ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΗΝΟΣ ΜΑΪΟΥ

 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΜΗΝΟΣ ΜΑΪΟΥ
ΕΝΑΡΞΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ:ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΩΡΑ 06:30 Μ.Μ.
ΟΡΘΡΟΣ -  ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ  ΩΡΑ 07:00 Π.Μ.

ΤΡΙΤΗ   2/5/17 -   ΑΝΑΚ. ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ.
ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟ ΝΤΟΥΒΛΑΤΑΝΙ
ΤΕΤΑΡΤΗ 3/5/17 - ΤΙΜΟΘΕΟΥ & ΜΑΥΡΑΣ- ΞΕΝΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΗΣ -  ΠΕΤΡΟΥ ΑΡΓΟΥΣ -  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΟΥ ΤΡΙΚΚΗΣ
ΠΕΜΠΤΗ 4/5/17 -  ΠΕΛΑΓΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ
ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  5/5/17  - ΕΙΡΗΝΗΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ & ΕΦΡΑΙΜ
ΣΑΒΒΑΤΟ 6/5/17 -   ΣΟΦΙΑΣ ΕΚ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ -  ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΔΟΜΒΟΪΤΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ 7/5/17  - ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
ΑΝΑΚ. ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΑ 8/5/17 -   ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΤΡΙΤΗ  9/5/17 -  ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΒΟΥΝΕΝΟΙΣ – ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
ΤΕΤΑΡΤΗ 10/5/17 -   ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

ΣΑΒΒΑΤΟ 13/5/17 – ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ,ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΩΝ ΚΤΙΤΟΡΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ  ΙΒΗΡΩΝ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΓΑΒΡΙΗΛ, ΙΩΑΝΝΟΥ, ΒΑΡΒΑΡΟΥ, ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ,ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΥ ΤΟΥ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΟΥ & ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΙΒΙΡΗΤΩΝ τῶν ἐλεγξάντων τους λατινόφρονας. ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ 14/5/17 – ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ  -  ΘΕΡΑΠΟΝΤΟΣ – ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΧΙΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΑ 15/5/17 – ΑΧΙΛΛΙΟΥ – ΠΑΧΩΜΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
ΣΑΒΒΑΤΟ  20/5/17 –ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ (στο ἐξωκκλήσι).
ΕΠΙ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΘΕΟΣΤΕΠΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ & ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΕΛΕΝΗΣ
ΩΡΑ 07:15.Μ.Μ. ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΜΕΤ’ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 21/5/17 ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
ΩΡΑ 07:00 Π.Μ. - ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ (Θα ἀκολουθήσει τράπεζα).
ΙΕΡΑ   ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Τὴν Τρίτη 23 Μαϊου καὶ ὤρα 08:30 μ.μ. καὶ μέχρι 12:30 π.μ. θὰ τελεστῇ Ἱερὰ Ἀγρυπνία ἐπί  τη ἐορτή τῆς
ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ.

ΠΕΜΠΤΗ 25/5/17 -  Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ & Η Γ΄ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ  ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΣΑΒΒΑΤΟ 27/5/17– ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΣΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ 28/5/17 - ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ
ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ  ΚΛΑΠΕΝΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ  ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ & ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ.







Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΕΒΓΑΛΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΝΔΡΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ.

ΑΥΤΟΣ  ΕΒΓΑΛΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΦΑΝΕΡΟ!!!!
ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΤΩΡΑ!!!!

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΥ....

ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΙΒΩΤΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ.


ΦΑΝΑΤΙΚΟΙ ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ ΘΕΛΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ.

 Η ΠΟΛΥ ΜΟΡΦΩΣΗ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΜΑΛΛΟΝ  ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ. ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΕΓΩΪΣΜΟ,ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΑΡΕΣΕΙ, ΠΑΝΤΑ  ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΠΛΗ ΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΑΣ.
ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΧΟΜΑΣΤΕ.
 ΧΟΡΤΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΨΕΥΤΟΑΓΑΠΗΣΑΣ,ΤΗΝ ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗ ΣΑΣ,ΤΟΝ ΓΥΑΛΙΝΟ ΚΑΙ ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΣΜΟ ΣΑΣ.
ΑΡΑΓΕ ΘΑ ΒΓΕΙΤΕ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΤΕ ;
 ΤΑ ΨΕΥΤΙΚΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΣΑΣ  ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΟΣΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΑΣ.
  ΑΓΑΠΟΥΛΗΔΕΣ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΑΛΕΤΕ ΤΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΑΚΙ ΣΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΤΕ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΑΣ,ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ,ΜΑΚΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΦΟΥ ΤΟ ΕΠΙΘΥΜΗΤΕ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ,ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΝΥΝ ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ,. 
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΚΤΟΣ  ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΟΛΟΙ ΕΝΑ (ΕΣΕΙΣ ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΝΑ) ΚΑΝΤΕ ΤΟ. 

 ΕΜΑΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ!


ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ .............ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

Βαρθολομαίος: Καταδικάζουμε τους φονταμενταλιστές και φανατικούς που θέλουν να διασπάσουν την ενότητα της Εκκλησίας.

