰ καρδιὰ γύρισε στὸ Ληξοῦρι καὶ ἀνήγγειλε στοὺς οἰκείους του τὴν θλιβερὴ γνωμάτευση τῶν γιατρῶν. Τότε ἐπισκέπτεται τὸν Ἰωάννη ὁ παπᾶ-Μπασιᾶς καὶ τοῦ προτείνει νὰ τὸν νυμφεύση μὲ μία μακρινὴ ἀνεψιά του. Ὁ Ἰωάννης ἐκδηλώνει στὸν Ἅγιο τὴν ἀσθένειά του καὶ τοῦ λέει:
-Ξάδελφε, ἐγὼ θὰ πεθάνω καὶ σὺ λέγεις νὰ μὲ παντρέψης;
-Ὄχι δὲν θὰ πεθάνης. Ἐγὼ θὰ σὲ στεφανώσω καὶ θα κάμης καὶ παιδιά.
Πράγματι, ὁ Ἰωάννης ὕστερα ἀπὸ λίγο νυμφεύεται τὴν Θηρεσία τὸ γένος Τυπάλδου-Χαριτάτου. Ἡ ἐπιστήμη διεψεύσθη. Ἐπαληθεύθηκε ὁ Ἅγιος.
Λδ) Μιὰ μέρα κάποια φτωχὴ μητέρα πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Γερουλάνου καὶ ζήτησε λίγο φαγητὸ γιὰ τὰ παιδιά της. Τῆς ἔδωσαν τρόφιμα, φαγητὸ ὅμως ποὺ εἶχαν μαγειρέψει διότι περίμεναν ξένους δὲν τῆς ἔδωσαν. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἔρχεται ὁ Ἅγιος, κατευθύνεται στὴν κουζίνα, βγάζει τὶς κάλτσες του καὶ τὶς πετάει μέσα στὸ φαγητό, λέγοντας λόγια ἐλεγκτικὰ γιατὶ δὲν ἔδωσαν στὴν μητέρα φαγητὸ γιὰ τὰ παιδιά της.
Λε) Ἡ Α. Β. εἶχε μίαν ἀδελφὴν παντρεμένη στὰ Κουβαλᾶτα. Μίαν μέραν εἶχε πολλὲς δουλειές, καὶ εἶχε ἀγανακτήσει, σήκωσε τὸ χέρι της καὶ φασκέλωσε τὸν Θεόν. Μετὰ πῆγε νὰ πλύνη τὰ ῥοῦχα καὶ ἕνα βελόνι ἐμβῆκε στὸ χέρι της. Μετὰ 3 μέρες τῆς ἔκανε γάγραινα καὶ τὸ χέρι σάπησε. Οἱ γιατροί, τῆς εἶπαν νὰ τὸ κόψη. Ἡ ἀδελφή της Ἀφροδίτη τὴν πῆγε στὸν παπᾶ-Μπασιᾶ. Ὁ Ἅγιος ἦτο κλινήρης, τὸν εἶχαν σκεπάσει, καὶ πολλοὶ τὸν ξενυχτοῦσαν. Πῆγε σιγὰ καὶ ἔβαλε τὸ χέρι τῆς ἀδελφῆς της πάνω στὸν Ἅγιο καὶ νοερῶς εἶπε: Παπᾶ-Μπασιᾶ μου ἡ εὐχή σου νὰ κάμη τὸ χέρι τῆς ἀδελφῆς μου καλά. Καὶ ὁ Ἅγιος τῆς μίλησε καὶ εἶπε: Ἀφροδίτη, πίστιν ἐσύ, τὸ χέρι τῆς ἀδελφῆς σου θὰ γίνη καλά, δὲν θὰ τὸ κόψουν. Θὰ ὑπανδρευθῆ. Μετὰ τὴν πῆγαν στὸν γιατρὸ καὶ εἶπε ὅτι ἔγινε θαῦμα.
Λστ) Ὁ Σπῦρος Μουρελᾶτος ἀπὸ τὰ Χαυδᾶτα εἶχε ἕνα παιδὶ 10 ἐτῶν καὶ τὸ κυρίευε ἐπιληψία. Τὸ πῆγε στὸν παπᾶ-Μπασιᾶ, τὸν σταύρωσε ὁ Ἅγιος καὶ τοῦ εἶπε: Σπύρο, πάρε τὸ παιδί, εἶναι καλά. Ἔζησε ὁ Ἀναστάσιος 80 χρόνια καὶ πλέον ζαλάδες δὲν τὸν βρῆκαν.
