ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΜΑΪΟΥ  2006 - 2011
ΤΙΜΑΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΩΝ  & ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΠΑΝΤΩΝ ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ.
ΗΤΑΝ 29 ΜΑΪΟΥ ΤΟΥ 2006 ΟΤΑΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΣ ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ.ΜΕΤΑ ΑΠΟ 5 ΜΗΝΕΣ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΝ  ΠΡΟΣΕΥΧΩΝ ΚΑΙ ΙΚΕΣΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΣ,ΜΑΣ ΛΥΠΗΘΗΚΕ ΠΟΥ ΕΙΧΑΜΕ ΜΕΙΝΟΙ ΟΡΦΑΝΟΙ ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ.
ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΗΡΘΑΝ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΙΣ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ ΥΠΟΔΕΧΤΗΚΑΜΕ ΜΕ ΘΥΜΙΑΤΑ ΚΑΙ ΛΑΜΠΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ.ΗΤΑΝ ΕΚΕΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΓΥΡΩ ΧΩΡΙΑ.ΨΑΛΑΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΗΦΟΡΗΣΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΟΠΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΣΕ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ 26η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ.
ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 5 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΜΑΪΟΥ ΤΟΥ 2011ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ Η ΛΕΙΤΑΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΕΤΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΕΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΠΙΔΗΜΟΥΝΤΕΣ ΕΝ ΤΗ ΚΩΜΗ ΤΑΥΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΥΛΑΒΟΙΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΣ.
ΤΙΜΟΥΜΕΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ ΥΜΝΟΥΜΕΝ ΔΟΞΑΖΟΥΜΕΝ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ
ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΑΘΟ ΚΥΡΙΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟ ΜΑΣ  ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΕΠΙΤΡΕΨΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΘΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΦΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ,ΜΙΜΗΣΗ ΑΓΙΟΥ
ΓΙΑ ΝΑ ΕΥΡΟΥΜΕΝ ΑΓΙΟΥΣ ΕΝ ΗΜΕΡΑ ΚΡΙΣΕΩΣ.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!!!!


























ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ
Ἦχος  πλ. α΄
Παναγία Παρθένε σεμνή Γερόντισσα,τήν Μονήν ταύτην σκέπε τοῦ Παντοκράτορος,καὶ τὰ τέκνα σου ἀεὶ παραμύθησον,ἀσπαζόμενα θερμῶς τὴν ἁγίαν σου μορφήν,καὶ κλήρου τοῦ ἐν τῷ ὄρει,Θαβὼρ μεταμορφωθέντος,ἀξίωσον ταῖς πρεσβείαις σου.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Η τέλεια απόδειξη οτι υπάρχει Θεός! ( Δίδαγμα)

Μια φορά πήγε κάποιος στο κουρείο για το καθιερωμένο κούρεμα και ξύρισμα.
Καθώς ο κουρέας άρχισε να δουλεύει, άρχισε μια καλή συζήτηση.
Μίλησαν για τόσα πολλά πράγματα και πάρα πολλά θέματα…
Όταν τελικά άγγιξαν το θέμα της θρησκείας και του Θεού, ο κουρέας αναφώνησε:
‘Δεν πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει.’
‘Γιατί το λες αυτό;’ ρώτησε ο πελάτης. Και ο κουρέας είπε: ‘Λοιπόν, απλά βγες έξω στο δρόμο για να καταλάβεις γιατί ο Θεός δεν υπάρχει. Πες μου γιατί αν ο Θεός υπάρχει, υπάρχουν τόσοι διεστραμμένοι;
Γιατί τόσα εγκαταλελειμμένα παιδιά;
Αν ο Θεός υπήρχε, δε θα υπήρχε ούτε δυστυχία ούτε πόνος.
Δε μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που αγαπάει και συμπονεί να επιτρέπει όλα αυτά που γίνονται.’
Ο πελάτης το σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη συζήτηση.Ο κουρέας τελικά τελείωσε τη δουλειά του και ο πελάτης έφυγε.
Όμως μόλις έφυγε από το κουρείο, είδε ένα άντρα στο δρόμο με μακρυά κατσαρά βρώμικα μαλλιά και γένια. Φαινόταν πολύ βρώμικος και απεριποίητος. Εκείνη τη στιγμή ο πελάτης γύρισε πίσω και ξαναμπήκε στο κουρείο.
Τότε είπε στον κουρέα:
‘Ξέρεις τι; Οι κουρείς δεν υπάρχουν!‘
‘Πως μπορείς να το λες αυτό;’ ρώτησε ο έκπληκτος κουρέας.
‘Είμαι εδώ και είμαι κουρέας! Μόλις σε κούρεψα, τι είναι αυτά που λες;’
‘Όχι!’ απάντησε ο πελάτης και εξήγησε: ‘Οι κουρείς δεν υπάρχουν γιατί αν υπήρχαν, δε θα υπήρχαν αχτένιστοι άνθρωποι και με μακρυά βρώμικα μαλλιά, όπως ο τύπος απ’ έξω.‘
‘Μα… οι κουρείς ΌΝΤΩΣ υπάρχουν! Αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν έρχονται σε μένα.’
‘Ακριβώς!’ απάντησε ο πελάτης. ‘Αυτό είναι το θέμα! Ο Θεός, επίσης ΥΠΑΡΧΕΙ! Και αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν σε Αυτόν και δεν αναζητούν σε Αυτόν βοήθεια. Γι’ αυτό υπάρχει τόσος πόνος και δυστυχία στον κόσμο.’