 
Του Μάνου Χατζηγιάννη
Τραβάει το σχοινί ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφορικά με όσους αντιδρούν στις ενέργειές του εμφανιζόμενος ο ίδιος ως εκφραστής της ενότητας, ενώ τους διαφωνούντες τους χαρακτηρίζει φανατικούς και φονταμενταλιστές!
Σήμερα, το μεσημέρι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος πραγματοποίησε ανοιχτή δημόσια διάλεξη στην έδρα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στη Γενεύη.
Ο κ. Βαρθολομαίος βρήκε την ευκαιρία να αναφερθεί σε ζητήματα που σχετίζονται με την Σύνοδο της Κρήτης, όπως επίσης και σε ζητήματα όπως οι σχέσεις με την επιστήμη αλλά και θέματα που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών.
Αρχικά εξήρε το όραμα του Πατριάρχη Αθηναγόρα για τον Οικουμενισμό.
Απευθυνόμενος προς τα μέλη του ΠΣΕ είπε :
“Αγαπητοί αδερφοί, όσο η Κεντρική σας Επιστροπή συνεδρίαζε τον περασμένο Ιούνιο στο Τροντχάιμ, στην Κρήτη διεξήχθη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος” και κατόπιν χαρακτήρισε την σύγκλισή της αναγκαία επειδή όπως είπε η συνοδικότητα είναι βασικός παράγων της Ορθοδοξίας, ενώ εξέφρασε την άποψη πως η Σύνοδος ήταν επιτυχημένη, αδιαφορώντας προφανώς για τις πολλές απουσίες.
Πάντως επισήμανε τον κίνδυνο να δοθεί προς τα έξω η εικόνα μιας ομοσπονδίας Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Μιλώντας για την οικουμενική κίνηση επισήμανε:
“Εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε πως σκοπός της οικουμενικής κίνησης και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών είναι να εκπληρώσει την τελευταία προσευχή του Κυρίου μας: όλοι να γίνουν ένα” και συμπλήρωσε πως
“Για αυτό το λόγο η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος τόνισε ότι η ορθόδοξη συμμετοχή στο κίνημα για την αποκατάσταση της ενότητας με άλλους Χριστιανούς στη Μία Αγία Καθολική και Αποστολική εκκλησία δεν είναι ξένη προς τη φύση και την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά μάλλον αντιπροσωπεύει μια συνεπή έκφραση της αποστολικής πίστης και παράδοσης σε νέες ιστορικές συνθήκες”
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην ομιλία του τόνισε ακόμη πως η Σύνοδος της Κρήτης αναγνώρισε πως ένας από τους πυλώνες της οικουμενικής κίνησης είναι το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και έκρινε πολύ θετική την συμμετοχή του ΠΣΕ στην προσπάθεια για ενότητα των Χριστιάνων.
Για το διάλογο με μη Ορθοδόξους
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησε για όσους έχουν ενστάσεις στους διαλόγους με τα άλλα δόγματα.
Διάλογοι που βέβαια σπανίως μένουν στα χαρτιά αλλά μεταφράζονται και σε συμπροσευχές, αλλά αυτό το προσπέρασε….
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, λοιπόν, τόνισε πως “η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος επιβεβαίωσε την μεγάλη σημασία που δίνει η Ορθόδοξη Εκκλησία στον διάλογο με μη Ορθοδόξους και για αυτό το λόγο θεωρεί πως όλες οι προσπάθειες να διαρραγεί η ενότητα της Εκκλησίας από μεμονωμένους ή ομάδες υπο την δικαιολογία ότι υπερασπίζονται την αληθινή Ορθοδοξία αξίζουν καταδίκης”.
Δεν δίστασε μάλιστα να χαρακτηρίσει όσους αντιδρούν φονταμενταλιστές και φανατικούς!
Είναι ξεκάθαρο λοιπόν με βάση και την σημερινή ομιλία πως ο Οικουμενικός Πατριάρχης επιλέγει την ανοιχτή σύγκρουση αντί την καταλλαγή και το ζητούμενο είναι τι μέλλει γενέσθαι εφεξής για την Ορθοδοξία…


Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝ ΤΟΥ ΚΤΗΤΩΡΟΣ
Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝ Ο ΚΤΗΤΩΡ
Ο Όσιος Ξενοφών έζησε κατά τα τέλη του 10ου αιώνος μ.Χ. και σκήτεψε στο Άγιον Όρος. Καταγόταν από περιφανή και πλούσια οικογένεια και είχε σπουδαία μόρφωση. Υπήρξε σύγχρονος του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, του δομήτορος της Μεγίστης Λαύρας, στο δε βίο του μαρτυρείται ότι ο Όσιος Αθανάσιος θεράπευσε τον αδελφό του Οσίου Ξενοφώντος, Θεόδωρο, ο οποίος έπασχε από την ανίατη νόσο του καρκίνου.
  Όταν ήλθε ο Όσιος Ξενοφών στον χώρο όπου σήμερα υπάρχει η επ' ονόματί του φερομένη μονή, βρήκε κατά την παράδοση μικρό ναΐσκο του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου και τη θαυματουργή εικόνα του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Η εικόνα αυτή βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο της εικονομαχίας, όταν οι άγιες εικόνες κατακαίγονταν από τους ασεβείς και αιρετικούς. Τότε η Αγία αυτή εικόνα, μαζί με άλλες, ρίχθηκε στη φωτιά. Αλλά, ω του θαύματος!, η φωτιά σβήστηκε και η εικόνα βρέθηκε σώα και αβλαβής προς καταισχύνην των ασεβών. Τότε ένας από αυτούς, ο θρασύτερος και τολμηρότερος από όλους, αφού έλαβε μάχαιρα χτύπησε την μορφή του Αγίου στον πώγωνα και αμέσως το αίμα που έτρεξε από την πληγή παρέστησε τον Άγιο ζωντανό και θαυμαστό, να ελέγχει δε τρανώς την πλάνη των αιρετικών. Αυτό δε, φαίνεται μέχρι σήμερα.
 Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝ Ο ΚΤΗΤΩΡ
  Μετά από ότι συνέβη, οι ασεβείς εκείνοι άνθρωποι τράπηκαν σε φυγή. Ένας δε ευσεβής και φιλόθεος Χριστιανός πήρε την εικόνα με φόβο και ευλάβεια και την έφερε στην παραλία. Εκεί, αφού προσευχήθηκε θερμά στον Πανάγαθο Θεό, για να διασώσει την εικόνα, την έριξε στη θάλασσα. Έτσι η εικόνα του Αγίου Γεωργίου έφθασε στη μονή Ξενοφώντος, για να καταστεί στήριγμα και παρηγοριά των μοναστών, οροθέτης και φύλακας του ευλογημένου εκείνου τόπου.
  Όταν ο Όσιος Ξενοφών είδε την αγία εικόνα και έμαθε περί της παραδόξου επελεύσεως αυτής διά της θαλάσσης, ανήγειρε με δικά του έξοδα και πολύ κόπο νέα μεγαλοπρεπέστατη μονή, την οποία αφιέρωσε στον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο και κατέστησε αυτήν αρετής φροντιστήριο, ασκήσεως γυμναστήριο, υπακοής και ταπεινοφροσύνης θείο ενδιαίτημα, σωφροσύνης κατοικητήριο, μάλιστα δε ελεημοσύνης και αγάπης οίκο.
  Ο Όσιος διά της διακρίσεως και της πλήρους αγάπης καρδίας αυτού, είλκυε πάνω του τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Γι' αυτό τον βλέπουμε να έρχεται ειρηνοποιός στις διενέξεις και στις προστριβές μεταξύ ορισμένων μονών του Άθω, που συνέβησαν κατά τις αρχές του 11ου αιώνα μ.Χ., με αφορμή εδαφικές διαφορές και καταπατήσεις, στις οποίες έδινε τη λύση επιτυγχάνοντας την εφαρμογή του δικαίου και την τακτοποίηση όλων των ενδιαφερομένων πλευρών. Βρίσκουμε δε και τις περίφημες «ασφάλειες» αυτού, δηλαδή τα συμβόλαια ή συμφωνητικά, στα οποία και σκιαγραφείται γλαφυρά το σοφότατο του νου του, το πραότατο της καρδιάς του, το ειρηνοποιό της διαθέσεώς του, το δικαιότατο της γνώμης του, η πλούσια και βαθύτατη μόρφωση και καλλιέργειά του. Και από όλους τους πατέρες απεκλήθη «ο δίκαιος».
  Ο Όσιος Ξενοφών, περί το τέλος του βίου του, παραιτήθηκε από την ηγουμενία υπέρ του αδελφού του Θεοδώρου και εφησύχαζε αναμένοντας ειρηνικά την ώρα της εκδημίας του προς τον Κύριο. ο Κύριος τον ανέπαυσε με ειρήνη μεταξύ των ετών 1018 - 1035 μ.Χ.

