ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΤΟΥ ΔΟΧΕΙΑΡΗ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΟΥ &
Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΕΛΑΙΟΒΡΥΤΙΣΣΑ.

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ & ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ & ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ.
Σχετική εικόνα
 Πως τον κάλεσε ο Κύριος
Ο Απόστολος Ματθαίος ήταν από την Κανά της Γαλιλαίος. Ήταν τελώνης το επάγγελμα δηλ. ενοικίαζε από το κράτος τα τέλη, τους φόρους και τους εισέπραττε αυτός.
 Το επάγγελμα αυτό οι Εβραίοι το θεωρούσαν άδικο, διότι πλούτιζε τους τελώνες, από τις αδικίες που έκαναν με την υπερβολική είσπραξη των φόρων. Προηγουμένως ονομαζόταν Λευίς. Όταν ακολούθησε τον Χριστό, ονομάσθηκε Ματθαίος. Το Ματθαίος σημαίνει δώρο Θεού.
Μια ημέρα, που καθόταν στο τελωνείο του ο Ματθαίος, βλέπει να περνά από εκεί ο Κύριος, που του είπε «Ακολούθει μοι». Αμέσως άφησε και το τελωνείο και το σπίτι, και την οικογένεια και τον ακολούθησε. Μάλιστα τον φιλοξένησε πλούσια στο σπίτι του, όπως ο ίδιος αναφέρει στο Ευαγγέλιο του. Κάλεσε δε και τους συγγενείς του και τους φίλους του για να παρακινηθούν και να πιστέψουν εις τον Χριστό. Και εκείνος αδίσταχτα πίστεψε. Από τότε έγινε μαθητής του Ιησού και τον ακολουθούσε παντού.
Πως έγραψε το Ευαγγέλιο
Όταν κατήλθε το Άγιο Πνεύμα, έφυγαν οι Απόστολοι καθένας κατά τον κλήρο που του έτυχε, να κηρύξει στον κόσμο τον σωτήριο λόγο του Κυρίου. Τότε ο Απόστολος Ματθαίος, αφού δέχθηκε τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής και σοφίσθηκε τα θεια, δίδαξε πρώτον στους Εβραίους. Είχε επιθυμία οι Εβραίοι να γνωρίσουν τον Κύριο, διότι τους αγαπούσε. Γι αυτήν την αιτία τους έγραψε, πρώτο από τους άλλους Ευαγγελιστές, το Ευαγγέλιο στην Εβραϊκή γλώσσα. Το έγραψε οκτώ χρόνια μετά την Ανάληψι του Χριστού.
 Πρώτον λοιπόν σ’ αυτό διηγείται την κατά σάρκα γέννηση του Χριστού, την Βάπτιση, τους πειρασμούς στην έρημο, τους οποίους πέρασε, καθώς και την ιδική του πρόσκληση.
Ομολογεί μόνος του, ότι ήταν αρχιτελώνης για να κατηγορήσει μόνος του τον εαυτόν του με ταπεινοσύνη, ότι ήταν αμαρτωλός και μέτριος άνθρωπος και όχι σπουδαίος. Αυτό το  Ευαγγέλιο το έστειλε στους νεοφώτιστους Ιουδαίους.
Κατόπιν δίδαξε τους Πάρθους και τους Μήδους και ίδρυσε Εκκλησίες σ’ αυτούς. Έπειτα δίδαξε σε άλλα έθνη πολύγλωσσα, στα οποία βασανίσθηκε. Κακοπάθησε από πείνα και  δίψα. Υπέφερε και από δαρμούς. Αλλά όλα τα υπέμενε, γιατί είχε βοηθό τον Θεό.
Το ραβδί τον Χριστού
Ύστερα από αυτά, σκέφθηκε ο θείος Απόστολος να ησυχάσει σε κανένα μέρος, για να ενωθεί περισσότερο με τον Θεό. Ανέβηκε λοιπόν σε ψηλό βουνό, και ασκήτεψε πολύ καιρό. Το ίδιο ρούχο φορούσε πάντοτε, χωρίς σπίτι, χωρίς σπήλαιο. Μόνον από τον ουρανό σκεπαζόταν, λέγει η παράδοση.Μια μέρα του φανερώθηκε ο Κύριος σαν παιδί. Του άπλωσε το δεξί του χέρι και του έδωκε ένα ραβδί και του είπε:
Κατέβα από το βουνό και πήγαινε στην Μυρμήνην Φύτεψε αυτό το ραβδί στο κατώφλι της εκκλησίας. Αυτό θα ριζωθεί με τη δική μου δύναμη και θα γίνει δένδρο πολύκαρπο.
 Από τους κλώνους του θα στάζει μέλι γλυκύτατο και από τη ρίζα του θα βγει βρύση. Από το νερό αυτό θα λούζονται οι άνθρωποι της χώρας, που έχουν κακία σαν θηρία και με τη γλυκάδα του δένδρου θα γλυκάνουν τα αισθήματά τους, και θα παύσουν τις παρανομίες τους.
Ο Απόστολος Ματθαίος πήρε με ευλάβεια από τα χέρια του Κυρίου το ραβδί, και έφυγε για να εκτελέσει ότι του είπε. Στο δρόμο απάντησε τη βασίλισσα της χώρας εκείνης,