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Ο Άγιος Νεομάρτυς Παύλος ο Αγιαννανίτης

01.jpg
Μαρτύρησε στις 22 Μαΐου το έτος 1818
Καταγόταν από το χωριό Σωποτό ή Αροανία της επαρχίας Καλαβρύτων. Προερχόταν από γονείς πτωχούς μεν αλλά ενάρετους. Στο άγιο Βάπτισμα ονομάστηκε Παναγιώτης.
Μικρό παιδί ακόμα έφυγε από το χωριό του και πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε την τέχνη του σανδαλοποιού.
Μετά από παραμονή δεκατεσσάρων ετών στην Πάτρα, όπου ασκούσε την τέχνη του, έφυγε και ήλθε στα Καλάβρυτα. Εκεί νοίκιασε ένα εργαστήριο και εργαζόταν στην τέχνη που είχε μάθει.
Συνέβη όμως να κλειστεί φυλακή από τους ιδιοκτήτες, διότι αρνιόταν να δώσει την αύξηση που του ζητούσαν στο ενοίκιο, παρά την αρχική συμφωνία. Για να δείξει δε ότι δεν πρόκειται να δώσει παραπάνω, είπε τον φοβερό λόγο «Τούρκος να γίνω, αν δώσω παραπάνω». Ύστερα όμως πείστηκε και έδωσε το ενοίκιο που του ζητούσαν.
Μετά από αυτά τα γεγονότα έφυγε και πήγε στην Τρίπολη, όπου με δύο φίλους του γύριζαν τα χωριά κι έλεγε πως είναι Τούρκος, για να τρώνε και να πίνουν ελεύθερα. Συναισθανόμενος όμως ότι αυτό το οποίο έκανε ήταν πνευματική πτώση, πήγε και εξομολογήθηκε αλληλοδιαδόχως σε δύο πνευματικούς, πράγμα που δείχνει πως δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Οι πνευματικοί τον παρηγόρησαν, τον νουθέτησαν και τον ενθάρρυναν να μην απογοητεύεται αλλά να ελπίζει στο έλεος και την ευσπλαχνία του Κυρίου.
Μη μπορώντας εκείνος να ησυχάσει, έφυγε από την Τρίπολη και πήγε στο Άγιο Όρος, στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας. Εκεί βρήκε τον μοναχό Τιμόθεο, συμπατριώτη του από τους Ρωγούς Καλαβρύτων, ο οποίος τον κράτησε κοντά του, βοηθό του στο διακόνημα του μαγείρου.
Μετά από αρκετό καιρό έγινε μοναχός με το όνομα Παύλος. Ακολούθησε τον γέροντά του Τιμόθεο στην Ι. Μ. Αγίου Παντελεήμονος, Ρωσικό, όπου έμεινε τρία έτη με νηστεία, αγρυπνία και άπειρες μετάνοιες. Σιγά - σιγά άναψε στην καρδιά του ο πόθος του μαρτυρίου. Οι Πατέρες όμως της Μονής και ο Τιμόθεος προσπαθούσαν να τον εμποδίσουν. Για το λόγο αυτό έφυγε και πήγε στη σκήτη της Αγίας Άννης και υποτάχθηκε στον πνευματικό πατέρα Ιερομόναχο Ανανία, στον οποίο εξομολογήθηκε τον πόθο του για ομολογία και μαρτύριο. Ήταν τότε σε ηλικία 25 ετών.
Ο πνευματικός στην αρχή δεν συμφωνούσε, όμως αργότερα, βλέποντας τη σταθερότητά του, ύστερα από έντονη πνευματική δοκιμασία, αφού τον έκειρε μεγαλόσχημο μοναχό, τον άφησε να φύγει με τη σύμφωνη γνώμη των Πατέρων της Σκήτης.
Αρχικά ήλθε και έμεινε αγωνιζόμενος για σαράντα ημέρες στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Μετά πήγε στο Ναύπλιο, όπου είχε μάθει ότι βρισκόταν ένας ξάδελφός του εξωμότης, και κατόρθωσε να τον επιστρέψει στην πίστη. Με τον ξάδελφό του συνοδίτη πήγε στην Τρίπολη.
Εκεί παρουσιάστηκε στον Μουφτή και του λέει: Θέλω να μου εκδικάσεις μια υπόθεση δίκαια και αληθινά. Κάποτε, σαν ήμουν μικρό παιδί είχα ένα πολύτιμο σκεύος, χρυσό με πολύτιμους λίθους, κάποιος όμως με ξεγέλασε και μου το πήρε, δίνοντας μου ένα άλλο ψεύτικο. Είναι δίκαιο να το πάρω πίσω;
Βεβαίως είναι δίκαιο, απάντησε ο Μουφτής.
Δός μου το -του λέει ο μάρτυρας - γραμμένο.
Μόλις πήρε το έγγραφο ο άγιος πήγε κατ' ευθείαν στον πασά και του το έδωσε.
Μόλις το διάβασε ο πασάς του λέει: Και ποιος είναι ο αντίδικός σου;
Σύ ο ίδιος, του λέει ο άγιος.
Εγώ ουδέποτε σε είδα, του απάντησε ο πασάς.
Τότε ο άγιος του είπε: Πριν από σένα, ήταν άλλος στη θέση σου, ο οποίος με εξαπάτησε. Μου άρπαξε την αληθινή πίστη μου και μου έδωκε την ψεύτικη του Μωάμεθ.