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ & ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ.

Ο Ευαγγελιστής Μάρκος και το Ευαγγέλιό του.



Κατά την Εκκλησία ο Ευαγγελιστής Μάρκος ταυτίζεται με τον Ιωάννη – Μάρκο, τον αναφερόμενο στις Πράξεις των Αποστόλων και σε Επιστολές της Κ. Διαθήκης. Ο Ιωάννης, λοιπόν, ή Μάρκος, που ήταν το δεύτερό του κατά τη συνήθεια των ρωμαϊκών χρόνων, ήταν γιος μιας χριστιανής με το όνομα Μαρία. Αυτή διέθετε το σπίτι της στα Ιεροσόλυμα, για τις συνάξεις των πρώτων Χριστιανών.  Σύμφωνα με την κυριαρχούσα άποψη, στο ανώγειο αυτού του σπιτιού έλαβε χώρα ο Μυστικός Δείπνος. Ακόμα πιστεύεται ότι ο άνδρας που κουβαλούσε «κεράμιον ύδατος» (Μαρκ. ιδ΄13), ήταν ο ίδιος ο Μάρκος. Άλλωστε και ο νεαρός που φεύγει σχεδόν γυμνός, για να μη συλληφθεί στη Γεθσημανή είναι πάλι ο Ιωάννης Μάρκος, [Μαρκ. ιε΄ 51].
Ο Μάρκος συνεργάστηκε ιεραποστολικά με τους Αποστόλους Παύλο και Πέτρο. Στην αρχή συνόδευε τον Βαρνάβα (θείο του) στην πρώτη περιοδεία του Παύλου, για να φύγει αργότερα, όταν ο Παύλος και η συνοδεία του έφταναν στην Πέργη, επιστρέφοντας στα Ιεροσόλυμα. Στην αρχή της δεύτερης περιοδείας του Παύλου τον εγκαταλείπει και πάλι, σπεύδοντας να κηρύξει το ευαγγέλιο στην Κύπρο με το Βαρνάβα. Τα επόμενα όμως χρόνια ο Μάρκος είναι κοντά στον Παύλο που «αιχμάλωτος» συγγράφει τις επιστολές του (Κολασ. δ΄10, Φιλήμ. 24), ενώ έπειτα συντροφεύει τον Πέτρο (Α΄ Πέτρ. ε΄17).

