ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Παρηγοριά στους πενθούντες


- Πόση δύναμη χρειάζονται, Γέροντα, οι άνθρωποι, για να αντιμετωπίσουν τον αιφνίδιο
θάνατο!
- Άμα έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, βρίσκουν την δύναμη να
αντιμετωπίσουν τον θάνατο, γιατί τον αντιμετωπίζουν πνευματικά. Με τα μηχανάκια πόσα
παιδιά καταστρέφονται! Πόσα παλληκάρια σκοτώνονται με τις μοτοσυκλέτες! Σηκώνουν την
μοτοσυκλέτα πίσω στην μία ρόδα, οπότε εύκολα τουμπάρουν και σπάζουν το κεφάλι τους. Το
θεωρούν κατόρθωμα ποιος θα σηκώση την μοτοσυκλέτα περισσότερο! «Κρατούσα, λέει, σούζα
την μοτοσυκλέτα στην πίσω ρόδα και τουμπάρισα». Ο διάβολος, βλέπεις, τι τους βάζει να
κάνουν, για να χτυπήσουν στο κεφάλι; Γιατί αλλιώς, ακόμη κι αν είχαν κάποιο ατύχημα, μπορεί
να χτυπούσαν αλλού και να μην σακατεύονταν. Για να επιτρέψη όμως ο Θεός την κακία του
διαβόλου ή την απροσεξία του άλλου, σημαίνει ότι θα βγη κάτι καλό.
-Τότε, Γέροντα, γιατί η Εκκλησία μας εύχεται «υπέρ του διαφυλαχθήναι» από αιφνίδιο
θάνατο;
- Εκείνο είναι άλλο. Ζητά από τον Θεό να μη μας βρη ο θάνατος ανέτοιμους.
- Γέροντα, μια μητέρα είναι απαρηγόρητη, γιατί το παιδί της πηγαίνοντας στην δουλειά
σκοτώθηκε σε τροχαίο.
- Πες της: «Από κακότητα χτύπησε ο οδηγός το παιδί σου; Όχι. Εσύ, για να σκοτωθή το
έστειλες στην δουλειά; Όχι. Να πης λοιπόν ‘’δόξα Σοι ο Θεός’’, γιατί μπορεί να γινόταν ένα
αλητάκι και ο Θεός το πήρε στην κατάλληλη ώρα. Τώρα είναι ασφαλισμένο στον Ουρανό. Τι
κλαις; Ξέρεις ότι βασανίζεις το παιδί με το κλάμα; Θέλεις να βασανίζεται το παιδί σου ή να
χαίρεται; Φρόντισε να βοηθήσης τα άλλα παιδιά που έχεις και είναι μακριά από τον Θεό. Γι’
αυτά να κλαις». Να, και χθες ήρθε μια μητέρα με κλάματα και μου είπε: «Μου πήρε ο Θεός το
μονάκριβο παιδί μου», και τα έβαζε με τον Θεό. «Αν το καλοσκεφθής, της είπα, σε τίμησε ο
Θεός. Το πήρε κοντά Του αγγελούδι, βαπτισμένο όπως ήταν. Αυτό είναι αγγελούδι και εσύ τα
βάζεις με τον Θεό; Αυτό θα βρης μεθαύριο να πρεσβεύη στον Θεό». Μετά που μου μίλησε για
την ζωή της, είπε πως μπορούσε να έχη πολλά παιδιά, αλλά, όταν ήταν νέα, δεν ήθελε να έχη
παιδιά.
Πόσες μητέρες προσεύχονται και ζητούν να είναι τα παιδιά τους κοντά στον Θεό! «Δεν
ξέρω, λένε, τι θα κάνης, Θεέ μου, θέλω να σωθή το παιδί μου· να είναι κοντά Σου». Αν τυχόν
όμως ο Θεός δη ότι το παιδί θα παραστρατήση, ότι πηγαίνει στην καταστροφή και δεν υπάρχει
άλλος τρόπος να σωθή, το παίρνει με αυτόν τον τρόπο. Επιτρέπει λ.χ. έναν μεθυσμένο να το
χτυπήση με το αυτοκίνητο και να το σκοτώση, και έτσι το παίρνει κοντά Του. Αν υπήρχε
περίπτωση να γίνη καλύτερο, θα έφερνε ένα εμπόδιο να αποφύγη το ατύχημα. Μετά ξεμεθάει
και αυτός που χτύπησε το παιδί, έρχεται σε συναίσθηση και σε όλη του την ζωή τον πειράζει η
συνείδησή του. «Εγκλημάτησα», λέει. Και παρακαλεί συνέχεια τον Θεό να τον συγχωρήση.
Σώζεται και αυτός. Η μάνα πάλι με τον πόνο της συμμαζεύεται, σκέφτεται τον θάνατο και
ετοιμάζεται για την άλλη ζωή, οπότε σώζεται και αυτή. Βλέπετε πως οικονομάει ο Θεός από την
προσευχή της μάνας να σώζωνται ψυχές; Αν όμως οι μητέρες δεν το καταλαβαίνουν αυτό, τα
βάζουν με τον Θεό! Τι τραβάει και ο Θεός με εμάς!