Τότε έκπληκτος ο πασάς του λέει: Σύνελθε και ομολόγησε την πίστη που δέχθηκες χωρίς πίεση ειδ' άλλως θα σε κάψω ζωντανό.
Ακόμα και μύριους θανάτους να μου δώσεις, δεν πρόκειται ν' αρνηθώ την πίστη μου, απάντησε ο άγιος.
Συνέχισε δε μπροστά σε όλους τους παρισταμένους -συνέβη να γίνεται τότε μια μεγάλη σύναξη Αρχιερέων και χριστιανών προκρίτων της Πελοποννήσου -κάνοντας μια εκπληκτική ομολογία πίστεως, που συνεκλόνισε τους πάντες. Σχολίαζαν δε ότι ο Χριστός έδωσε τέτοια σοφία λόγου στον μάρτυρα, όπως και στους παλαιούς μάρτυρες, εκπληρώνοντας έτσι τον λόγο Του.
Βλέποντας ο πασάς τη σταθερότητά του στην πίστη διέταξε αρχικά να τον κάψουν ζωντανό. Ύστερα όμως άλλαξε γνώμη, για να μην πάρουν οι χριστιανοί τα αποκαΐδια των λειψάνων του και τα τιμούν και διέταξε να τον αποκεφαλίσουν.
Μετά την εκτέλεση της ποινής το λείψανό του έμεινε τρία εικοσιτετράωρα άταφο, φρουρούμενο μήπως πλησιάσει κάποιος χριστιανός να πάρει κάτι.
Αφού πέρασαν οι τρεις ημέρες, με διαταγή του πασά, έριξαν το άγιο λείψανο στο χώρο συγκέντρωσης των λυμάτων της οικίας του πασά, για να μη μπορούν να το πάρουν οι χριστιανοί. Το άγιο λείψανο έμεινε στον βρώμικο εκείνο τόπο είκοσι περίπου ημέρες.
Δυο φίλοι του αγίου σκέφθηκαν να προσπαθήσουν, με τη βοήθεια του Θεού, να βγάλουν από κει τον άγιο και να τον ενταφιάσουν όπως του έπρεπε. Έτσι ο ένας πήρε ένα μεγάλο καλάθι και τριγύριζε εκεί έχοντας δήθεν κάποια δουλειά. Πράγματι παρατηρώντας από ένα μικρό άνοιγμα είδε το άγιο λείψανο. Τη νύχτα πήγαν κρυφά οι δύο φίλοι του αγίου και το έβγαλαν. Αφού έπλυναν το άγιο λείψανο το μετέφεραν και το έθαψαν μαζί με την κεφαλή του στην Ι. Μ. Αγίου Νικολάου Βαρσών.
Το μαρτύριο του αγίου συνέγραψε ο Ιερομόναχος Ιάκωβος Βερτσάγιας ο Ζακυνθινός, Αγιορείτης του Ρώσικου κοινοβίου.

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ

Οἱ θλίψεις ποὺ μᾶς προξενοῦν οἱ ἄνθρωποι (Γέροντας Παΐσιος)


undefined
Γέροντα, ὅταν κάποιος ὑπομένη κατὰ Θεὸν τὶς θλίψεις καὶ τὶς ἀδικίες πού του προξενοῦν οἱ ἄνθρωποι, αὐτὴ ἡ ὑπομονὴ τὸν καθαρίζει ἀπὸ τὰ πάθη;
Ἂν τὸν καθαρίζη λέει! Τὸν λαμπικάρει! Μά, ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπ’ αὐτό; Ἔτσι μπορεῖ νὰ ἐξοφλήση ἁμαρτίες. Βλέπετε, ἕναν ἐγκληματία τὸν δέρνουν, τὸν κλείνουν στὴν φυλακή, κάνει ἐκεῖ τὸν μικρὸ κανόνα του καί, ἐὰν εἰλικρινὰ νὰ μετανοήση, γλιτώνει τὴν αἰώνια φυλακή. Μικρὸ πράγμα εἶναι νὰ ἐξοφλήση μὲ αὐτὴν τὴν ταλαιπωρία ἕναν αἰώνιο λογαριασμό;
Κάθε θλίψη νὰ τὴν ὑπομένετε μὲ χαρά. Οἱ θλίψεις ποὺ μᾶς προκαλοῦν οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὸ γλυκὲς ἀπὸ ὅλα τὰ σιρόπια ποὺ μᾶς προσφέρουν ὅσοι μᾶς ἀγαποῦν.
Βλέπεις, στοὺς μακαρισμοὺς ὁ Χριστὸς δὲν λέει: «μακάριοι ἐστε, ὅταν ἐπαινέσωσιν ὑμᾶς», ἀλλὰ «μακάριοι ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς», καὶ μάλιστα «ψευδόμενοι». Ὅταν ὁ ὀνειδισμὸς δὲν εἶναι δίκαιος, ἀποταμιεύει κανείς. Ἐνῶ, ὅταν εἶναι δίκαιος, ξοφλάει. Γι’ αὐτό, ὄχι μόνον πρέπει νὰ ὑπομένουμε ἀγόγγυστα αὐτὸν ποὺ μᾶς πειράζει, ἀλλὰ καὶ νὰ νιώθουμε εὐγνωμοσύνη, γιατί… μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἀγωνισθοῦμε στὴν ἀγάπη, στὴν ταπείνωση, στὴν ὑπομονή.