Η αρχαία παράδοση, συνδέει τον Ευαγγελιστή με την ίδρυση της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, ενώ η Κοπτική Εκκλησία αποδίδει σ' αυτόν τη συγγραφή μιας από τις αρχαιότερες Θείες Λειτουργίας. Πάντως κανείς αρχαίος Αλεξανδρινός συγγραφεας δεν κάνει λόγο για διαμονή του Μάρκου στην Αλεξάνδρεια. Το απόκρυφο βιβλίο “Πράξεις Μάρκου” (5ος αιώνας) κάνει λόγο για μαρτύριο του Αγίου Ευαγγελιστού Μάρκου.
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΤο δεύτερο, όπως συνηθίσαμε να λέμε, Ευαγγέλιο [χρονικά γράφηκε πρώτο, πριν το 65 μ.Χ.], έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τα άλλα συνοπτικά ευαγγέλια, (Ματθαίου και Λουκά). Ο Μάρκος ασχολείται με τη δημόσια δράση του Κυρίου μέχρι και την Ανάσταση Του, παραλείποντας γενεαλογία, γέννηση και παιδικά χρόνια Του. Αναφέρει περιληπτικά ομιλίες του Κυρίου, με εξαίρεση τις προφητείες Του στο ιγ΄ κεφάλαιο. Αντίθετα απαριθμεί πολλά θαύματά Του. Οι αφηγήσεις του, ζωντανές και παραστατικές με πολλές λεπτομέρειες («προφορικό» κείμενο). Συνηθίζει να εκφράζει τις εντυπώσεις των πρωταγωνιστούντων προσώπων της διήγησής του και να φανερώνει συναισθήματα και αντιδράσεις τους. Όταν, όμως, πρέπει να δοθεί ζωηρότητα στις διηγήσεις του, ο Μάρκος χρησιμοποιεί πλούσια φρασεολογία. Ο Ευαγγελιστής διασώζει λόγια του Κυρίου στη μητρική Του γλώσσα, όπως ειπώθηκαν: «Βοανεργές, Ταλιθά κούμι, Εφφαθά, Κορβάν, Αββά». Το ύφος του Ευαγγελίου κρίνεται ρεαλιστικό και αντικειμενικό. Μας παρουσιάζει τον Κύριο όπως είναι: «ο Υιός του Θεού εν δυνάμει» (Ρωμ. α΄ 4), πρόσωπο θεανδρικό ως Υιός του Θεού και ως γιος του Ανθρώπου, ο Κύριος μας αλλά και ο συμπάσχων λυτρωτής μας.
  Η γλώσσα που γράφηκε το Ευαγγέλιο είναι η ελληνική. Στη συνέχεια μεταφράστηκε στα λατινικά. Δεν έχει αποδειχτεί επαρκώς πότε γράφηκε το κατά Μάρκον ευαγγέλιο. Η προφητεία όμως του Κυρίου περί καταστροφής των Ιεροσολύμων (70 μ.Χ.) φαίνεται σαν κάτι μελλοντικό. Ο Ευσέβιος πίστευε ότι γράφτηκε γύρω στο 43-44 μ.Χ., ενώ ο Ειρηναίος και ο Κλήμης Ρώμης τοποθετούν τη συγγραφή στο 64 μ.Χ., αμέσως μετά την άφιξη ή το θάνατο του Πέτρου στη Ρώμη. Πιθανότατα, το ευαγγέλιο γράφηκε στη Ρώμη. Ο σκοπός της συγγραφής είναι κατηχητικός και ιστορικός. Ιστορικός γιατί καταγράφει λεπτομερώς τη δημόσια δράση του Κυρίου και κατηχητικός γιατί διασώζει εμμέσως τη διδασκαλία του απ. Πέτρου. (Ειρηναίος, «κατά αιρέσεων 3,10,6). Απευθύνεται στους «εξ εθνών» χριστιανούς, κι αυτό διότι ο. Μάρκος πάντα μεταφράζει τις αραμαϊκές λέξεις ενώ αντίθετα δεν εξηγεί καθόλου τις ρωμαϊκές, αφού απευθύνεται σε Ρωμαίους πολίτες. Επίσης διευκρινίζει και επεξηγεί διάφορες ιουδαϊκές συνήθειες και έθιμα όπως οι πλύσεις των χεριών (ζ΄3-4), το εβραϊκό Πάσχα (ιδ΄12), η Παρασκευή (ιε΄42), κ.α. Εφόσον γράφει προς εθνικούς, δεν υπάρχει ανάγκη να αποδείξει την ανθρώπινη καταγωγή του Κυρίου από το Δαβίδ, ούτε ότι στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού εκπληρώνονται όλες οι προφητείες.
  Αντίθετα με εκτενή αναφορά σε θαυμαστές θεραπείες, σε αναστάσεις νεκρών, στην κυριαρχία Του επί των φυσικών δυνάμεων, σε αποδιώξεις δαιμόνων, στη Μεταμόρφωσή Του, στις Προφητείες Του, στο σταυρικό Του θάνατο, στην Ανάστασή Του, στην Ανάληψη Του, στην κυριαρχία Του επί του θανάτου, καταφέρνει να αποδείξει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού.
aktinesblogspot.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821

Αθανάσιος Διάκος - Η θυσία στην Αλαμάνα 

(24 Απριλίου 1821)

Αθανάσιος Διάκος: Η θυσία στην Αλαμάνα
του Δημητρίου   Φωτιάδη
Έπειτα από το πάρσιμο των Σαλώνων από τον Πανουργιά, της Λειβαδιάς από τον Θα­νάση Διάκο και της Θήβας από το πρωτοπαλίκαρό του, τον Βασίλη Μπούσγο, ένας άλλος ξακουστός καπετάνιος της Ρούμελης, ο Γιάννης Δυοβουνιώτης μπλοκάρησε τους Τούρκους στο δυνατό και σ’ απόκρημνα μέρη κάστρο της Μπουδουνίτσας. Ο Δυοβουνιώτης είχε γεννηθεί στο χωριό Δυο Βου­νά, απ’ όπου και πήρε τ’ όνομά του. Δεν ήταν πια νέος μέτραγε πενήντα οχτώ χρόνια ζωής, που τα πιό­τερα απ’ αυτά τα έζησε αρματολός και κλέφτης. Με μουστάκες ως τ’ αυτιά, με τα γκρίζα μαλλιά του που πέφτανε πλούσια στους ώμους του, με τη φωνάρα του και το δασύτριχο στήθος του στάθηκε ένας από τους γραφικούς τύπους του Εικοσιένα.
Μπροστά στην Μπουδουνίτσα έσμιξε τον Δυοβουνιώτη ο Διάκος. Μα όπως το κάστρο μπορούσε να παρθεί μονάχα από πείνα, άφησαν μια δύναμη να το πολιορκεί κι αυτοί τράβηξαν να πιάσουν τα περάσμα­τα στον Σπερχειό.
Και είχανε δίκιο. Γιατί από τη μια οι Τούρκοι της Μπουδουνίτσας, καθώς δεν τους απόμεινε πια τίποτα να φάνε, έπειτα από λίγες μέρες παραδόθηκαν και( από την άλλη, δυνατό τούρκικο ασκέρι ετοιμαζόταν να περάσει από το Ζητούνι, όπως λέγανε τότε τη Λαμία, και να ροβολήσει κατά κάτω.