που λεγόταν Φουλβάνα. Τη συνόδευαν ο υιός και η νύφη της, που είχαν δαιμόνια. Αυτά άρχισαν να φωνάζουν στον Απόστολο:
— Ποιος σε ανάγκασε να έλθεις εδώ στον τόπον μας; Ποιος σου έδωκε το ραβδί αυτό για να μας αφανίσεις;
Ο Απόστολος με μαλακή φωνή τα διέταξε να φύγουν και θεράπευσε και τους δύο. Αυτοί τον ακολούθησαν με υποταγή, εύτακτοι και ήσυχοι.
Ο Επίσκοπος της χώρας, όταν έμαθε την παρουσία του Αποστόλου, βγήκε με τους κληρικούς του όλους να τον υποδεχθεί, όπως έπρεπε. Κατόπιν και οι δύο επήγαν μαζί στην πόλη και φύτεψαν το ραβδί μπροστά στο ναό, με την ευλογία του Κυρίου. Τότε παρευθύς (ώ του θαύματος) ρίζωσε το ξερό εκείνο ξύλο και έκαμε κλάδους και καρπό ώριμο, γλυκύτερο από το μέλι. Από τη ρίζα του βγήκε νερό. Όλοι όσοι ήσαν εκεί θαύμασαν, όταν είδαν τέτοιο εξαίσιο θέαμα. Αυτό το έμαθε όλη η πόλη. Πλήθος από πολίτες έρχονταν, έπιναν νερό, έτρωγαν από τους καρπούς, και η σκληρότητά τους γινόταν ημερότητα και πραότητα.
Διπλή τύφλωσις τον Βασιλέως
Όταν έμαθε ο βασιλεύς αυτό το θαύμα, ημέρωσε η ψυχή του λίγο. Άλλα κατόπιν τον παρακίνησε ο σατανάς να κάψει τον Απόστολο ζωντανό, διότι η βασίλισσα δεν έφευγε κοντά από τον ευεργέτη της, τον Απόστολο. Ο Κύριος όμως φάνηκε μια νύκτα στον Απόστολο και του είπε:
— Αν και ο βασιλεύς ετοιμάζει βάσανα για σένα, μη φοβάσαι. Έχεις εμένα βοήθειά σου.
Αυτή την φανέρωση του Σωτήρος την διηγήθηκε στον Επίσκοπο και ευχαριστούσε τον Θεό.
Έστειλε τότε ο βασιλεύς τέσσερις στρατιώτες να πιάσουν τον Απόστολο, αλλά μόλις τον πλησίασαν τυφλώθηκαν. Τυφλοί πλέον αυτοί οδηγήθηκαν στον βασιλέα και του ανήγγειλαν τι έπαθαν. Έξω φρενών ο βασιλεύς έγινε και στέλλει άλλους τέσσερις στρατιώτες. Αλλά και αυτοί όταν πλησίασαν, έπαθαν το ίδιο. Ήταν εκεί ο Κύριος Ιησούς σαν παιδί ωραίο, με λαμπρές ακτίνες τόσον ισχυρές σε λαμπρότητα, που οι στρατιώτες θαμπώθηκαν και δεν μπορούσαν να ιδούν. Γύρισαν και αυτοί, και διηγήθηκαν το όραμα.
Τότε πήγε ο ίδιος ο Άρχοντας, θυμωμένος να σκοτώσει με τα χέρια του τον Απόστολο. Αλλά αμέσως• μόλις πλησίασε, τυφλώθηκε. Τρέμοντας από το φόβο του, έπεσε στα πόδια του Αποστόλου με ταπείνωση, λέγοντας:
— Συγχώρησε μου την αδικία και φώτισε μου τα μάτια.
Ο Απόστολος τον λυπήθηκε, του έκαμε το σημείο του Σταυρού και ξαναείδε το φως του.
Δεν τον καίει η φωτιά!
Ώ της αχαριστίας του όμως. Μόλις απέκτησε το φως του ο αχάριστος, διέταξε τους στρατιώτες να καρφώσουν στη γη τα χέρια και τα πόδια του Αποστόλου. Έπειτα να βάλουν σωρό ξύλα και να τα περιχύσουν με λίπος από δελφίνι και με πίσσα και κάτω να καίνε φλόγα από κλήματα. Αμέσως οι δήμιοι άρπαξαν τον Άγιο και τον έφεραν στον ετοιμασμένο βωμό και αφού τον κάρφωσαν, άναψαν τα ξύλα απάνω του. Τότε όμως με θαύμα δροσίστηκε το καμίνι, που τριζοβολούσε από τη φωτιά και δεν έκαιε καθόλου.
Το θαύμα τούτο έκαμε όλους τους ειδωλολάτρες, που ήσαν εκεί να τρομάξουν και δόξαζαν τον Θεό του Αποστόλου με μεγάλη φωνή και θαυμασμό. Ο Βασιλεύς, ακούγοντας τις φωνές, ταράχθηκε και ερώτησε γιατί φώναζαν. Όταν έμαθε το θαύμα, που έγινε, είπε:
— Θέλω να αποδείξω πιο φανερή την ευσέβεια αυτού του ανδρός, και αν είναι αληθινό αυτό που έγινε.
Μάζεψε τότε πολλά κάρβουνα από τα λουτρά και δεμάτια ξύλα, έβαλε τούς χρυσούς θεούς του επάνω στα καμίνι, που ήταν ο Απόστολος και τριγύρω στο καμίνι άλλα αγάλματα θεών. Κατόπιν προσευχόταν να τον βοηθήσουν οι θεοί. Επίσης από κάτω προσευχόταν και ο Απόστολος.