Οἱ συκοφάντες βέβαια ἐργάζονται συνεργαζόμενοι μὲ τὸ ταγκαλάκι. Ἀλλὰ ὁ δυνατὸς ἀέρας συνήθως σπάζει καὶ ξερριζώνει τὰ εὐαίσθητα δένδρα ποὺ δὲν ἔχουν βαθειὲς ρίζες· ἐνῶ ὅσα ἔχουν βαθειὲς ρίζες, τὰ βοηθάει νὰ προχωρήσουν τὶς ρίζες τοὺς πιὸ βαθιά.
Ἐμεῖς πρέπει νὰ προσευχώμαστε γιὰ ὅλους ποὺ μᾶς κακολογοῦν, καὶ νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοὺς δίνη μετάνοια, φωτισμὸ καὶ ὑγεία καὶ νὰ μὴν ἀφήνουμε μέσα μας οὔτε ἴχνος μίσους γι’ αὐτούς. Νὰ κρατοῦμε μόνον τὴν πείρα ἀπὸ τὸν πειρασμό, νὰ πετοῦμε ὅλα τὰ φαρμάκια καὶ νὰ ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν μας τὰ λόγια του Ὁσίου Ἐφραίμ: «Ἐὰν συμβῆ σοὶ συκοφαντία, καὶ μετὰ ταῦτα φανερωθῆ τὸ καθαρόν της συνειδήσεώς σου, μὴ ὑψηλοφρόνει, ἀλλὰ δούλευε τῷ Κυρίω ἐν ταπεινοφροσύνη τῷ λυτρουμένω σὲ ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, ἴνα μὴ πέσης πτῶμα ἐξαίσιον»
ΓΕΡΟ-ΠΑΪΣΙΟΣ

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Όσιοι Νεκτάριος και Θεοφάνης οι Αψαράδες

0000.jpg
Οι Άγιοι αυτάδελφοι ιερομόναχοι Νεκτάριος και Θεοφάνης ήταν γέννημα και θρέμμα του αρχοντικού οίκου των Αψαράδων στα Ιωάννινα, έναν οίκο που διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στη ζωή της Ηπειρωτικής πρωτεύουσας.
Αρχικά το επώνυμο ξεκίνησε ως Οψαράς και σημαίνει τον ιχθυοπώλη, από το όψον - οψάριον - ψάρι. Από την διαλάληση των ιχθυοπωλών [ο ψαράς] κατά φωνητική αλίωση προήλθε το [αψαράς] και εξ αυτού και το επώνυμο Αψαράς. Αργότερα από το οψαράς προήλθε το «ο ψαράς».
Έντονη είναι η παρουσία και η ανάμειξη μελών της οικογένειας των Αψαράδων στα πολιτικά πράγματα της Ηπείρου, κατά την διάρκεια της εξουσίας του Σέρβου Δεσπότου Θωμά Πρελιούμποβιτς (1366/7 - 1384 μ.Χ.). Αναφέρεται ο Μιχαήλ Αψαράς «άνδρας επίβουλος, καταδότης και φαύλος», τον οποίο τίμησε για τις υπηρεσίες του ο τύραννος με το αξίωμα του πρωτοβεστιάριου. Μετά την δολοφονία του Πρελιούμποβιτς, ο Μιχαήλ Αψαράς συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και κατόπιν εξορίζεται. Αντίθετα ο συγγενής του Θεόδωρος Αψαράς καλείται ως σύμβουλος από την χήρα του δυνάστου Μαρία Αγγελίνα Παλαιολογίνα και « ...εντίμως τον αποστάτην θάπτουσι και τον αδελφxν αυτής τον βασιλέα Ιωάσαφ εισφέρουσιν ...».
Οι δύο Όσιοι γεννήθηκαν στα Ιωάννινα, στα τέλη του 15ου αιώνα μ.Χ. Οι ίδιοι ξεκινούν την αυτοβιογραφία τους από την στιγμή που αφιερώθηκαν στον Θεό, χωρίς να κάνουν καμία μνεία για την αρχοντική καταγωγή τους, την ανατροφή, την μόρφωση και την περιουσία τους. Οι γονείς τους και οι τρεις αδελφές τους ενδύθηκαν το μοναχικό σχήμα και κατοικούσαν σε κάποιο κελλί κοντά στο χωριό του νησιού. Το όνομα της τρίτης αδελφής των Οσίων, πιθανότατα είναι Μαγδαληνή.
Οι δύο αυτοί αδελφοί, Νεκτάριος και Θεοφάνης, οι Αψαράδες, έλαβαν μια αξιόλογη για την εποχή τους παιδεία στην περίφημη μονή των Φιλανθρωπηνών επί ηγουμένου Μακαρίου Φιλανθρωπηνού. Όμως, τα πλούτη, η δόξα, η ικανή μόρφωση στάθηκαν αδύνατα να νικήσουν την θεϊκή τους αγάπη. Σε πολύ νεαρή ηλικία, οιστρηλατημένοι από τον θείο έρωτα, κατέφυγαν στον μοναχισμό ξεκινώντας από την Ηπειρωτική πρωτεύουσα και δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό της ως «Μοναχοπόλεως». Το ιερό μοναχικό σχήμα περιεβλήθησαν κατά το 1495 μ.Χ. από κάποιον Όσιο γέροντα, Σάββα ονομαζόμενο (τιμάται 3 Φεβρουαρίου). Κοντά του έμειναν δέκα ολόκληρα χρόνια, στο ασκητήριο του Τιμίου Προδρόμου της νήσου των Ιωαννίνων μέχρι την κοίμησή του, στις 9 Απριλίου 1505 μ.Χ., συλλέγοντας τους καρπούς της ησυχαστικής ζωής.