Όταν ο Χουρσίτ πασάς, ο σερασκέρης της εκ­στρατείας ενάντια στον Αλήπασα, έμαθε πως η φω­τιά της αποστασίας απλώθηκε στην ανατολική Ρού­μελη, κατάλαβε πως βρισκόταν μπροστά σε μια γε­νική εξέγερση των άπιστων Γιουνάνηδων και πως οι δυνάμεις του Γιουσούφ πασά και του κεχαγιά του Μουσταφάμπεη δεν ήταν, παρ’ όλα τα κατορθώματά τους, αρκετές να ξεπαστρέψουν τους ζορμπάδες.
Αποφάσισε λοιπόν να οικονομήσει όσο πιότερο στρατό μπορούσε για να πνίξει στα γεννοφάσκια της την Επανάστασή μας. Διάλεξε δυο στρατηγούς να φέρουν σε τέλος το σκοπό του. ο ένας ήταν ο αδελφικός του φίλος Κιοσέ Μεχμέτ πασάς κι ο άλλος ο Αρβανίτης Ομέρ Βρυώνης, που είχε διοριστεί πριν από λίγο καιρό πασάς στο Μπεράτι. Από τους δυο καλύτερος ο δεύτερος. Είχε όνομα τρανού πολεμάρχη και λέγανε πως καταγόταν από παλιά χριστιανική φαμελιά. Η αρχιστρατηγία όμως δόθηκε στον Κιοσέ Μεχμέτ όπως, εξ αιτίας του Αλήπασα, δεν εμπιστεύονταν τότε τόσο τους Τουρκαρβανίτες.
Τ’ ασκέρι τους μέτραγε οχτώ χιλιάδες πεζούρα και χίλιους καβαλαραίους, δύναμη που φαινόταν πως έφτανε και παραέφτανε να ξεπαστρέψει τις μικρές και σκόρπιες δυνάμεις των ξεσηκωμένων. Η διαταγή που είχανε ήταν, αφού πριν ξεκαθαρίσουν τα επαναστατικά σώ­ματα της Ρούμελης, να περάσουν στο Μοριά, για να δώσουν, μαζί με τους πολιορκημένους στα κάστρα, το χτύπημα του θανάτου στους ξεσηκωμένους. Και τόση στεκόταν η πεποίθηση του Χουρσίτ πως όλα θα πάνε όπως τα λογάριαζε, που ονόμασε τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά προσωρινό στη θέση του βαλή του Μόρια.
Με τον Διάκο και τον Δυοβουνιώτη έσμιξε κι ο ήρωας των Σάλωνων, ο Πανουργιάς. Χτύπησαν τους Τούρκους του Πατρατσικιού, της σημερινής Υπά­της, δίχως όμως να μπορέσουν να τους εξοντώσουν. Όταν μάθανε πως έρχονται οι δυο πασάδες τους πα­ρατάνε κι αποτραβιούνται στους Κομποτάδες. Κάνουνε, στις 20 του Απρίλη, συμβούλιο κάτω από το αιωνόβιο πλατάνι του χωριού κι αποφασίζουν ν’ αντιβγούνε στα στενά στον εχθρό όσος κι αν είναι.
Ο Πανουργιάς είχε ίσαμε εξακόσιους Σαλωνίτες, ο Διάκος πεντακόσιους Λειβαδίτες κι ως τετρακόσιους από τα γύρω μέρη ο Δυοβουνιώτης. Αυτοί οι χίλιοι πεντακόσιοι θ’ αντιβγούν σ’ εννιά χιλιάδες Τούρκους.
Ο Πανουργιάς, που τον ακολουθούσε ο επίσκοπος των Σαλώνων Ησαΐας, έπιασε το Μουσταφάμπεη και τη Χαλκωμάτα, ο Δυοβουνιώτης το γεφύρι του Γοργοπόταμου κι ο Θανάσης Διάκος της Αλαμάνας. Μόλις πρόφτασαν να στήσουν καραού­λια, 23 του Απρίλη, και φάνηκε το τούρκικο ασκέρι. 
Ο Ομέρ Βρυώνης, που ήταν η προφυλακή, τραβά στο Λιανοκλάδι να χτυπήσει τον Δυοβουνιώτη και τον Πανουργιά. Ο Κιοσέ Μεχμέτ ξεχύνεται από το Ζητούνι να διαβεί από το γεφύρι της Αλαμάνας.