Όταν κανείς παύη να αντιμετωπίζη τα πράγματα κοσμικά, βρίσκει ανάπαυση. Γιατί, πως
είναι δυνατόν ο άνθρωπος να παρηγορηθή αληθινά, αν δεν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή
ζωή, την μετά θάνατον, την αιώνια; Τον καιρό που ήμουν στο Μοναστήρι του Στομίου, ζούσε
στην Κόνιτσα μια χήρα γυναίκα, που πήγαινε συνέχεια στο Κοιμητήρι και έσκουζε ώρες ολόκληρες. Τους αναστάτωνε όλους με τις φωνές της. Χτυπιόταν, χτυπούσε το κεφάλι
της στην πλάκα του τάφου! Όλο τον πόνο της τον έβγαζε εκεί. Πήγαιναν, την έπαιρναν από εκεί
και αυτή ξαναγύριζε. Αυτό γινόταν για χρόνια. Ο άνδρας της είχε σκοτωθή από τους Γερμανούς
και η κόρη της, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα, μόλις έγινε δεκαεννιά χρονών, πέθανε
από καρδιά και είχε μείνει μόνη της η φουκαριάρα. Αν το δη κανείς αυτό εξωτερικά, θα πη:
«Γιατί να το επιτρέψη ο Θεός;». Και αυτή έτσι εξωτερικά το αντιμετώπιζε και δεν μπορούσε να
παρηγορηθή. Μια φορά που πήγα να δω τι συμβαίνει, μου έλεγε: «Γιατί ο Θεός το έκανε αυτό;
Ο άνδρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο. Είχα μια κόρη, μου την πήρε και αυτή…». Έλεγε-έλεγε,
τα έβαζε με τον Θεό. Αφού την άφησα να ξεσπάση λίγο, της είπα: «Να σου πω κι εγώ κάτι. Τον
άνδρα σου τον ήξερα· ήταν πολύ καλός. Σκοτώθηκε στον πόλεμο για την Πατρίδα, πάνω στο
ιερό καθήκον. Ο Θεός δεν θα τον αφήση. Μετά σου άφησε την κόρη σου για λίγα χρόνια κοντά
σου, οπότε είχες μια παρηγοριά. Έπειτα όμως, επειδή ίσως θα ξέφευγε η κοπέλα, την πήρε ο
Θεός σ’ αυτήν την καλή κατάσταση που βρισκόταν, για να την σώση». Αυτή, ενώ ο άνδρας της
ήταν πολύ ήσυχος, ήταν λίγο κοσμική. Δεν της είπα φυσικά ότι «εσύ ήσουν κοσμική», αλλά την
ρώτησα: «Τώρα, εσύ, τι σκέφτεσαι; Αγαπάς τον κόσμο;». «Δεν θέλω να δω τίποτε και κανέναν»,
μου λέει. «Βλέπεις, της λέω, τώρα και για σένα ο κόσμος πέθανε. Ο πόνος σε βοηθάει και δεν σε
ενδιαφέρει τίποτε το κοσμικό. Έτσι μεθαύριο θα είστε όλοι μαζί στον Παράδεισο. Τέτοια τιμή ο
Θεός σε ποιον την έχει κάνει; Το καταλαβαίνεις;». Μετά από αυτήν την συζήτηση σταμάτησε να
πηγαίνη στο Κοιμητήρι. Μόλις βοηθήθηκε να συλλάβη το βαθύτερο νόημα της ζωής, ησύχασε.
- Γέροντα, άκουσα ότι, όταν κάποιος δολοφονήται, εξιλεώνεται, γιατί παίρνει τις
αμαρτίες του ο δολοφόνος.
- Έχει ελαφρυντικά κατά κάποιον τρόπο. Μπορεί να πη στον Θεό: «Εγώ θα μετανοούσα,
αλλά αυτός με σκότωσε». Έτσι θα πέση το βάρος στον δολοφόνο. Μερικοί που δεν τους κόβει
λένε: «Αν υπήρχε Θεός, δεν θα άφηνε να γίνωνται συνέχεια εγκλήματα· θα τιμωρούσε τους
εγκληματίες». Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Θεός αφήνει τους εγκληματίες να ζήσουν, για να είναι
αναπολόγητοι την ημέρα της Κρίσεως, που δεν μετανόησαν, παρόλο που τους έδωσε χρόνια, για
να μετανοήσουν, ενώ εκείνους που σκοτώνονται θα τους τακτοποιήση.