Τότε έγινε άλλο εξαίσιο θαύμα. Η φωτιά ξεχύθηκε στα έξω αγάλματα και τα έκαμε στάχτη. Όταν λοιπόν κατάκαψε εκείνα, έτρεξε η φωτιά και σε κείνον τον υπερήφανο, ο οποίος έφευγε τρομαγμένος, μήπως τον φθάσει η φωτιά. Γι αυτό γύρισε στο καμίνι και ζητούσε βοήθεια από τον Απόστολο. Αμέσως ο Άγιος από εκεί που βρισκόταν έκαμε προσευχή και σύρθηκε η φλόγα με βροντή προς τον ίδιο τον Απόστολο, και έτσι γλύτωσε τον βασιλέα από τον κίνδυνο. Έπειτα λέγει ο Απόστολος:
- Κύριε, στα χέρια Σου παραδίδω την ψυχή μου.
Η κοίμηση του
Έτσι έφυγε το Πνεύμα του για την ουράνια γαλλίαση. Το τίμιο και πάνσεπτο λείψανο του έμεινε σώο και αβλαβές από την φωτιά. Τότε ο βασιλεύς προστάζει να το βάλουν σε βασιλικό κρεβάτι, το οποίο σηκώνοντας αυλικοί και προύχοντες στους ώμους τους το επήγαν στα ανάκτορα.
Επειδή όμως ο βασιλεύς δεν είχε σωστή πίστη στην ψυχή του, αλλά αμφέβαλλε, πρόσταξε να κάμουν σιδερένια θήκη, στην οποίαν ασφάλισε το λείψανο του Αγίου και είπε στους συμβούλους του:
- Εάν ο Θεός, τον οποίον γνωρίσαμε δια μέσου αυτού του Αγίου, τον φυλάξει αβλαβή από το βάθος της θάλασσας, όπως το φύλαξε από τη φωτιά, αυτός είναι ανώτερος και δυνατός Θεός και των στοιχείων εξουσιαστής. Πρέπει τότε να αρνηθούμε τους θεούς μας, επειδή ούτε τον εαυτό τους μπόρεσαν να σώσουν από την φωτιά, και να σεβόμεθα χωρίς δισταγμό και αμφιβολία αυτόν τον Θεό τον Παντοδύναμο.
Μόλις είπε αυτά διέταξε και έριξαν τη θήκη, με το ιερό Λείψανο στη θάλασσα. Η σιδερένια θήκη στη στιγμή καταποντίσθηκε.
Την νύκτα παρουσιάζεται ο Ευαγγελιστής στον Επίσκοπο, και του λέγει:
- Πήγαινε στα ανατολικά του παλατιού, να βρεις μαζί με τη σιδερένια θήκη και το Λείψανο μου.
Ο Επίσκοπος αμέσως το πρωί πήγε με εκλεκτούς λίγους άνδρες στον τόπο, που του υπόδειξε ο Άγιος. Βλέποντας τη λάρνακα που ερχόταν επάνω στα κύματα πλέοντος, άρχισαν να ψάλλουν ύμνους στον Κύριο, ο οποίος λύτρωσε τον άξιον δούλο του, και από τη φωτιά και από το νερό.
Η μεταστροφή τον Βασιλέως
Ο βασιλεύς θαύμασε με τα θαύματα αυτά της θείας χάριτος, και αμέσως περιφρόνησε την απιστία του και τους ψεύτικους θεούς του. Ανεγνώρισε την πλάνη του, με πραγματική ταπείνωση, και ζήτησε από τον Επίσκοπο να του δώσει συγχώρηση και να τον βαπτίσει. Ο Επίσκοπος κατάλαβε, ότι τον παρακαλούσε με θερμότητα αληθινού πιστού, και δόξασε τον Κύριο. Αμέσως του διάβασε τους εξορκισμούς κατά του δαίμονος, κατά πρώτον.
Έπειτα καθώς τον βάπτιζε, συνέβη και άλλο θαύμα. Άκουσε μια φωνή από άνωθεν, που του έλεγε:
- Μη ονομάσεις αυτόν Φουλβιανόν, αλλά Ματθαίον.
Μετά το βάπτισμα, ο βασιλεύς αναγεννήθηκε με το όνομα του Αποστόλου κυριολεκτικώς. Ύστερα από επτά ημέρες, συνέτριψε τα είδωλα, όσα ήσαν σε όλους τους τόπους των.
Επιμελήθηκε το Άγιο Λείψανο, όπως έπρεπε και έκαμε όλους τους υπηκόους του να βαπτισθούν. Ύστερα από αυτά πάλιν εφάνη ο Απόστολος στον Επίσκοπο και του λέγει:
- Χειροτόνησε τον βασιλέα. Επίσκοπο και τον υιό του διάκονο. Μετά τρία έτη μέλλει να έλθεις και εσύ προς τον Κύριο. Τότε ας γίνει ο συνώνυμος μου βασιλεύς Επίσκοπος και μετά την τελείωση αυτού ας γίνει ο υιός του διάδοχος.
Όλα έγιναν όπως ο Απόστολος επεθύμησε. Μετά τρία έτη ο Πλάτων άφησε την ζωή και έφυγε προς Κύριο. Κέρδισε την ουράνια βασιλεία με την αφοσίωση του στον Χριστό και Θεό του. Άφησε στον βασιλέα Ματθαίον τον θρόνο του και εκείνος αργότερα στον υιό του, όπως διέταξε ο Απόστολος.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΥ & ΟΙ ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ.