Πρώτος πισωδρομάει ο Δυοβουνιώτης. Παρατά το Γοργοπόταμο κι αποτραβιέται στα Δυο Βουνά ν’ ασφαλιστεί.
Αντιβγαίνει στον Ομέρ Βρυώνη ο Πανουργιάς, μα μπροστά στο πλήθος και την ορμή των Τούρκων δειλιάζουν τα παλικάρια του και σκορπάνε.
Μαζί τους κι ο ήρωας δεσπότης Ησαΐας. Χοντρός και ηλικιωμένος καθώς ήταν, λαχανιάζει να προφτάσει όσους φεύγανε, μα δεν τα καταφέρνει. Τον παίρνει στις πλάτες του ένα θηρίο, ο Μαρκόπουλος. Τον πάει κάμποσο διάστημα, μα το βάρος του δεσπότη τον τσακίζει.
—  Παιδί μου, του λέει ο Ησαΐας, παράτησέ με γιατί άδικα κι εσύ θα χαθείς, που είσαι πιο χρήσιμος από μένα στον πόλεμο.
Σιμώνουν οι Τούρκοι τον δεσπότη. Γονατίζει, ση­κώνει το κεφάλι του, κοιτάζει τον ουρανό και λέει: 
—  Παναγιά μου, σώσε την πατρίδα μας!  Την ίδια στιγμή πέφτει στη γη κομμένο από για­ταγάνι το κεφάλι του. 
Ο Διάκος στην Αλαμάνα έπρεπε τώρα ν’ αντιβγεί στ’ ασκέρια των δυο πασάδων. Τι του απόμενε να κάνει; Τι άλλο παρά να πισωδρομήσει κι αυτός. Ν’ αντισταθεί στο μπούγιο του εχθρού θατανε σί­γουρος χαμός. Κι όμως τον πρόκρινε. Πριν από λίγες μέρες μιλώντας στο λαό της Λειβαδιάς είχε πει πως ήρθε ο καιρός να μάθουν οι Έλληνες να μη φεύγουν μπροστά στον Τούρκο. Και τώρα έφτασε η ώρα ν’ αρνηθεί ή να κρατήσει τα όσα έλεγε. Διάλεξε το δεύτερο.
Στέλνει τα πρωτοπαλίκαρά του Μπακογιάννη και Καλύβα να ξεθαρρέψουν εκείνους που κράταγαν το γεφύρι. Και τούτοι οι αθάνατοι άντρες αποφασίζουν να δώσουν πρώτοι το παράδειγμα της θυσίας. Μαζί μ’ άλλους δυο ήρωες, που η παράδοση δε μας έσωσε τα ονόματά τους, περνάνε το γιοφύρι και πιάνουν ένα παλιοχάνι. Τέσσερα καριοφίλια θ’ αντιβγαίνανε σε χιλιάδες τούρκικα ντουφέκια!
Ο Διάκος κράταγε τα Ποριά. Ξεχύνονται σε γιου­ρούσι οι Τούρκοι. Ο Βασίλης Μπούσγος λέει στον καπετάνιο πως άλλο τίποτα δεν απόμενε παρά να παρατήσουν τον άνισο κι άσκοπο πια αγώνα και να βρούνε σωτηρία στα βουνά. Αρνιέται. Ο σεΐζης47 του φέρνει τη φοράδα του, την Αστέρω.
—   Καπετάνιε, άδικα θα χαθούμε!
—   Ο Διάκος δεν παρατά τους συντρόφους του! τους αποκρίνεται δείχνοντας εκείνους που κράταγαν το παλιοχάνι.
Απόμειναν πενήντα γύρω του. Οι άλλοι σκόρπι­σαν. Και να, σκοτώνεται δίπλα του ο αδερφός του, ο Γ. Μασαβέτας. Μα η καρδιά του Διάκου δε λυγά, όπως δε λύγισε, στο ίδιο κείνο μέρος, η καρδιά του Λεωνίδα.
Παράδοξη σύμπτωση; Ίσως. Ας μην ξεχνά­με όμως πως οι Έλληνες του Εικοσιένα είχανε, κα­θώς είπαμε, παράδειγμα στον αγώνα τους για λευ­τεριά τους αρχαίους Έλληνες. Και τ’ όνομα του Λεω­νίδα βρισκόταν αδιάκοπα στα χείλια όλων. Η φαν­ταστική μορφή του έσκιζε τις θάλασσες σε τόσα ακρόπρωρα καραβιών μας... Τη χρυσή εκείνη ώρα της άνοιξης ξαναζούσε στις Θερμοπύλες, έπειτα από δυο χιλιάδες τρακόσια χρόνια, η άσκοπη φαινομε­νικά θυσία — η θυσία που γίνεται σύμβολο, που γίνεται δύναμη, που γίνεται θρίαμβος, που γίνεται αθανασία μέσα από το θάνατο. Η θυσία της ανάστασης. Ο μυθικός φοίνικας ξαναγεννιόταν από τη στά­χτη του. 
Οι λίγοι Έλληνες πολεμάνε πια στήθος με στήθος με τους Τούρκους. Δε δουλεύουν τα ντουφέκια, παρά μονάχα οι μπιστόλες, οι πάλες, τα γιαταγάνια. Μια σφαίρα χτυπά στην ωμοπλάτη τον Διάκο. Παράλυσε το δεξί του χέρι. Με τ’ αριστερό κρατά το σπασμένο κι αυτό σπαθί του. Ένας απομένει ακόμα ζωντανός δίπλα του, ο Μπούσγος. Χυμά — γίγαντα τον κάνει η απελπισία—σκίζει τους Τούρκους και γλιτώνει. Τον Διάκο τον πιάνουν ζωντανό. Δένουν πισθάγκωνα τα χέρια του και του πεδουκλώνουν μ’ αλυσίδες τα ποδάρια του. Τον φορτώνουν σε μουλάρι. Καθώς τον πάγαιναν και πέρναγε μπροστά στο χάνι όπου ακόμα πολεμούσαν οι τέσσερεις αθάνατοι Έλληνες, φω­νάζει:
—   Μπακογιάννη, Καλύβα, δέκα χιλιάδες με κρατάνε! 
Και τότε εκείνοι οι τέσσερεις ανοίγουν την πόρτα και χύνονται πάνω στις χιλιάδες των Τούρκων να τον λευτερώσουν! Μα δεν πρόλαβαν βέβαια να σιμώ­σουν. Τα κουφάρια τους, που τα σκύλευσαν οι εχθροί, δόξασαν για πάντα τη γη που βγάλανε την ύστερη πνοή τους.
Πήγαν τον Διάκο στους πασάδες.
—   Πως σ’ έπιασαν, ωρέ Διάκο, ζωντανό; τον ρωτά ο Ομέρ Βρυώνης.
—  Αν ήξερα πως δε θα σκοτωνόμουνα, του αποκρίνεται, θα κράταγα μια ριξιά στη μπιστόλα μου για μένα.
Ο Κιοσέ Μεχμέτ πασάς τον ρωτά: 
—   Γιατί κάνατε ζορμπαλίκι; Τι γυρεύετε; 
—   Πήραμε τ’ άρματα για να ξεσκλαβωθούμε. 
—   Αν θες να μας δουλέψεις σου χαρίζω τη ζωή. 
—   Δε σας δουλεύω, πασά. 
—   Θα σε ξεκάνω, ωρέ Διάκο. 
—   Σκότωσέ με. Να ξέρεις όμως πως η πατρίδα μου έχει πολλούς ωσάν εμένα. 
Αποφάσισαν παράδειγμα τρόμου να γίνει το τέ­λος του. Θα τον σούβλιζαν.
Την άλλη μέρα τον πήρανε να τον πάνε στο Ζητούνι, να μαρτυρήσει μπροστά σ’ όλη την Τουρκιά. Του δίνουνε να κρατά τη σούβλα. Την πετά φωνάζοντας:
—   Ωρέ Αρβανίτες, δεν είναι κανένας από σας πα­λικάρι να με ξεκάνει με την μπιστόλα του, παρά αφήνετε τους χαλδούπηδες48 να με τυραννάνε; Δεν είμαι κακούργος. Για το μιλέτι μου49 πολέμησα. 
Η Τουρκιά — γυναίκες, γέροι, άντρες, παιδιά — δε συγκινιέται από το μαρτύριο του ήρωα. Τον βρί­ζουνε, τον φτύνουνε, λυσσομανάνε.
Ήτανε η πιο γλυκιά ώρα του χρόνου· άνοιξη, Κυ­ριακή 24 του Απρίλη. Οι μακελάρηδες ανάβουν τη φωτιά, όπου θα ψηνόταν, ωσάν τ’ αρνιά το Πάσχα, ο ήρωας. Η παράδοση λέει πως τότε ο Διάκος, ρί­χνοντας μια ματιά ολόγυρα — στον ουρανό, στα βου­νά, στους κάμπους της πατρίδας, είπε τούτους εδώ τους δυο στίχους:
Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, 
τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι.
Τον σούβλισαν κι έπειτα τον σιγόψησαν ώσπου να βγει η ψυχή του.
Η Νέα Ελλάδα είχε αποχτήσει όχι μονάχα έναν ακόμα μάρτυρα, παρά και τις Θερμοπύλες της.
Δεν παραθέτουθε τις υποσημειώσεις και τις παραπομπές με σκοπό να προωθήσουμε την αγορά αυτής της εξαιρετικής εργασίας του Δημ.Φωτιάδη.
Από: «Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21» Β’ Έκδοση ‘Ν.ΒΟΤΣΗ’ 1977

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΕ ΓΕΩΡΓΙΕ ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΥΠΕΡ ΗΜΩΝ!!!!!