*Αναρτήθηκε στις ''ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ'', - Γέρων Παΐσιος, Κείμενα, Ο θάνατος. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 14 Νοεμβρίου
και
την δεύτερη Κυριακή
της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
02.jpg
Ορθοδοξίας ο φωστήρ,
Εκκλησίας το στήριγμα και διδάσκαλε,
των μοναστών η καλλονή,
ων θεολόγων υπέρμαχος απροσμάχητος,
Γρηγόριε θαυματουργέ,
Θεσσαλονίκης το καύχημα,
κήρυξ της χάριτος,
ικέτευε δια παντός, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296. Οι γονείς του κατάγονταν από την Ανατολή και ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, ήταν φίλος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β', δάσκαλος του μετέπειτα αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ' και μέλος της Συγκλήτου� λίγο πριν πεθάνει έγινε μοναχός. Αργότερα και η μητέρα του Καλλονή έγινε και αυτή μοναχή. Ο Γρηγόριος ήταν το μεγαλύτερο παιδί τους. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, φιλοσοφία, ρητορική, φυσική και λογική. Σε ηλικία 20 χρονών αναχώρησε για το Άγιο Όρος με τα αδέλφια του Μακάριο και Θεοδόσιο. Το φθινόπωρο του 1316 παρέμειναν για να ξεχειμωνιάσουν στο Παπίκιο όρος. Εκεί τους πλησίασαν Μασσαλιανοί μοναχοί (Βογόμιλοι) με σκοπό να τους προσηλυτίσουν αλλά κατόρθωσε να μεταστρέψει πολλούς από αυτούς προς την Ορθοδοξία. Κάποιοι από αυτούς τους αιρετικούς προσπάθησαν να τον δηλητηριάσουν.
Την άνοιξη του 1317 έφθασαν στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στην Λαύρα του Βατοπεδίου κοντά στον έμπειρο μοναχό Νικόδημο από τον οποίο εκάρη μοναχός. Μετά 3 χρόνια αφού πέθανε ο γέροντας του έφυγε για την Λαύρα του Αθανασίου. Υπηρέτησε εκεί 3 χρόνια. Έφυγε από εκεί και πήγε στις ανατολικές πλαγιές του Άθωνα, στην Προβάτα. Οι πειρατές ήταν μεγάλο πρόβλημα για τους ασκητές και αφού έμεινε εκεί 2 χρόνια αναχώρησε με άλλους 12 για τη Θεσσαλονίκη.
Το 1326 εγκαταστάθηκαν κοντά στην Βέροια, αφού χειροτονήθηκε ιερέας. Αυτή την εποχή πέθανε η μητέρα του στην Κωνσταντινούπολη και πήγε για να συμπαρασταθεί στις αδελφές του. Τελικά τις πήρε μαζί του και τις εγκατέστησε σε ησυχαστήριο μέσα στην πόλη της Βέροιας. Το 1331 δυσκόλεψε η κατάσταση και στην Βέροια εξαιτίας της εισβολής του Στέφανου Ντουσάν και ο άγιος Γρηγόριος έφυγε για το Άγιο Όρος. Πήγε στην Μεγίστη Λαύρα και εγκαταστάθηκε σε κελί, στο "φροντιστήριο του θείου Σάββα". Μετά από όραμα άρχισε να γράφει δογματικά έργα ενώ μέχρι τότε έγραφε ασκητικά. (Είδε ότι κρατούσε στα χέρια του σκεύος γεμάτο γάλα το οποίο ξαφνικά φούσκωσε και άρχισε να ξεχειλίζει ενώ ταυτόχρονα μεταβαλλόταν σε εύγευστο ευωδιαστό κρασί. Εμφανίστηκε τότε κάποιος επιφανής άνδρας και τον επιτίμησε λέγοντας του: "Γιατί δεν μεταδίδεις και σε άλλους το θεϊκό αυτό ποτό το οποίο αναβλήζει με θαυμαστό τρόπο αλλά το αφήνεις να χάνεται άδικα;" Κατάλαβε ότι έπρεπε να αρχίσει να γράφει δογματικά). Με ψήφο του πρώτου του Αγίου Όρους τοποθετείται ηγούμενος της μονής Εσφιγμένου μάλλον το 1333. Το 1334 επέστρεψε στο ερημητήριο του στη Λαύρα.
Το 1330 ήρθε από την Καλαβρία (Νότιο Ιταλία) ο ελληνόφωνος φιλόσοφος μοναχός Βαρλαάμ. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός του έδωσε καθηγητική έδρα στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Έκανε μεγάλη εντύπωση αλλά φερόταν με μεγάλη υπεροψία προς τους συναδέλφους του. Σε λίγο καιρό έκανε πολλούς εχθρούς μεταξύ των οποίων και τον Νικηφόρο Γρηγορά και επειδή στην Κωνσταντινούπολη το κλίμα έγινε βαρύ γιαυτόν ο Βαρλαάμ εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη.