ΔΙΔΑΧΕΣ ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΥ
α. Νὰ εἶσαι σταθερὰ προσηλωμένος στὸν Θεό, διότι ᾿Εκεῖνος θὰ σὲ καθοδηγήση στὸ κάθε τι καὶ θὰ σοῦ ἀποκαλύψη, διὰ τοῦ ῾Αγίου  Πνεύματος, ὅλα τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια μυστήρια.
β. ῾Ο νοῦς μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ ἀπόλυτα προσηλωμένος στὸν Θεό, ἂν δὲν ἀποκτήσουμε τὶς ἑξῆς τρεῖς ἀρετές: τὴν ἀγάπη σὲ Αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
γ. ῾Η ἀγάπη ἐξορίζει τὴν ὀργή, ἡ ἐγκράτεια ἐξασθενίζει τὴν σαρκικὴ ἐπιθυμία καὶ ἡ ἀδιάλειπτος προσευχὴ διώκει ἀπὸ τὸν νοῦ τοὺς λογισμούς, φυγαδεύουσα ταυτόχρονα τὴν ἐχθρότητα καὶ τὴν ἔπαρσι.
δ. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἐργασία κοινὴ τῶν ᾿Αγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων· μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουν σύντομα τὴν ζωὴ τῶν ᾿Αγγέλων.
ε. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν καλῶν ἔργων καὶ ἀρετῶν καὶ ἐξορίζει μακρυὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὰ σκοτεινὰ πάθη·ἀπόκτησε αὐτήν, καὶ πρὶν νὰ ἀποθάνης θὰ ἀποκτήσης ψυχὴ ἀγγελική.
ϛ. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι θεϊκὴ ἀγαλλίασις.Εἶναι πολύτιμη σὰν ξίφος. Κανένα ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο δὲν δύναται νὰ ἀναχαιτίση τόσο ἀποτελεσματικὰ τοὺς δαίμονας· κατακαίει αὐτούς, ὅπως ἡ φωτιὰ τὰ βάτα.
ζ. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀναφλέγει ὁλόκληρο τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ τοῦ φέρνει ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη· ἔτσι, ἀπὸ τὴν[πνευματικὴ] ἡδονὴ καὶ τὴν γλυκύτητα, ὁ ἄνθρωπος ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ζωὴ αὐτὴ καὶ θεωρεῖ κάθε τι γήϊνο σὰν χῶμα καὶ στάκτη.
η. ῞Οποιος μὲ πόθο καὶ χωρὶς διακοπή, σὰν τὴν ἀνάσα ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ στήθη του, ἐπαναλαμβάνει τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, το Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με!», σύντομα θὰ γίνη κατοικητήριο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ῾Οποία «μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσει» (πρβλ. ᾿Ιω.ιδʹ 23).
θ. Τότε ἡ  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ θὰ καταβροχθίζη τὴν  καρδιὰ  καὶ  ἡ καρδιὰ τὴν Εὐχή· τότε ὁ ἄνθρωπος,ἀσκώντας νύκτα καὶ ἡμέρα τὴν εὐλογημένη αὐτὴν ἐργασία,θὰ λυτρωθῆ ἀπὸ ὅλες τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ.
ι. Εἴτε στέκεσαι εἴτε κάθεσαι εἴτε τρῶς εἴτε ταξιδεύεις εἴτε κάνεις ὁ,τιδήποτε ἄλλο,ἐπαναλάμβανε ἐπίμονα τὴν  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἀσκώντας ἰσχυρὴ βία στὸν ἑαυτό σου, διότι αὐτὴ πλήττει τοὺς ἀοράτους ἐχθροὺς σὰν ἕνας πολεμιστὴς μὲ φονικὴ λόγχη.
ια. Χάραξε τὴν  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ  στὸν  νοῦ σου καὶ λέγε αὐτὴν μυστικά, χωρὶς δισταγμὸ ἢ συστολή,ἀκόμη καὶ στοὺς χώρους τῆς σωματικῆς ἀνάγκης!
ιβ. ῞Οταν ἡ γλῶσσα καὶ τὰ χείλη σου κουραστοῦν, προσευχή σου μόνο μὲ τὸν  νοῦ·ὅταν πάλι ὁ  νοῦς κουραστῆ ἀπὸ τὴν ἐπίμονη αὐτοσυγκέντρωσι καὶ ἡ καρδιὰ πονέση,τότε κάνε μία διακοπὴ καὶ πιάσε τὴν ψαλμωδία.