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ.

 Στην Ανατολική επαρχία της Ατταλείας και στην πόλι Αλαγία εβασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν πολύ χριστιανομάχος. Είχε βασανίσει πολλούς χριστιανούς για ν' αρνηθούν την πίστι τους και έπειτα τους εφόνευε.Κοντά στην πόλι υπήρχε ένας δράκονταςφοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατέτρωγε. Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθή και απέφευγαν να περνούν απ' εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συνεκέντρωσε τον στρατό του και πήγαν για να σκοτώσουν το άγριο θηρίο. Όμως τίποτα δεν επέτυχαν και επέστρεψαν άπρακτοι.
 Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώση τον δράκοντα, πήγαν να τον ερωτήσουν γιατί δεν μπόρεσε να βρη τρόπους να εξοντώση το φοβερό θηρίον. Τότε ο βασιλιάς ύστερα από συμβουλήν που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, είπε προς το πλήθος: «Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να φονεύσωμε το θηρίον και δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών. Τώρα λοιπόν κατά την εντολή τους θα πρέπει ο καθένας μας να στέλνη το παιδί του για να το τρώγη ο δράκοντας. Ακόμα και εγώ θα στείλω την μοναδική μου κόρη, όταν θα έλθη η σειρά της». Έτσι λοιπόν ο λαός υπήκουσε στη διαταγή του βασιλιά γιατί δεν ημπορούσε να κάνη και διαφορετικά. Έστελναν λοιπόν τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους για να καταβροχθίζωνται από το θηρίον.
  Όταν ήλθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του, το πρόσωπόν του, τραβούσε τα γένεια του και με λυγμούς έλεγε: «Αλλοίμονον σε μένα τον ταλαίπωρον! Τι να πρωτοκλάψω γλυκύτατόν μου παιδί; Τον χωρισμόν μας ή τον ξαφνικόν σου θάνατον που πρόκειται να ίδω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμον που σε λίγο θα νοιώσης καθώς θα σε κατασπαράζη το άγριο θηρίο; Αλλοίμονον, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και επερίμενα την ώραν που θα εώρταζα τους χαρούμενους γάμους σου. Πού θα βρω πια παρηγοριά και πώς θα ζήσω μακρυά σου; Τι τη θέλω την ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;» Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: «Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με ελεήσετε και να με συμπονέσετε. Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε, και ακόμη την βασιλείαν μου, αλλά να μου κάνετε μίαν χάρι. Να μου χαρίσετε το αγαπημένο και μονάκριβο παιδί, αλλοιώς αφήστε με κι εμένα να πάω μαζί της». Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλιά γιατί αυτός ήταν που εξέδωσε διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά τους τέτοιο οικτρό τέλος. Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν ότι έπρεπε να εφαρμοσθή και στο παιδί του η διαταγή του.
  Μη μπορώντας να κάνη διαφορετικά ο βασιλιάς την συνώδευσε μέχρι την πύλη της πόλεως. Αφού την αγκάλιασε και την κατεφίλησε κλαίοντας την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσουν κοντά στην λίμνη. Πράγματι οι άνθρωποι την άφησαν εκεί και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στη λίμνη και επερίμενε να έλθη το θηρίον για να την κατασπαράξη.
   Εκείνον τον καιρό ο Μέγας Γεώργιος, που δεν είχε ακόμη ομολογήσει την Χριστιανικήν του πίστιν, ήτο κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδος στο στράτευμα του Διοκλητιανού.  Επέστρεφε μάλιστα στην Καππαδοκία από ένα πόλεμον που συνεξεστράτευσε με τον Διοκλητιανόν. Κατ' οικονομίαν Θεού επέρασε και από την λίμνην και όταν είδε το νερό θέλησε να ποτίση τον ίππον του και να ξεκουρασθή και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίη ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμον την επλησίασε και την ερώτησε γιατί έκλαιγε και ακόμη ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθή τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρεκάλεσε να ιππεύση τον ίππον του και να φύγη όσον πιο σύντομα ημπορούσε, γιατί κινδύνευε να χάση την ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος». Ο Άγιος επέμενε να μάθη τι της συνέβη. Και αυτή του είπε: «Είναι μακρά η αφήγησις, κύριέ μου, και δεν μπορώ να σου διηγηθώ τα καθέκαστα αυτήν την ώρα. Μόνον σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγης τώρα αμέσως για να μην θανατωθής μαζί μου άδικα». Και ο άγιος της είπε: «Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στον Θεό που πιστεύω εγώ, ότι δεν θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατον. αλλοιώς θ' αποθάνω μαζί σου».
   Τότε η κόρη εστέναξε πικρώς και διηγήθη στον άγιον τα όσα συνέβησαν. Αφού άκουσε ο άγιος τα γεγονότα ερώτησε την κόρην: «Ο πατέρας σου και η μητέρα σου και ο λαός σε ποιόν θεόν πιστεύουν;» Και εκείνη απεκρίθη: «Πιστεύουν στον Ηρακλή και στην μεγάλη θεάν Άρτεμιν». Ο Άγιος τότε της είπε: «Από σήμερα να μη φοβάσαι ούτε και να κλαις. Μόνον πίστεψε στον Χριστόν που πιστεύω εγώ και θα δης την δύναμιν του Θεού μου». Η βασιλοπούλα απήντησε στον άγιον: Πιστεύω, κύριέ μου, μ' όλη μου την ψυχή και μ' όλη μου την καρδιά». Ο άγιος συνέχισε: «Έχε θάρρος στο θεό που εδημιούργησε τον ουρανό και την γην και την θάλασσα διότι ο Χριστός πρόκειται να καταργήση την δύναμιν του θηρίου και θα ελευθερωθούν και ακόμη θα διώξουν το φόβο του θηρίου όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε λοιπόν εδώ και μόλις ιδής το θηρίον να έρχεται, φώναξέ με».
  Τότε ο Άγιος έκλινε τα γόνατά του στη γη και αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό προσευχήθηκε λέγοντας: «Ο Θεός ο Μέγας και Δυνατός, ο καθήμενος επί των Χερουβίμ και επιβλέπων αβύσσους, ο ων ευλογητός και διαμένων εις τους αιώνας, Συ γνωρίζεις τας καρδίας ότι είναι μάταιες. Συ, Φιλάνθρωπε Δέσποτα, ο των προαιωνίων θαυμασίων Θεός, τον οποίον ούτε έννοια ημπορεί να συλλάβη ούτε λόγος να ερμηνεύση επίβλεψον και τώρα επ' εμέ τον ταπεινόν και φανέρωσέ μου τα ελέη σου. Υπόταξε υπό τους πόδας μου το πονηρόν αυτό θηρίον, για να γνωρίσουν όλοι ότι υπάρχεις μαζί μου και είσαι Συ ο μόνος θεός και εκτός από εσένα άλλος δεν υπάρχει». Τότε ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη η δέησίς σου, Γεώργιε, και κάνε όπως θέλεις, διότι εγώ θάμαι πάντοτε μαζί σου». Μόλις ετελείωσε την προσευχή ο Άγιος εφάνη το άγριο θηρίον. Όταν το είδε η κόρη εφώναξε: «Αλλοίμονόν μου,κύριέ μου.Έρχεται το θηρίο για να με κατασπαράξη».
  Τότε ο Άγιος έτρεξε για να συναντήση το θηρίον. Ήτο το θηρίον φοβερόν. Έβγαζε από τα μάτια του φωτιά και ήταν τόσο εξαγριωμένο και απαίσιον ώστε παρουσίαζε ένα θέαμα φοβερόν. Αμέσως ο Άγιος έκαμε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και είπε: «Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρι μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό για να πιστέψη ο λαός στο όνομά Σου το Άγιον». Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκοντας με τα μεγάλα δόντια έπεσε στα πόδια του ίππου του αγίου και ενώ κυλιόταν, εβρυχάτο. Μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα αυτό ένοιωσε μεγάλη χαράν. Και ο Άγιος της είπε: «Βγάλε την ζώνη σου και δέσε μ' αυτήν τον δράκοντα από τον λαιμόν». Αμέσως τότε η κόρη άφοβα έβγαλε την ζώνην της και έδεσε τον δράκοντα, και ευχαριστούσε τον Άγιον που την εγλύτωσε από τον βέβαιον θάνατον. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογό του είπε προς την βασιλοπούλα: «Σύρε τον δράκοντα με την ζώνη σου μέχρι την πόλι».
  Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενον συμβάν ότι δηλαδή μια κόρη σύρει τον δράκοντα δεμένον, ετράπησαν σε φυγήν. Ο Άγιος Γεώργιος τους εφώναξε: «Μη φοβείσθε, σταθήτε και θα δήτε την δόξαν του Θεού και την σωτηρία σας». Τότε εσταμάτησαν όλοι απορημένοι και επερίμεναν να δουν τι θα τους δείξη. Τους προέτρεψε λοιπόν να πιστέψουν στον Αληθινόν Θεόν και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Αφού εσήκωσε το χέρι του εκτύπησε με το ακόντιον τον δράκοντα και το φοβερό τέρας εσκοτώθη. Έπειτα αφού επήρε από το χέρι την βασιλοπούλα την παρέδωσε στον βασιλιά. Όλοι ένοιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού εγονάτισαν, καταφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθον Θεόν, διότι τους ελευθέρωσε από το θηρίο κι έτσι σταμάτησε η θυσία των παιδιών τους.
  Ο Άγιος Γεώργιος εκάλεσε από κάποια πόλι της Αντιοχείας τον Επίσκοπον Αλέξανδρον και εβάπτισε τον βασιλιά και τους άρχοντας και ολόκληρο τον λαόν. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες εβάπτισε σαρανταπέντε χιλιάδες.
  Αφού λοιπόν εβαπτίσθηκαν όλοι και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανόν έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία επ' ονόματι του τρισυποστάτου Θεού. Ο Άγιος επήγε να την ιδή. Μόλις μπήκε στο Άγ. Βήμα και προσευχήθηκε εβγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίσθηκε ευωδία στο Ναό. Η πηγή αυτή σώζεται μέχρι σήμερα