Ο Βαρλαάμ, που ήταν πλατωνικός, ονόμαζε τους Ησυχαστές ομφαλοψύχους επειδή αρνιόταν την δυνατότητα συμμετοχής του σώματος στην πνευματική ζωή. Το 1337 κάλεσαν στην Θεσσαλονίκη τον άγιο Γρηγόριο και παρέμεινε εκεί γράφων και ομιλών για διάστημα μεγαλύτερο των 3 ετών. Από το 1338 μέχρι το 1341 ο άγιος Γρηγόριος απαντά στις κατηγορίες του Βαρλαάμ εναντίων των Ησυχαστών με τους λόγους του Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων.(Ο Βαρλαάμ αποκαλούσε τους Ησυχαστές Μασσαλιανούς [δηλαδή Ευχίτες ή Βογομίλους. {Αραβικά, μασ + Αλλάχ=φύλαττε Θεέ, ελέησον Θεέ, δηλαδή "Κύριε ελέησον", εξού και η ευχή που λέγεται στην Βόρειο Ελλάδα τουλάχιστον, απομεινάρι της Τουρκοκρατίας, προς τα όμορφα μικρά παιδιά: "Μασαλά", εβραϊκά μιχ εξου και το όνομα Μιχαήλ=μιχ+ηλ=ο Θεός προστατεύει}. {Σλαβικά, Μπογκ + πομίλουϊ = Θεέ ελέησον, δηλαδή "Κύριε ελέησον"}. Ελληνικά Ευχίτες. Επειδή απολυτοποιούσαν την χρήση της "Ευχής" και υποβάθμιζαν την θέση των Μυστηρίων). Οι αγιορείτες επικύρωσαν τις απόψεις του και υπέγραψαν τον Αγιορειτικό Τόμο. Το 1341 έγινε Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη η οποία εξέτασε τις κατηγορίες του Βαρλαάμ κατά των Ησυχαστών. Η Σύνοδος συνεδρίασε στις 10 Ιουνίου 1341. Πρόεδρος ήταν ο Ανδρόνικος Γ'. Συμμετείχαν ο Πατριάρχης, επίσκοποι, αρχιμανδρίτες, ηγούμενοι, ο μεγάλος δομέστικος Ιωάννης Καντακουζηνός, συγκλητικοί και λαός της πόλεως. Η Σύνοδος έληξε αυθημερόν και ο Πατριάρχης γνωστοποίησε με εγκύκλιο του τις αποφάσεις της, σύμφωνα με τις οποίες καταδικάζονταν οι ισχυρισμοί του Βαρλαάμ κατά των Ησυχαστών.
Ο Βαρλαάμ έφυγε για την Ιταλία από όπου είχε έρθει πριν 15 χρόνια. Δίδαξε στον Πετράρχη ελληνικά και τοποθετήθηκε από τον Πάπα στην επισκοπή Ιέρακος αυτός ο άλλοτε πολέμιος των παπικών αξιώσεων.
Την σκυτάλη του αντιησυχασμού πήρε ο Γρηγόριος Ακίνδυνος ο οποίος συμφωνούσε με τον άγιο Γρηγόριο στο θέμα της ησυχαστικής προσευχής αλλά διαφωνούσε στο θέμα της διάκρισης ουσίας και ενέργειας στο Θεό. Παρά την αντίθεση του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα τον Αύγουστο του 1341 Σύνοδος δικαίωσε πάλι τους Ησυχαστές. Έτσι αυξήθηκε πολύ το κύρος του άγιου Γρηγορίου και του πρότειναν την επισκοπή Μονεμβασιάς που όμως αρνήθηκε.
Ο Ανδρόνικος Γ' πέθανε και στο κράτος ξέσπασε διαμάχη μεταξύ του Αλέξιου Απόκαυκου και του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα από την μια και του Ιωάννη Καντακουζηνού από την άλλη μεριά. Υπέρ του Καντακουζηνού ήσαν οι περισσότεροι ηγετικοί παράγοντες της αυτοκρατορίας, οι "πνευματικοί" ηγέτες της εποχής Νικηφόρος Γρηγοράς, Δημήτριος Κυδώνης, Νικόλαος Καβάσιλας, η εκκλησιαστική ηγεσία εκτός από την ομάδα του Καλέκα και οι Ησυχαστές που είχαν την πεποίθηση ότι ο Καντακουζηνός θα υπερασπιζόταν την Ορθοδοξία καλύτερα. Με τους αντίπαλους ήταν οι περιφεριακοί μεγαλοκτηματίες. Μετά την οργανωμένη λεηλασία των περιουσιών των οπαδών του Καντακουζηνού στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεσσαλονίκη πήραν με το μέρος τους και το μεγαλύτερο μέρος του λαού.
Ο άγιος Γρηγόριος έχασε την εύνοια του Πατριάρχη Καλέκα και της αυτοκράτειρας Άννας. Τον Απρίλιο του 1343 συνελήφθη και κλείστηκε στην φυλακή των ανακτόρων για σχεδόν 4 χρόνια με άλλους πολιτικούς κρατούμενους. Αυτή ήταν η πολυγραφότερη περίοδος της ζωής του. Ο Καντακουζηνός μπήκε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Φεβρουαρίου 1447. Ο άγιος Γρηγόριος εργάστηκε για την συμφιλίωση των δύο παρατάξεων.
Το 1347 ο άγιος Γρηγόριος εκλέγεται μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και ο φίλος και μαθητής του Ισίδωρος, Πατριάρχης. Δεν έγινε δεκτός στην Θεσσαλονίκη επειδή υποστήριζε τον Καντακουζηνό και αναγκάστηκε να αποσυρθεί στο Άγιο Όρος. Εκεί ο Στέφανος Ντουσάν του ζήτησε να τον χρίσει αυτοκράτορα ώστε να καταλάβει την Θεσσαλονίκη και να την κάνει πρωτεύουσα του. Ο άγιος δεν δέχτηκε.