Μετά την κοίμηση του πνευματικού τους πατέρα Σάββα ανεχώρησαν για το Άγιον Όρος, στην αστείρευτη πηγή του αναχωρητισμού, για να αντλήσουν νέα στηρίγματα για την κατοπινή τους μοναχική πορεία. Στο «Περιβόλι της Παναγίας» έγιναν δεκτοί από τον πρώην Οικουμενικό Πατριάρχη Νήφωνα Β' (τιμάται 11 Αυγούστου), ο οποίος μόναζε στη μονή Διονυσίου μετά από την Τρίτη εκλογή του το 1502 μ.Χ.
Κατά το διάστημα της σύντομης παραμονής τους στη μονή Διονυσίου ζήτησαν και έλαβαν από τον αγιασμένο και φωτισμένο πνευματικό τους καθοδηγητή, Πατριάρχη Νήφωνα, «όρο και κανόνα μοναχικής καταστάσεως». Αφού με την διδασκαλία του εκπλήρωσε τις επιθυμίες τους και με την αγαθή καρδιά του τους όπλισε με τα απαραίτητα εφόδια για την πνευματική τους σωτηρία, τους συμβούλεψε να επιστρέψουν στο κελλί της μετανοίας τους, συνεχίζοντας εκεί τους ασκητικούς αγώνες τους.
Υπακούοντας στις παραινέσεις και στις εντολές του Πατριάρχου Νήφωνος, που στάθηκε γι' αυτούς δεύτερος πνευματικός πατέρας και με την υπόσχεση ότι δεν θα παρέκλιναν απ' όσα του παρήγγειλε, γύρισαν στο κελλί τους, στο νησί των Ιωαννίνων.
Επειδή όμως το βρήκαν κατειλημμένο από κάποιους κοσμικούς άρχοντες, οι οποίοι μάλιστα προέβαλαν και κτιτορικά δικαιώματα επάνω του, αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν για δεύτερη φορά. Κατέφυγαν στα ενδότερα μέρη του νησιού, όπου βρήκαν, κατά την επιθυμία τους, τόπο κατάλληλο για ησυχία και άσκηση, κοντά σε κάποιο άλλο μισοερειπωμένο και έρημο ησυχαστήριο, αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα. Αυτό ήταν κτισμένο σε μια σπηλιά, επάνω από τη λίμνη, όπου τα νερά της είχαν εισχωρήσει μέσα στην κοιλότητα του βράχου σχηματίζοντας μια πελώρια «Γούβα», όπως τοπικά ονομαζόταν.
Πριν πολλά χρόνια είχε αγιάσει στον τόπο αυτό, ένας περίφημος για την άσκησή του ερημίτης, ο Αντώνιος. Δεκαοκτώ χρόνια είχε μείνει έγκλειστος στο κελλί και είχε προικισθεί από τον Θεό για την πολλή του καθαρότητα με διορατικό χάρισμα.
Ευθύς αμέσως επισκέφθηκαν και έλαβαν από τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων την ευλογία του και την έγγραφη άδεια του για την ανέγερση νέου ησυχαστηρίου. Για περισσότερη ασφάλεια ζήτησαν και την έκγριση του Οικουμενικού Πατριάρχου Παχωμίου Α' (1503 - 1504 μ.Χ., 1504 - 1513 μ.Χ.). Εκείνος με ιδιόγραφο πατριαρχικό γράμμα του στήριξε τις προσπάθειές τους, ενισχύοντάς τους μάλιστα με τη διαβεβαίωση, όπως έκανε και ο Μητροπολίτης, ότι κανένας δεν θα τους εμπόδιζε στο θεάρεστο έργο τους.
Αφού εξασφάλισαν την απαιτούμενη άδεια και έγκριση, προχώρησαν αμέσως στην ανέγερση ναού και στο κτίσιμο κελλιών. Η κτιτορική δημιουργία στην πράξη αποδείχθηκε ένας μεγάλος και κοπιαστικός αγώνας. Όλη την ημέρα οι Όσιοι δούλευαν να κόψουν ένα μεγάλο τμήμα βράχου, να γεμίσουν με χώμα και πέτρες την γούβα, για να αρχίσουν κατόπιν το κτίσιμο. Τελικά το 1506/1507 μ.Χ. ανήγειραν με προσωπικά τους έξοδα το ναό του Τιμίου Προδρόμου και μαζί με αυτόν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, περατώθηκε και η ανέγερση των κελλιών και των λοιπών απαραίτητων οικοδομών.
Οι ιερομόναχοι Νεκτάριος και Θεοφάνης ήταν κτίτορες ενός ακόμα μοναστηριού. Μετά την ανέγερση της μονής του Τιμίου Προδρόμου στο νησί, ανήγειραν για τις αδελφές τους και τους γονείς τους το μοναστικό ησυχαστήριο του Αγίου Νικολάου στο Λεπενό.
Η ιερά μονή Αγίου Νικολάου Λεπενού με την διαθήκη των κτιτόρων κληροδοτήθηκε στην ιερά μονή Βαρλαάμ. Αυτήν την χρησιμοποιούσε από τα μέσα του 16ου αιώνα μ.Χ. ως Μετόχι και ως κατάλυμα σταθμεύσεως των διακονητών Βαρλααμιτών, που φρόντιζαν τα κτήματα των Αψαράδων στην Ουσδίνα.