ιγ. ᾿Απὸ τὴν προσευχή, ποὺ ἀσκεῖται γιὰ πολὺ καιρὸ μὲ τὴν γλῶσσα, γεννιέται ἡ προσευχὴ τοῦ νοῦ, ἡ νοερὰ προσευχή· καὶ ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ νοῦ γεννιέται ἡ προσευχὴ τῆς καρδιᾶς,ἡ καρδιακὴ προσευχή.
ιδ. Νὰ μὴ λέγης τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ δυνατὰ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦς· καὶ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς νὰ μὴ στρέφης τὴν σκέψι σου ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, σὲ κοσμικὰ καὶ μάταια πράγματα, ἀλλὰ νὰ μένης, πολεμώντας τὴν ραθυμία, στὴν μνήμη τῆς Εὐχῆς καὶ μόνο. 
ιε. ῾Η προσευχὴ δὲν εἶναι παρὰ ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ ανάμεσα στὸν ὁρατὸ καὶ τὸν ἀόρατο κόσμο, γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφοσιώνουμε τὸν  νοῦ μας σὲ αὐτήν. ῞Οπου στέκεται τὸ σῶμα, ἐκεῖ πρέπει νὰ εὑρίσκεται μαζί του καὶ ὁ νοῦς,μὴν ἔχοντας κανένα λογισμὸ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λόγια τῆς Εὐχῆς.
ιϛ. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες λέγουν, ὅτι ἂν κανεὶς προσεύχεται μὲ τὰ χείλη, ὁ νοῦς του ὅμως εἶναι ἀπρόσεκτος, κοπιάζει μάταια,ἐπειδὴ ὁ Θεὸς προσέχει τὸν νοῦ καὶ ὄχι τὰ πολλὰ λόγια·ἡ νοερὰ προσευχὴ δὲν ἀνέχεται νὰ ἔχη ὁ νοῦς καμμία φαντασία ἢ ἀκάθαρτη σκέψι.
ιζ. ῍Αν δὲν ἐθισθῆ κανεὶς στὴν νοερὰ  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, δὲν θὰδυνηθῆ νὰ ἀποκτήση τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
ιη. ῍Αν ἡ Εὐχὴ τοῦ γίνη συνήθεια καὶ περάση μέσα στὴν καρδιά του, θὰ ξεχύνεται ἀπὸ αὐτὴν ὅπως ἀναβλύζει τὸ νερὸ ἀπὸ μία πηγή.
ιθ. ῞Ο,τι καὶ ἂν κάνη τότε ὁ ἄνθρωπος, ὅλες τὶς ὧρες καὶ σὲ ὅλους τοὺς τόπους, εἴτε εἶναι ξύπνιος εἴτε κοιμᾶται, θὰ κινῆται αὐθόρμητα στὴν ἐπανάληψι τῆς Εὐχῆς· ναί, ἀκόμη καὶ ὅταν νυστάζη ἢ τὸν παίρνη ὁ ὕπνος,ἀκόμη καὶ τότε ἡ Εὐχὴ θὰ τὸν ξυπνάη,ἀναβλύζουσα ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὴν καρδιά  του.
κ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ προσευχὴ αὐτὴ εἶναι τόσο μεγάλη, ὅταν δὲν ἐγκαταλείπεται ποτέ, διότι ἂν καὶ τὰ χείλη κουράζωνται καὶ τὸ σῶμα ναρκώνεται, τὸ πνεῦμα ὅμως δὲν κοιμᾶται ποτέ.
κα. ῞Οταν ἐκτελῆ κανεὶς μὲ προσήλωσι κάποια ἀναγκαία ἐργασία ή ὅταν λογισμοὶ εἰσορμοῦν στὸν  νοῦ του ἢ ὅταν ὁ ὕπνος τὸν καταβάλλη, τότε πρέπει νὰ προσεύχεται ζωηρὰ μὲ τὰ χείλη καὶ τὴν γλῶσσα, ὥστε ὁ νοῦς του νὰ ἀκούη τὴν φωνή· ὅταν πάλι ὁ νοῦς εἶναι εἰρηνικὸς καὶ ἤρεμος ἀπὸ λογισμούς, τότε ὁ ἄνθρωπος ἂς προσεύχεται μόνο νοερά.
κβ. Αὐτὸς ὁ δρόμος τῆς προσευχῆς ὁδηγεῖ συντομώτερα στὴν σωτηρία, ἀπ᾿ ὅ,τι ὁ ἄλλος μὲ τοὺς ψαλμούς, τοὺς ἀσματικοὺς κανόνες καὶ τὶς συνήθεις προσευχές, ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ἐγγράμματοι.
κγ. ῞Οσον διαφέρει ὁ ὥριμος ἄνθρωπος ἀπὸ ἕνα παιδί, ἄλλο τόσο καὶ ἡ νοερὰ ἀδιάλειπτος προσευχὴ ἀπὸ μίαν ἄλλη, ποὺ ἔχει συνταχθῆ τεχνητά.
κδ. ῾Η προσευχὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς εἶναι γιὰ τοὺς προχωρημένους.῾Η ψαλμωδία,δηλαδὴ ἡ συνήθης ἐκκλησιαστικὴ μελωδία,εἶναι γιὰ τοὺς μεσαίους. ῾Η ὑπακοὴ καὶ ὁ κόπος εἶναι γιὰ τοὺς ἀρχαρίους.

Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΥ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΥ.


 Γεννήθηκε το 1722 στην Πολτάβα της Ουκρανίας, ο κατά κόσμον Πέτρος, από πατέρα ιερέα και μητέρα πού αργότερα έγινε μοναχή. Δεκαπέντε ετών μετέβη στη μονή Λιοΰμπεσκ και κατόπιν στη Μεγάλη Λαύρα του Κιέβου. Πνευματικό οδηγό είχε τον ησυχαστή Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων.    Το 1742, ύστερα άπό διωγμούς Ουνιτών στην πατρίδα του, μετέβη στη Βλαχία και μόνασε εκεί επί τετραετία, λαμβάνοντας τ΄ όνομα Πλάτων. 
Το 1746 αναχώρησε για το πολυπόθητο Άγιον Όρος.Ασκήθηκε στην Καψάλα, όπου εκάρη μοναχός άπό τον Γέροντα του Βασίλειο με τ΄ όνομα Παΐσιος. Το
1758 χειροτονήθηκε διάκονος και
ιερεύς και απέκτησε δωδεκαμελή συνοδεία. Κατόπιν πήγε με τη συνοδεία του στο Κελλί του Προφήτου Ηλιού, το όποιο μετέτρεψε σε σκήτη, πού ανήκει στη μονή Παντοκράτορος. 
Απέκτησε περί τους πενήντα καλούς μαθητές, για τους οποίους συνέταξε τυπικό κατά την αγιορείτικη τάξη, και άρχισε τις μεταφράσεις των Πατέρων της Εκκλησίας στα σλαβικά, όπως Ισαάκ του Σύρου και Γρηγορίου του Σιναΐτου, διδάσκοντας σε όλους την ευχή του Ιησού. 
Το τελευταίο εξάμηνο της αγιορείτικης ζωής του το διήλθε στην Ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας (1762). Μετά άπό δεκαεπτά χρόνων παραμονή στον ιερό Άθωνα, ο όσιος Παΐσιος επέστρεψε το 1763 στη Μολδαβία παίρνοντας μαζί του αρκετούς μοναχούς.
Εγκαταστάθηκε στη μονή Δραγκομίρνα και απέκτησε πολλούς μαθητές Ρώσους, Ρουμάνους και Βουλγάρους. Τους δίδασκε καθημερινά στη γλώσσα τους να τηρούν πενία, υπακοή, ταπεινοφροσύνη, σιωπή και να εντρυφούν στη μελέτη των νηπτικών πατέρων. 
Έγινε ηγούμενος της αρχαίας μονής του Νεάμτς, την οποία κατέστησε σπουδαίο πνευματικό κέντρο, με τις μεταφράσεις Ελλήνων Πατέρων και ασκητών και τη ζωή της ευχής του Ιησού. Αξιοσημείωτη είναι ή μετάφραση της Φιλοκαλίας (1793). 
Τη φήμη του αγίου Γέροντος Παϊσίου ακούγοντας ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης θέλησε να γίνει μαθητής του, μα εμποδίσθηκε από διάφορες συμπτώσεις κι επέστρεψε στο Άγιον Όρος.
Στη μονή Νεάμτς ανεπαύθη ειρηνικά στις 15 Νοεμβρίου 1794 ο μεγάλος στάρετς, για το έργο του οποίου μιλούν πολλοί με δικαιολογημένο θαυμασμόΥπήρξε αναζωογονητής του μοναχισμού στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Οι πολυάριθμοι και αξιόλογοι μαθητές του έγιναν, μετά την κοίμηση του, κήρυκες των διδαχών του. Οι μονές Δραγομίρνα, Σέκου και Νεάμτς ήταν τα κέντρα της λαμπρής ασκητικοφιλολογικής κινήσεως κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, όπου οι μαθητές του, με τη νηπτική τους εργασία και τ΄ ανεπτυγμένα φιλολογικά τους κριτήρια, μόχθησαν για την πνευματική ανύψωση της Μολδαβίας. Το πνεύμα των ιεροπρεπών Κολλυβάδων μετέφερε ο όσιος Παΐσιος στα Βαλκάνια και τη Ρωσία. Τιμάται ιδιαίτερα από τους Ρώσους και τους Ρουμάνους. Η επίσημη αναγνώριση της αγιότητας του έγινε από το Πατριαρχείο Μόσχας το 1988 και από το Πατριαρχείο Ρουμανίας το 1992.Την πρώτη βιογραφία του έγραψε το 1817 ο μαθητής του μοναχός Μητροφάνης, πού στηρίχθηκε στην αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου και στις προσωπικές αναμνήσεις του. Ακολούθησαν αρκετές άλλες, πού κυκλοφόρησαν ευρύτατα στα ρουμανικά και ρωσικά και μεταφράσθηκαν στα ελληνικά.
Η μνήμη του τιμάται στις 15 Νοεμβρίου.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη, 2007/πηγή
Όραμα του Οσίου Παισίου Βελιτσκόφσκυ
…  Ο π.  Αθανάσιος  µιλούσε για τον στάρετς Παίσιο Βελιτσκόφσκυ µε δέος και σεβασµό και 
διηγόταν τα ακόλουθα για να δείξει το ύψος των πνευµατικών του αναβάσεων… 
 