Στην Θεσσαλονίκη μπόρεσε να πάει το 1350 μετά παρέμβαση του Καντακουζηνού. Συμφιλίωσε τις πολιτικές μερίδες της πόλης, εξύψωσε το φρόνημα του κλήρου και αναζωογόνησε την λειτουργική ζωή. Έμεινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης μέχρι τον θάνατο του το 1359.
Ο Γρηγόριος Ακίνδυνος πέθανε και την ηγεσία της αντιησυχαστικής μερίδας ανέλαβε ο Νικηφόρος Γρηγοράς. Στις 28 Μαΐου 1351 συνεκλήθη νέα Σύνοδος. Ολοκλήρωσε τις εργασίες της τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου και δικαίωσε τον άγιο Γρηγόριο. Συνετάχθη τόμος ο οποίος συμπεριελήφθη στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας και έγινε δεκτό από ολόκληρη την Εκκλησία.
Ο Ιωάννης Παλαιολόγος, γιος της Άννας, συνεννοήθηκε με τον Στέφανο Ντουσάν και δεν επέτρεψε στον άγιο Γρηγόριο να επιστρέψει στην Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς όμως η μητέρα του τον έπεισε να ακυρώσει την συμφωνία και προσκάλεσαν τον οι δυο τους, μητέρα και γιος, τον άγιο Γρηγόριο στην Θεσσαλονίκη. Ο Παλαιολόγος τον παρακάλεσε να πάει στην Κωνσταντινούπολη για πετύχει νέα συμφιλίωση με τον Καντακουζηνό. Καθυστέρησε όμως να φτάσει, ένα χρόνο, επειδή στην Καλλίπολη πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους τον Μάρτιο του 1354. Συζήτησε τότε και με μουσουλμάνους θεολόγους τους Χιόνας. Ο μουλάς Τασιμάνης προέβλεψε ότι κάποτε θα έρθει καιρός που οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί θα συμφωνήσουν και ο άγιος ευχήθηκε ο καιρός εκείνος να έρθει το συντομότερο δυνατόν. Μετά ένα χρόνο ο Ορχάν τον άφησε ελεύθερο αφού πήρε πολλά λύτρα ή από τον Στέφανο Ντουσάν ο οποίος ακόμα ήλπιζε, ή από τον Καντακουζηνό.
Μόλις ελευθερώθηκε πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Καντακουζηνός πλέον είχε παραιτηθεί και είχε καρεί μοναχός. Πατριάρχης ήταν πλέον ο φίλος και βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος. Οργανώθηκε δημόσια συζήτηση με τον αντιησυχαστή Γρηγορά ενώπιον του αυτοκράτορα και υπερίσχυσε ο άγιος Γρηγόριος.
Το φθινόπωρο του 1355 επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια χωρίς προβλήματα πλέον μέχρι την κοίμησή του. Δυο μαθητές του, οι Μάρκος και Δωρόθεος Βλατής ίδρυσαν κοντά στην ακρόπολη της πόλης την μονή Βλατάδων. Μετά βαρειά ασθένεια εκοιμήθη στις 14 Νοεμβρίου του 1359. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Νοεμβρίου και την δεύτερη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας.
.
.

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Ο ΡΕΝΤΙΝΗΣ κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ

 

† Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Ρεντίνης κ. Σεραφείμ


Γεννήθηκε στις 2/12/1945 στην Καρδίτσα, όπου και διέμεινε μέχρι το πέρας των Γυμνασιακών του σπουδών.
Τυγχάνει πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του ιδίου Πανεπιστημιακού Ιδρύματος.
Υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του ως Έφεδρος Αξιωματικός Πεζικού.
Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός (Θεολόγος Καθηγητής) σε Γυμνάσια και Λύκεια της πόλεως και περιοχής του Νομού Καρδίτσης και της Γερμανίας (Νυρεμβέργη, Αυγούστα και Μόναχο).
Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων.
Χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ και υπηρέτησε ως Ιεροκήρυξ και Πνευματικός της αυτής Μητροπόλεως.
Διατελεί από επταετίας μέχρι και σήμερα ως Συνοδικός Γραμματέας στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και ειδικά: α) της Συνοδικής Επιτροπής Θείας Λατρείας – Ποιμαντικού Έργου και β) της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Λειτουργικής Αναγεννήσεως.
Έλαβε μέρος σε πολλά Θεολογικά Συνέδρια ως προσκεκλημένος Σύνεδρος και ως Εισηγητής.
Κατά τη θητεία του στη Γερμανία μιλούσε στο Ραδιοφωνικό Σταθμό του Μονάχου, κάθε Σάββατο, αναλύοντας το κήρυγμα της Κυριακής.
Από τετραετίας επιμελείται στο Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος την εβδομαδιαία εκπομπή «Προσεγγίζοντας την ορθόδοξη πνευματικότητα».
Είναι υπεύθυνος Γραμματέας των διοργανωμένων, κάθε χρόνο, από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος Θεολογικών Συμποσίων και επιμελητής των τόμων των Πρακτικών των εν λόγω Συμποσίων.
Προσκαλείται από πολλούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος και ομιλεί πάνω σε επίκαιρα θεολογικά θέματα.