Η πορεία τους συνεχίστηκε με δοκιμασίες. Η τελευταία επίθεση εναντίων τους ήταν η πιο επώδυνη. Τα βέλη δεν προέρχονταν από τους αλλόπιστους Τούρκους, αλλά από αυτούς τους ίδιους τους εκκλησιαστικούς και κοσμικούς άρχοντες του τόπου, για λόγους τους οποίους, όπως αναφέρουν στην αυτοβιογραφίες τους, δεν θέλησαν να κοινοποιήσουν.
Βλέποντας όλη αυτή την δοκιμασία, τον πόλεμο και την κακία των εχθρών να αυξάνεται, ήλθε στο νού τους η συμβουλή του αγιορείτη γέροντός τους, του Αγίου Νήφωνος, που προορατικά τους είχε πει: «Όταν καταλάβη υμάς πειρασμός, μη αντιστήτε αυτώ, αλλp αναχωρήσατε εν μοναστηρίω και ειρηνεύσετε».
Πράγματι μετά από τέσσερα περίπου χρόνια παραμονής τους στα Ιωάννινα εγκατέλειψαν οριστικά πια τη νεόκτιστη μονή τους και μετέβησαν κατά το 1510/11 μ.Χ. στους μετεωρίτικους βράχους αναζητώντας εκεί τη νέα εστία για την ασκητική τους τελείωση.
Τους δόθηκε από τους πατέρες της Σκήτης του Μεγάλου Μετεώρου ο στύλος του Ιερού Προδρόμου όπου και παρέμειναν για επτά χρόνια.
Η στενότητα όμως του βράχου και το ανθυγιεινό κλίμα από τους δυνατούς ανέμους δεν τους επέτρεψε να παραμείνουν περισσότερο εκεί. Γι' αυτό και στράφηκαν στην αναζήτηση καταλληλότερου χώρου. Από το πλήθος των μετεωρίτικων βράχων τους είλκυσε περισσότερο ένας πλατύς και ευάερος λίθος, ησυχαστικός και αρκετά ευρύχωρος, κατάλληλος για κατοικία, ο οποίος ονομαζόταν του Βαρλαάμ. Η επωνυμία αυτή ήταν παρμένη από τον πρώτο ερημίτη - οικιστή, που σκαρφάλωσε και εγκαταβίωσε στην απάτητη αυτή κορυφή.
Στον βράχο λοιπόν του Βαρλαάμ, ο οποίος ήταν ολοκληρωτικά έρημος και ακατοίκητος πριν από πολλά χρόνια, οι δύο Όσιοι ανέβηκαν και εγκαταστάθηκαν με την άδεια του Μητροπολίτου Λαρίσης Βησσαρίωνος και του τότε καθηγουμένου της ιεράς μονής του Μεγάλου Μετεώρου τον Οκτώβριο του 1517/18 μ.Χ.
Αμέσως μετά την ανάβασή τους στον βράχο άρχισαν τις οικοδομικές τους εργασίες, γιατί δεν σώζονταν τίποτε από τα παλαιότερα κτίσματα. Αφού έκτισαν μερικά πρόχειρα κελλιά για κατοίκηση, πρώτη τους δουλειά ήταν να ανεγείρουν τον τέλεια ερειπωμένο ναό. Από το παλαιό εκκλησάκι, που ο ερημίτης Βαρλαάμ είχε αφιερώσει στους Αγίους Τρεις Ιεράρχες, σώζονταν μόνο μερικά ετοιμόρροπα τμήματα από το Άγιο Βήμα, που εξυπηρετούσαν τις θρησκευτικές τους ανάγκες για αρκετό καιρό.
Γι' αυτό, με ανεξάντλητους σωματικούς κόπους και ταλαιπωρίες, με την αμέριστη συμπαράσταση των Οσίων υποτακτικών τους, Βενεδίκτου και Παχωμίου, οι οποίοι ήταν από την αρχή μαζί τους και με τη Χάρη του Θεού προχώρησαν στην εκ βάθρων ανέγερση του ναού.
Για περισσότερα από τριάντα χρόνια απαρασάλευτη φύλαξαν την ακολουθία των θείων ύμνων και προσευχών, την ολονύκτια αγρυπνία των Κυριακών, καθώς και κάθε άλλης δεσποτικής εορτής ή και μνήμης μεγάλου Αγίου, ενώ κατά τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδος το ήμισυ της νυκτός το είχαν αφιερώσει στη δοξολογία του Θεού. Η δε καθημερινή τους δίαιτα ήταν υπερβολικά ασκητική και αδιάπτωτη.
Το 1542 μ.Χ. θεμελίωσαν το ναό των Αγίων Πάντων. Στις 17 Μαΐου του 1544 μ.Χ., ημέρα Σάββατο, την ενάτη βυζαντινή ώρα ο ναός των Αγίων Πάντων ολοκληρώθηκε.