    Κάποτε καθόταν στο καλύβι του και προσευχόταν. Ξαφνικά είδε (σαν σε έκσταση, όπως συνήθως 
αποκαλύπτεται σε τέτοιους ανθρώπους) πλήθος δαιµόνων να κυκλώνουν ένα είδος θυσιαστηρίου και σε 
  
λίγο άλλους δαίµονες να συνοδεύουν τον σατανά  µε δαιµονική επισηµότητα. Ο σατανάς κάθισε πάνω 
  
 στο θυσιαστήριο και δεχόταν τους δαίµονες που ερχότανε ένας –  ένας  µε τις αναφορές τους και
 
απαντούσαν στις ερωτήσεις του. 
    -Εσύ που ήσουν; Ρώτησε ο σατανάς τον πρώτο δαίµονα. Ήµουν στο καλύβι ενός  µοναχού, που 
ζει στην ησυχία έξω από το  µοναστήρι, µα δεν  µπορούσα να τον πλησιάσω, γιατί όσες φορές δοκίµασα 
  
εκείνος έπεφτε κατά γης, φυσικά έκανε µετάνοιες και προσευχές, και ήταν καλυµµένος ολόκληρος µε µια 
  
 φωτιά που  µε έκαιγε,  και για αυτό  µου ήταν τελείως αδύνατο να φτάσω κοντά του. Ο σατανάς τότε 
  
 διέταξε να τον δείρουν όπως και τους άλλους που δεν τα κατάφεραν στις δαιµονικές επιδιώξεις τους. Κι 
  
 ήταν όλοι αυτοί 5-6 δαίµονες. Μετά ο σατανάς άρχισε να γρυλίζει και να λέει: 
  
 Ω!  π ό σ ο  µε ε ν ο χ λ ο ύ ν  α υ τ ά  τ α  π α λ ι ό χ α ρ τ α! !   (εννοούσε τα πατερικά βιβλία σε µεταφράσεις 
  
 του π. Παϊσίου). Θάρθει καιρός όµως που όλα θα υποταχθούν στην θέληση  µου,  και αυτά τα βιβλία θα 
 
εξαφανιστούν. Και η εποχή αυτή, πρόσθεσε ο γέρων Αθανάσιος ήρθε. 
  Η περίφηµη βιβλιοθήκη της  µονής Νεάμτς κατακάηκε και τα λίγα βιβλία για την νοερή προσευχή 
 που γλύτωσαν από την καταστροφή έχουν  µείνει στ`  αζήτητα,  κανείς πια δεν ενδιαφέρεται γι`  αυτά...      
  Ο γέροντας Αθανάσιος συνέχισε:Πρέπει να διαβάζουμε διαρκώς Π Α Τ Ε Ρ Ι Κ Α Β Ι Β Λ Ι Α. Όλοι οι  
 άγιοι πατέρες διάβαζαν πολύ,  διάβαζαν ως ότου να λάβουν το χάρισµα της προσευχής. Τον  
 
Οκτώβριο του 1873  ο Αθανάσιος αρρώστησε και στις 23  του  µηνός πέθανε και κηδεύτηκε στο κοινό 
  
 κοιµητήριο.  
Πηγή-Οσιος Παίσιος Βελιτσκόφσκυ-Εκδ.Πέτρου Μπότση

ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ & ΚΑΛΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ.

ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟΝ

 ΣΤΗΝ ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ.