Πρόσφατα, ανέλαβε και καθήκοντα Πρωτοσυγκέλλου στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων.

ΧΕΙΡΟΤΟΝΗΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΤΟΥ
ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΕΝΤΙΝΗΣ
κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα, σεπτέ Προκαθήμενε της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ. Κύριλλε,
Σεπτή χορεία των αγιωτάτων Αρχιερέων,
Ευλαβέστατοι συμπρεσβύτεροι,
Εξοχώτατοι Άρχοντες,
Λαέ του Κυρίου ηγαπημένε,

Τη στιγμή αυτή, που ολόκληρη η ύπαρξή μου ευρίσκεται σε κατάσταση πνευματικής εγρηγόρσεως και κατανύξεως και «απόρω γλώσση και χείλεσιν», προσπαθώντας να εννοήσω τα τελούμενα μυστήρια και τη χαρισματική παρέμβαση του Τριαδικού Θεού στην ψυχή μου και στην ζωή μου για την τελεσιουργούμενη εις Επίσκοπον χειροτονία μου, δόξαν αναπέμπω προς την αγαθότητά Του και εν σιγή προσεγγίζω το μυστήριον. «Ευλογητός ο Θεός, ος ουκ απέστησε την προσευχή μου και το έλεος αυτού απ' εμού»[1].
Με φόβο ιερό, με πίστη ακράδαντη και με αγάπη εμπνεομένη από τη θεϊκή «της Τριάδος ύπαρξιν και φανέρωσιν», προσέρχομαι προ των βαθμίδων του αγίου θυσιαστηρίου «υπεσελθείν τον Ευαγγελικόν ζυγόν και την αρχιερατικήν αξίαν».
* * *
1. Ενωτίζομαι αυτή τη στιγμή τα λόγια του εν αγίοις πατρός ημών Ιωάννου, του χρυσορρήμονος Πατριάρχου της βασιλίδος των πόλεων, της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος απευθυνόμενος προς τους επισκόπους, γράφει τα εξής: «Συ δε ο την Επισκοπήν λαχών, όσω προς μείζονα όγκον αναβέβηκας, τόσω πλείονα απαιτηθήση λόγον, ουχί διδασκαλίας μόνον, αλλά και πενήτων προστασίας και χειροτονιών δοκιμασίας και μυρίων άλλων».
Στοχάζομαι επίσης τους λόγους του μεγάλου της θεολογίας πατρός, αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Λύχνου γαρ και οφθαλμού της Εκκλησίας όντος του Επισκόπου, ανάγκη πάσα, ώσπερ εκείνου, καθαρώς μεν έχοντος, ορθώς άγεσθαι και το σώμα. Μη καθαρού δε τυγχάνοντος, ουκ ορθώς. Ούτω δη και τω προστάτη της Εκκλησίας, οποτέρως αν έχη, ήτοι συνδιακινδυνεύει η διασώζεται το υπήκοον».
Τούτους τους λόγους έχοντες υπ' όψιν των οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας πλημμύριζαν με τρόμον αληθινό, όταν αναλάμβαναν το μέγα της Επισκοπικής Διακονίας υπούργημα, κατέφευγαν δε με τελωνική ταπείνωση και παιδική αφοσίωση στο έλεος του Θεού, για να πάρουν δύναμη και θάρρος, ακούγοντας τη γλυκιά φωνή Κυρίου Σαβαώθ να τους λέγει: «Μη φοβηθής, μηδέ δειλιάσης, μηδέ πτοηθής, ότι εγώ Κύριος ο Θεός σου, ου μη σε εγκαταλείψω, ουδέ μη σε ανώ»[1].
* * *
2. Έχω, λοιπόν, συνείδηση του μεγάλου και φοβερού τούτου μυστηρίου και συγχρόνως έχω επίγνωση της προσωπικής μου αναξιότητος, αλλά προσέρχομαι και αναλαμβάνω την Διακονίαν αυτή, γιατί πείρα έλαβα της αγάπης και της συγγνώμης του Κυρίου και της άμεσης βοηθείας και αντιλήψεώς Του, τόσο στις δύσκολες στιγμές, όσο και στις εναγώνιες προσδοκίες της ζωής μου.

Υπακούω στη φωνή του Κυρίου μου, ως άλλοτε ο Προφήτης Ησαΐας, και στην απόφαση των θεσμικών Οργάνων της αγίας μας Εκκλησίας και αποκρίνομαι συναινώντας στο θεϊκό κάλεσμα: «Ιδού εγώ ειμι, Κύριε απόστειλόν με».
Στη φιλόστοργη χείρα του Θεού εγκαταλείπω για μία ακόμη φορά, με εμπιστοσύνη και ευγνωμοσύνη την ύπαρξή μου, ώστε Αυτή να με καθοδηγεί «πάσας τας ημέρας της ζωής μου», «εις τόπον χλόης και εις ύδατα αναπαύσεως».
Τον δοξάζω, όπως πάντα, και Τον ευγνωμονώ για τα μεγαλεία και τα θαυμάσιά Του, αναφωνώντας δια βίου το: «Μνησθήσομαι του ονόματός Σου εν πάση γενεά και γενεά»[1].