Εν τω μεταξύ, ο Όσιος Θεοφάνης είχε ήδη δέκα μήνες ασθενής στο κρεβάτι και εξαντλημένος από την ασθένειά του βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου του. Και, ενώ όλοι οι συμπαραστεκόμενοι αδελφοί και πατέρες γύρω του έκλαιγαν και θρηνούσαν και με μάτια δακρυσμένα έψελναν τον κατανυκτικό Παρακλητικό Κανόνα, έγινε ένα θαύμα. Ξαφνικά ένα υπέρλαμπρο και διαυγέστατο αστέρι είχε σταθεί πάνω από το κελλί του Οσίου, καταλάμποντάς το με υπερκόσμιο φως! Με την δύση του ηλίου η ψυχή του Οσίου Θεοφάνους μετέστη στις αιώνιες μονές. Ταυτόχρονα έσβησε και το υπερφυσικό αστέρι, σημείο της αμέτρητης δόξας που τον περίμενε στην ουράνια πολιτεία. Έξι χρόνια αργότερα, δεύτερη ημέρα της Διακαινησίμου, στις 7 Απριλίου 1550 μ.Χ., αναπαύθηκε και ο Όσιος Νεκτάριος. Ο τάφος τους και τα άγια λείψανά τους, το δεξί χέρι του Οσίου Νεκταρίου και το αριστερό χέρι του Οσίου Θεοφάνους με άφθαρτο το δέρμα επί των αγίων οστών τους, αποτελούν πηγή δυνάμεως για τους αδελφούς της μονής και τους ευλαβείς προσκυνητές.



Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ



.
.
Οσιομάρτυς Ευθύμιος (+1814)
.
Καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Δημητσάνας. Σπούδασε στη Σχολή της πατρίδος του και συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινουπόλεως. Κατόπιν πήγε στη Ρουμανία, εργάσθηκε κοντά στον πρόξενο της Γαλλίας και σε κάποιον Ρώσο υπάλληλο. Εκεί έπεσε σε μεγάλη διαφθορά και τέλος αρνήθηκε και τον Χριστό.
Αμέσως όμως μετάνοιωσε αληθινά για τη φοβερή πτώση του. Με συνεχή δάκρυα στα μάτια και ολόθερμες προσευχές στη Θεοτόκο, ήλθε στο Άγιον Όρος, συμβουλεύθηκε τον εξόριστο Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και άλλους εναρέτους πνευματικούς, επέστρεψε στην πατρώα πίστη, περιήλθε διάφορες μονές και σκήτες και εκάρη μοναχός στη Ιβηριτική σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Οι υπεράνθρωποι ασκητικοί αγώνες συνοδεύτηκαν από συντριβή καρδίας, χαρμολύπη, θεία οράματα και μόνιμο πόθο μαρτυρικής τελειώσεως.
Αφού ετοιμάσθηκε επιμελώς για το μαρτύριο, έτρεχε σε αυτό, έχοντας λύπη για την π[παραμικρή καθυστέρηση. Με τα βάια και τον σταυρό στο χέρι - ήταν Κυριακή των Βαΐων - παρουσιάστηκε στον βεζύρη της Κωνσταντινουπόλεως και με αξιοθαύμαστο θάρρος ομολόγησε τον Χριστό και αναθεμάτισε τον Μωάμεθ. Η σταθερότητα με την οποία υπέμεινε σκληρούς βασανισμούς απέλπισε τους Τούρκους και ο αποκεφαλισμός του έδωσε χαρά μεγάλη στους αγγέλους και στους χριστιανούς. Ήταν μόλις είκοσι ετών.
 Τα θαυματουργά λείψανά του ετάφησαν στη μονή της Μεταμορφώσεως, στη νήσο Πρώτη. Η τιμία κάρα του βρίσκεται στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος - Ρωσικού. Μέρος των λειψάνων του σώζεται στο Κελλί των αγώνων του, στη σκήτη του Τ. Προδρόμου. Οι συμπατριώτες του έκτισαν κοινό, μετά του Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, ναό στη Δημητσάνα. Το μαρτύριό του αναφέρεται σε όλους τους νεώτερους συναξαριστές.
Τον βίο και την ακολουθία του έγραψε ο μοναχός Ονούφριος ο Ιβηρίτης, ο οποίος έγραψε και τα μαρτύρια των νέων οσιομαρτύρων Ιγνατίου, Ακακίου και Ονουφρίου, μαζί με τους οποίους συνεορτάζει την 1η Μαΐου, επειδή ήταν όλοι τέκνα του ιδίου πνευματικού πατρός. Ιδιαιτέρως τιμάται στις 22 Μαρτίου, ημέρα του μαρτυρίου του.
.
Οσιομάρτυς Ιγνάτιος (+1814)

Καταγόταν από την Παλαιά Ζαγορά της Βουλγαρίας. Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ιωάννης. Ασκήθηκε επί εξαετία στη μονή της Ρίλας, κάνοντας μεγάλη υπομονή στον σκληρό Γέροντά του. Μετά τον φόνο του πατέρα του και τον βίαιο εξισλαμισμό της μητέρας του και των δυο θυγατέρων της από τους Τούρκους, πήγε στο Βουκουρέστι. Εκεί γνωρίσθηκε και συνδέθηκε με στενή φιλία με τον οσιομάρτυρα Ευθύμιο. Στον δρόμο για το Άγιον Όρος συνελήφθη από τους Τούρκους και από τον φόβο του υποσχέθηκε ότι θα τουρκέψει. Μετά την απελευθέρωσή του έφθασε στον προορισμό του.
Στο Άγιον Όρος περιήλθε αρκετές μονές και σκήτες και γνωρίσθηκε με μακάριους Γέροντες. Τέλος πήγε στην Ιβηριτική σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στην υπακοή του πνευματικού Νικηφόρου και του Γέροντος Ακακίου, από τον οποίο έλαβε το μοναχικό σχήμα, και από Ιωάννης ονομάσθηκε Ιγνάτιος. Η ζωή του ήταν κοσμημένη από τις αρετές «της νηστείας, το καρτερικό της αγρυπνίας, την άμετρον κατάνυξιν, τας ολονυκτίους στάσεις, την αδιάλειπτον προσευχήν και το απερίσπαστον εις μερίμνας, το ταπεινόν του φρονήματος, το πράον, το σύννουν και προσεκτικόν πάντοτε, το τε προς πάντας ιλαρόν και ήσυχον, και το συμπαθές και φιλευσπλαχνον». Προσπαθούσε να μιμηθεί τους αγώνες του νεομάρτυρος φίλου του Ευθυμίου, τον οποίο είχε πρότυπο.