Λζ) Κάποτε, ὅταν ὁ Ἅγιος ἦτο στὸ κελλί του στὰ Τυπαλδᾶτα, μιὰ νύχτα τὸν ἤκουσε ἡ ἀδελφή του νὰ φωνάζει καὶ νὰ παρακαλῆ: Παναγία μου, βοήθησέ τους. Αὐτὸ συνεχῶς φώναζε ὅλη τὴν νύχτα, καὶ τὰ ξημερώματα εἶπε: Δόξα σοι ὁ Θεός, σωθήκανε. Ἡ ἀδελφή του δὲν ἤξερε τὶ νὰ ὑποθέση. Τὸ πρωὶ ὅμως ἔμαθε ὅτι ἕνα πλοῖο ἔξω ἀπὸ τὸ Γερογόμπο ἦτο ἕτοιμο νὰ πνιγῆ καὶ ἀπὸ θαῦμα γλίτωσε τὸ ναυάγιον. Τότε, ὅλοι κατάλαβαν ὅτι διὰ τῶν δεήσεων τοῦ Ἁγίου, γλίτωσε τὸ πλοῖον.
Λη) Μετὰ τὴν ἀνακομιδήν, εὐσεβὴς κυρία ἀπὸ τὸν Καναδᾶ ζήτησε φυλακτὸ ἀπὸ τὰ λείψανα τοῦ Ἁγ. Παναγῆ. Τὸ εἶχε ὑποσχεθεῖ σὲ ἕνα παράλυτο κοριτσάκι 11 ἐτῶν. Πράγματι, ἡ μακαρίτισσα μοναχὴ Ἀγαθονίκη τῆς Ἱ. Μ. Κορωνάτου ἔστειλε ὅτι τῆς ζήτησε. Μόλις τὸ πῆρε, τὸ πῆγε στὸ παράλυτο κοριτσάκι καὶ τῆς λέει: Ἐλένη μου, δεήσου στὸν Ἅγ. Παναγῆ Μπασιᾶ ποὺ εἶναι θαυματουργός, ποὺ προστάτεψε τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀῤῥώστους καὶ τοὺς δυστυχισμένους· ποὺ εἶσαι σὰν ἀγγελούδι νὰ σοῦ χαρίση τὴν ὑγείαν σου. Πράγματι, τὸ κορίτσι δεήθηκε καὶ μετὰ μὲ τὸ δεξί του χέρι ποὺ ἦταν παράλυτο πῆρε τὸ φυλακτὸ καὶ τὸ φίλησε. Ὅσοι τὸ εἶδαν ἀλάλαξαν δακρυσμένοι διότι εἶδαν τὸ θαῦμα τῆς παράλυτης ποὺ ἔγιανε.
Λθ) Μία τῶν ἡμερῶν ἐπορεύθη εἰς τὸ κελλίον τοῦ Παναγῆ Μπασιᾶ μετὰ τοῦ πατρός μου διὰ νὰ μοῦ ἀναγνώσῃ εὐχὰς βασκανίας, ἐπειδὴ ἤμην ὀλίγον ἀσθενής, καὶ ὁ πατήρ μου ὑπέθεσεν ὅτι πάσχω ἀπὸ βασκανίαν. Ἀντὶ δὲ τῶν εὐχῶν τῆς βασκανίας, μοὶ ἔδωσε καὶ προσεκύνησα μίαν μικρὰν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ μοῦ λέει: Πήγαινε, δὲν ἔχεις τίποτε, ἡ Παναγία θὰ σὲ πάρῃ μαζί της. Τοῦτο δὲ οὐδὲν ἕτερον ἦτον ἐιμὴ ὅτι θὰ πορευθῶ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ θὰ γίνω μοναχός, καὶ ὄντως οὕτως ἔγινε.
Μ) Ἐνῶ ἦτο μέρα Κυριακή, καὶ ἡ ἀδελφή του Μαρία ἡτοίμαζε τὴν τράπεζαν διὰ νὰ γευματίσωσιν ἔρχεται αἴφνης εἷς πτωχός καὶ ὁ Μπασιᾶς ἔδωσε εἰς αὐτὸν τὸν ἄρτον, ὅν εἶχον διὰ νὰ φάγωσι. Δὲν παρῆλθον λίγα λεπτά, καὶ ἔρχεται ἕτερος πτωχός, καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ φαγητό. Τότε λέει ἡ ἀδελφή του Μαρία: Ἡμεῖς τώρα τι θὰ φάγωμεν; Τῆς ἀπεκρίθη: Ἔχει ὁ Θεός· καὶ σὺν τῷ λόγῳ εἰσῇλθεν ὑπηρέτης τις πλουσίας οἰκογενείας κομίζων ἄρτον καὶ φαγητό, διὰ τὸν Ἅγιον!!! Δὲν σοῦ εἶπα Μαρία ὅτι ἔχει ὁ Θεός; Εἶπε ὁ παπᾶ-Παναγῆς.
(Λθ-Μ. Ἀπομνημονεύματα Ἰωακεὶμ Σπετσιέρη)
 (π. Κωνσταντίνου Γκέλη: Ὁ Ἅγιος Παναγῆς Μπασιᾶς, Ἀθήνα, 2002)