Επικαλούμενος την ώρα αυτή τους Αγίους της Εκκλησίας μας, πρωτίστως τον εν αγίοις ένδοξον νέον Ιερομάρτυρα Σεραφείμ, Αρχιεπίσκοπον Φαναρίου και Νεοχωρίου, εξαιρέτως δε την υπέρμαχον στρατηγόν και μητέρα του γένους των χριστιανών, Υπεραγίαν Θεοτόκον, δέομαι εκ βάθους καρδίας να μεσιτεύουν εσαεί για την ελαχιστότητά μου, ώστε η δύναμις του Θεού να «τελειούται εν ταις ασθενείαις» μου, καθώς ο Απόστολος Παύλος στη δευτέρα προς Κορινθίους επιστολή του βεβαιώνει και θεολογικώτατα διαπιστώνει[1].

* * *
3. Και νυν, επιθυμώ, όπως κατά χρέος και κατ’ αξίαν ευχαριστήσω Υμάς, Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα, για την πολλή αγάπη και το πατρικό ενδιαφέρον που επιδείξατε προς την ελαχιστότητά μου.
(β) Προς τον Σεβασμιώτατο Γέροντα Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ. Κύριλλο εκφράζω τα εκ βαθέων σεβάσματά μου για την εκδήλωση της εμπιστοσύνης προς το ταπεινό πρόσωπό μου, ώστε να εκλεγώ Επίσκοπος της Ελλαδικής Εκκλησίας, και δη της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης επισκοπής Ρεντίνης. Θα Σας είμαι δια βίου ευγνώμων, Σεβασμιώτατε, για όσα αγαθά και θεάρεστα μου προσφέρατε· βοηθός Σας ειλικρινής και έμπονος συμπαραστάτης στην ποιμαντική διακονία της πολυπληθούς Ιεράς Σας Μητροπόλεως, στην οποίαν ο Κύριος Σας ανέδειξε φρουρόν ακοίμητον και λίαν αγαπητόν συμπαραστάτην του φιλοτίμου λαού της αγαπημένης μας Θεσσαλικής πατρίδος.
(γ) Ακολούθως εκ βαθέων ευχαριστώ τους Σεβασμιωτάτους Αρχιερείς, οι οποίοι μου συμπαραστάθηκαν ποικιλότροπα και με εμπιστεύθηκαν με την τιμία τους ψήφο, ιδιαίτερα δε σήμερα ευχαριστώ τους συλλειτουργούντας και τους συμπροσευχομένους Αγίους Αρχιερείς στο μυστήριο της χειροτονίας μου.
(δ) Εξαιρέτως δε τον παριστάμενο Γέροντα, Σεβασμ. Μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ, για την πνευματική του καθοδήγηση και την πολλή πατρική εν Κυρίω αγάπη του.
(ε) Στρέφω τώρα τη σκέψη μου προς την Πόλιν των ονείρων μας, την Βασιλεύουσα, και την εκεί εσταυρωμένη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και εκζητώ τας ευχάς και τας προσευχάς των κυκλούντων φρυκτωρών του Οικουμενικού Θρόνου, ιδιαιτέρως δε του Παναγιωτάτου Αρχιεπισκόπου και Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.
(ς) Ευχαριστώ με συγκίνηση τους πνευματικούς μου γεννήτορας, τον καθηγούμενο και τους αδελφούς της Ιεράς Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, μονής της μετανοίας μου, τον ιερό Κλήρο και τον φιλόχριστο Λαό της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, ως και της Ιεράς Μητροπόλεως Σταγών και Μετεώρων για την αγαστή μέχρι τώρα συνεργασία και την αμέριστη συμπαράστασή τους καθ’ όλο το διάστημα της ιερατικής μου διακονίας στους ευλογημένους αυτούς θεσσαλικούς τόπους.
(ζ) Ευχαριστώ όλους τους συμπροσευχομένους πρεσβυτέρους και διακόνους κατά την παρούσαν ιεράν μυσταγωγίαν, καθώς και τους ευγενείς άρχοντας της επαρχίας ταύτης για την παρουσία τους, δείγμα της αγάπης τους προς εμέ.
(η) Ευχαριστώ όλους τους κατά σάρκα και κατά πνεύμα αδελφούς μου, τους Σεβασμιωτάτους προέδρους και τους Ακαδημαϊκούς διδασκάλους, κληρικούς και λαϊκούς, των Συνοδικών Επιτροπών Θείας Λατρείας και Ποιμαντικού έργου και Λειτουργικής Αναγεννήσεως, τους διατελέσαντας Αρχιγραμματείς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και τον νυν Αρχιγραμματέα, πανοσοσιολογιώτατον Αρχιμανδρίτη κ. Κύριλλο Μισιακούλη, για τα ειλικρινή αισθήματά τους και την πηγαία φροντίδα τους προς το πρόσωπό μου.
(θ) Μιμνήσκομαι του ονόματος του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου για την εμπιστοσύνη που έδειξε προς εμέ, ώστε να αναθέση την γραμματειακή ευθύνη των προαναφερθεισών Συνοδικών Επιτροπών. Κύριος ο Θεός να αναπαύη την ψυχή του.