Με συνοδό τον ίδιο, που είχε και ο οσιομάρτυρας Ευθύμιος, τον μοναχό Γρηγόριο, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάσθηκε στον κριτή και ομολόγησε τον Χριστό. Αποτέλεσμα της ομολογίας του υπήρξαν σκληροί βασανισμοί και τέλος ο απαγχονισμός του στις 8.10.1814.
Τα ενδύματα, το αίμα και το λείψανο του ενδόξου οσιομάρτυρος έγιναν πηγή ιαμάτων στους ασθενείς. Ετάφη στον τάφο του οσιομάρτυρος Ευθυμίου, που είχε μαρτυρήσει προ επταμήνου, στη νήσο Πρώτη. Αργότερα, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη σκήτη του Τ. Προδρόμου. Η κάρα του βρίσκεται στη μονή Αγίου Παντελεήμονος - Ρωσικού. Ακολουθία και μαρτύριο έγραψε ο μοναχός Ονούφριος Ιβηρίτης, από τον οποίο λαμβάνουν στοιχεία οι νεώτεροι συναξαριστές.
Η μνήμη του τιμάται στις 8 Οκτωβρίου και την 1η Μαΐου.
.
.
                                     Οσιομάρτυς Ακάκιος (+1816)
.
Γεννήθηκε το 1796 στο Νεοχώρι της Θεσσαλονίκης και κατ΄ άλλους της Χαλκιδικής, από ευσεβείς γονείς. Μικρός, μόλις εννέα ετών, ασπάσθηκε τον μωαμεθανισμό στις Σέρρες. Μετά εννέα έτη συναισθάνθηκε το φοβερό σφάλμα του και με τις προτροπές της μητέρας του ήλθε στο Άγιον Όρος.
Παρέμεινε στις μονές Χιλιανδαρίου και Ιβήρων και αναμυρώθηκε στη σκήτη Ξενοφώντος. Τέλος, πήγε στη σκήτη Τιμίου Προδρόμου-Ιβήρων. Εκεί υποτάχθηκε στον έμπειρο πνευματικό Νικηφόρο και τον Γέροντα Ακάκιο. Υπακούοντας τηρούσε «νηστείαν εκτεταμένην, γονυκλισίας υπέρ τας τρεις χιλιάδας το ημερονύκτιον, και κομβοσχοίνια αμέτρητα, ώστε εις ολίγον διάστημα ημερών εις τόσην κατάνυξιν έφθασεν, ώστε οι οφθαλμοί του έγιναν πηγαί δακρύων». Στην κουρά του από Αθανάσιος ονομάσθηκε Ακάκιος. Συνεχώς λογιζόταν το μαρτύριο. Διήλθε για λίγο και από τις μονές Κουτλουμουσίου και Σίμωνος Πέτρας.
Με τις ευχές των πατέρων μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Συνοδός του ήταν ο μοναχός Γρηγόριος, ο συνοδός και των προαθλησάντων Ευθυμίου και Ιγνατίου. Παραμονή του μαρτυρίου του έγραψε επιστολή στον πνευματικό του Νικηφόρο: «Πάτερ και πνευματικέ μου, αύριον λοιπόν Παρασκευή τη 28 Απριλίου μέλλω να κινήσω εις τον δρόμον της αθλήσεως, και αι άγιαί σας ευχαί είθε να με δυναμώσωσιν». Μετά την άρνηση του μωαμεθανισμού και την ομολογία της πατρώας πίστεώς του, οδηγήθηκε στη φυλακή και βασανίσθηκε σκληρά. Εκεί έλαβε ως τελευταίο εφόδιο τη θεία Κοινωνία. Με χαρά πορεύθηκε στο μαρτύριο και είπε μάλιστα στον δήμιό του: «κατένεγκε την σπάθην ανδρείως και κόψε τον λαιμόν μου, και μη λυπηθής καθόλου». Τελικά αποκεφαλίσθηκε την 1η Μαΐου 1816 στο Παρμιάκ Καππί.
Το τίμιο λείψανό του μεταφέρθηκε από τον συνοδό του Γρηγόριο στο κελλί των αγωνισμάτων του και τάφηκε στο ναό του Αγίου Νικολάου, μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, καθώς είχε ζητήσει ο ίδιος ο οσιομάρτυς. Το μαρτύριό του έγραψε ο Καισαρείας Μελέτιος. Βίο και ακολουθία του έγραψε και ο λόγιος μοναχός Ονούφριος Ιβηρίτης. Ακολουθία συνέθεσε και ο μοναχός Ιάκωβος Νεασκητιώτης και νεώτερη ο μοναχός Πορφύριος Σιμωνοπετρίτης. Η κάρα του οσιομάρτυρος φυλάγεται στη μονή Αγίου Παντελεήμονος - Ρωσικού. Περί αυτού αναφέρουν όλοι οι νεώτεροι συναξαριστές.
Η μνήμη του τιμάται την 1η Μαΐου.

Πηγή πληροφοριών και εικόνων
 είναι το βιβλίο του Μωυσέως Μοναχού, Αγιορείτου