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων.
Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.
 Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας.
Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.
Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο τής αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ώ αγάπη τελειότατη! ώ αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία τού Χριστού, πού προσφέρεται για την άπελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τού ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα ). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)
Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθείστην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο; -Μην το λες αυτό. Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησίας. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.Ύστερα από’ αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.
——————————————————————
Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»
Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, που συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε: Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει να κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα; Ο ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
- Δώσε εντολή να σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ’ ένα εξωκλήσι.
Έτσι κι έγινε. Ο κυρ-Δημήτρης – αυτό ήταν το όνομά του – άφησε εντολή στο γιο του να κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο. Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη. Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε να κάνει το σαρανταλείτουργο, που ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των αγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε να γίνει ημέρα Κυριακή το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει να επιστρέψει ατό σπίτι του. Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη να τελέσει την τελευταία λειτουργία. τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε να βγάλει το δόντι. Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό να του τα δώσει την επόμενη μέρα. Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για να προσευχηθεί. ‘Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του η ακόλουθη σκέψη: «Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, η τα καθιέρωσε η εκκλησία για παρηγοριά
των ζώντων;»
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του να βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, που μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία. «Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!», μονολόγησε. «Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!» Εξετάζοντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ’ τα διαμάντια και το χρυσάφι. Η ομορφιά του ήταν ανέκφραστη. Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε – τι χαρά! – βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
- Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή.
- Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα. Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι’ αυτόν τον τόπο. Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες; Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
- Η φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, που της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε να καταταχθώ σ’ αυτό το μέρος. Ήταν μάλιστα να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, που το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του – κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
Ύστερα απ’ αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες. Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των αγίων Απόστολων. Ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά: -
- Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο.
Αυτό το είπε για να μην τον λυπήσει. ο επισκέπτης. Τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα. Όταν έφτασε στο σημείο που ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό. – - Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος που εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά. Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.

ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΚΑΙ Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ 

ΔΙΗΓΗΣΗ Π.ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ.

Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά. Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν.
Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.
Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν.
Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα.
Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα.
Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.
Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!
(Από το υπό έκδοση βιβλίο μας-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΖΩΗ) 
Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ

Ὅταν λειτουργοῦσε γινόταν ἄλλος ἄνθρωπος. Οἱ ἐκκλησιαζόμενοι ἄκουγαν διαφόρους ἤχους στό ἱερό βῆμα ἀπό οὐράνιους ἐπισκέπτες του. Γονάτιζαν κι ἔψαλλαν τό «Κύριε ἐλέησον».
 Μία φορά εἶπε ὁ ὅσιος στόν ψάλτη του: Εἶχα τόσους ἁγίους σήμερα, πού δέν εἶχα μέρος νά τούς βάλω. Τόν ἅγιο Παντελεήμονα τόν βάλαμε σέ μία γωνία, γιατί δέν ὑπῆρχε χῶρος…
Κάποτε οἱ δαίμονες ἐνοχλοῦσαν τόν ὅσιο καί δέν τόν ἄφηναν νά προσκομίσει. Μετά τή Λειτουργία εἶπε: Ἄρχισα αὐτό τό σαρανταλείτουργο μέ πίεση. Οἱ δαίμονες φώναζαν τά ὀνόματα, γιά νά μή τά μνημονεύσω, νά μή συγχωρεθοῦν.
Μετά ἕνα ἄλλο σαρανταλείτουργο τόν ρώτησαν:
—Γέροντα κουράστηκες γιά νά τό τελειώσεις;
—Ὄχι παιδί μου, μοῦ ἦταν τόσο εὐχάριστο, σάν νά ἔκανα ἕναν ἑσπερινό, γιατί ἦταν πολύ καλοί ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας σου ἔχει ἕνα πλούσιο τραπέζι σάν τοῦ  Ἀβραάμ.
Τότε σκέφθηκε: Ἐμεῖς ἤμασταν τόσο φτωχοί, πού σχεδόν ἤμασταν πεινασμένοι, ποῦ τό βρῆκε ὁ πατέρας μας αὐτό τό πλούσιο τραπέζι;
—Μή τό βλέπεις ἔτσι, τόν διόρθωσε ὁ ὅσιος, μπορεῖ νά μή εἶχε νά δώσει, μά ἡ ψυχή του ἤθελε πολύ νά δίνει, καί ὁ Θεός τό μέτρησε σάν νά ἔδινε. Ἡ μάνα σου εἶναι σάν ὑπηρέτρια στόν πατέρα σου, γιατί ἦταν ἀρκετά κουραστική καί τόν στενοχωροῦσε, ὅλο γκρίνιαζε. Ἀλλά ὁ πατέρας σου πάντα μέ τό χαμόγελο τῆς φερόταν καί μέ πολύ καλωσύνη. Στούς συγγενεῖς σας εἴχατε καί μία τυφλή, πού ξεχάσατε νά τή γράψετε. Ἦταν ἁγνή καί πολύ ἀγαθή.
—Μά ἐσύ ποῦ τήν ἤξερες, ρώτησε ἀπορημένος ὁ ἄνθρωπος.
—Ὅταν μνημονεύω, ἔρχεται κι ἐκείνη στά κόλλυβα, ἀλλά ἔρχεται σάν μουσαφίρισσα, δέν ἑνώνεται μέ τούς ἄλλους. Τώρα ὁ καθένας πῆγε στή θέση του καί γιά σᾶς ἄνοιξε δρόμος…

Περιστατικὰ ποὺ ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου, 
Μωυσῆς Μοναχὸς Ἁγιορείτης, 
στὸ 14ο βιβλίο τῆς σειρᾶς «ΑΘΩΝΙΚΑ ΑΝΘΗ»ὑπὸ τὸν τίτλο «Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ ΣΗΜΕΡΑ;»
(ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2010)