(ι) Τελειώνοντας, επιτρέψτε μου αυτή την ιερά στιγμή να μνημονεύσω τους αειμνήστους γονείς μου, τον Γεώργιον και την Αικατερίναν, διότι μου χάρισαν όχι μόνο το ζην, αλλά και το ευ ζην από την πρώτη μου παιδική ηλικία. Ας είναι αιωνία η μνήμη τους.
* * *
Μακαριώτατε, ήλθεν η ώρα και πάλιν κατά την οποίαν «Πεντηκοστήν εορτάζομεν». Υιϊκώς Σας παρακαλώ, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «συναγωνίζεσθαί μοι εν ταις προσευχαίς, ίνα επισκηνώση επ' εμέ το έλεος του Θεού» και ίνα η χάρις του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος αναδείξη με γνήσιον ποιμένα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ώστε «οψέποτε» να κατορθώσω τόσο εγώ, όσο και τα παρ  ἐμοῦ ποιμανθέντα λογικά πρόβατα να ακούσουμε ο καθένας μας την θεσπέσια εκείνη φωνή κατά την ώρα της κρίσεως: «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ (...) Είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Γένοιτο. –
† Ο Ρ. Σ.
Εν τω Ιερώ Ναώ Αγίων Κωνσταντίνου
και Ελένης Καρδίτσης,
Σάββατον 24 Οκτωβρίου 2009
 


Ο ΣΕΠΤΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΡΧΗΣ ΜΑΣ κ.κ.ΚΥΡΙΛΛΟΣ ο Β΄.





 







Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΙΛΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 12 Νοεμβρίου
12.jpg
Γεννήθηκε στην κωμόπολη Άγιος Πέτρος Κυνουρίας της Πελοποννήσου από ευσεβείς γονείς περί το 1601. Τα πρώτα γράμματα έμαθε από τον θείο του, ιερομόναχο Μακάριο, μαζί με τον όποιο ήλθε και μόνασε στην πλησιόχωρη της πατρίδος του μονή Παναγίας της Μαλεβής. Εκεί χειροτονήθηκε και Ιερεύς. Ο πόθος όμως θειότερης και ασκητικότερης ζωής τον έφερε στο περιλάλητο Άγιον Όρος.
Κατοίκησε κοντά στο σπήλαιο του άγιου Πέτρου του Αθωνίτου και με κόπους πολλούς έκτισε κελλί με ναό προς τιμή της Υπαπαντής, τον όποιο κόσμησε με εικόνες, πού ο ίδιος αγιογράφησε, γιατί ήταν καλός αγιογράφος. Ο θείος Νείλος, «καταφλεγόμενος από τον πόθον της ησυχίας, εζήτει τόπον ερημικώτερον και εύρων σπήλαιον κατάκρημνον και από τα δύο μέρη, φοβερόν εις την θέαν διά το κρημνώδες, κατέβαλε μεγάλας προσπάθειας και κατήλθεν εις αυτό». Εκεί βίωσε μυστικά υπερουράνιες καταστάσεις.
Μετά την οσιακή κοίμηση του, στις 12 Νοεμβρίου 1651, «το άγιον αυτού σώμα ενεταφιάσθη πλησίον του σπηλαίου και ανέβλυσε μύρον ευώδες, το όποιον έτρεχεν εκ του σπηλαίου έως κάτω εις την θάλασσαν». Γνωρίζοντας αυτό οι πειρατές πήγαιναν κι αιχμαλώτιζαν τους προσκυνητές, με αποτέλεσμα να δημιουργείται θόρυβος στον ιερό τόπο της ησυχίας. Η παράδοση αναφέρει ότι ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης παρακάλεσε τον όσιο Νείλο να πάψει τη μυροβλυσία, προς ησυχία του τόπου και ο όσιος Νείλος υπάκουσε άμεσα στον όσιο Ακάκιο. Ο όσιος Νείλος αναφέρεται ότι παρουσιάσθηκε σε διαφόρους, για να τους παρηγορήσει και προείπει τα μέλλοντα. Υπάρχουν όμως και νόθες προφητείες, πού αποδίδονται στον όσιο Νείλο.
Το 1815 οι μοναχοί θέλησαν να κτίσουν ναό προς τιμή του οσίου παρά το σπήλαιο των αγωνισμάτων του. Τότε βρήκαν τα ευώδη του λείψανα και με χαρά και τιμή τα μετέφεραν στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας. Βίος και ακολουθία του εκδόθηκαν στο Άγιον Όρος το 1847, πού γνώρισαν πολλές εκδόσεις. Παρακλητικό Κανόνα στον όσιο συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Ναοί προς τιμή του οσίου υπάρχουν στον Πειραιά, την Τρίπολη και την ιερά μονή Παναγίας Μαλεβής.
Η μνήμη του τιμάται στις 12 Νοεμβρίου, ήμερα της αναπαύσεως του, και στις 7 Μαΐου, κατά την ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του.

Πηγή:
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Εκδόσεις Μυγδονία
Θεσσαλονίκη, 2007