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΑΓΙΟΥΣ.



ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ & ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΚΟΛΛΥΒΑΔΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ.
  Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή.
  Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας.
  Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.
   Στην ιστορία της Εκκλησίας μας το Πνεύμα το Άγιο αναδεικνύει κάποιες πνευματικές προσωπικότητες, οι οποίες όχι μόνο χαρακτηρίζουν την εποχή τους, αλλά και γίνονται φωτεινοί φάροι για τις επερχόμενες γενεές. Γι’ αυτό ατενίζοντας προς αυτούς μπορούμε και εμείς, οι «εις τους εσχάτους καιρούς καταντήσαντες», να διαπλεύσουμε ακίνδυνα, «αβρόχοις ποσί» την θάλασσα των πειρασμών, των παθών, των πλανών του διαβόλου και να φθάσουμε στο λιμάνι της «όντως ζωής», της απαθείας, του «σαββατισμού»· να επιτύχουμε την σωτηρία μας. Τέτοιοι ήταν οι Τρεις Ιεράρχες, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι Κολλυβάδες Πατέρες.
  Η εμφάνιση των Κολλυβάδων κατά τον 18ο αιώνα στον αγιορειτικό και ευρύτερα τον ελλαδικό χώρο, προκαλεί μία δυναμική επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδόξου Πατερικής Παραδόσεως.
  Οι φορείς αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως ονομάσθηκαν ειρωνικά από τους αντιπάλους τους στο Άγιον Όρος Κολλυβάδες, εξαιτίας του ότι αντέδρασαν στην αντιπαραδοσιακή μεταφορά της τελέσεως των μνημοσύνων από το Σάββατο στην Κυριακή, γιατί σωστά εκτίμησαν ότι προσβάλλεται έτσι ο αναστάσιμος και πανηγυρικός χαρακτήρας της ημέρας.
  Συγκεκριμένα η αφορμή δόθηκε από τους μοναχούς της αγιορειτικής Σκήτης της Αγίας Αννης. Το 1754 οι Αγιαναννίτες μοναχοί εργάζονταν για την ανοικοδόμηση του Κυριακού (τού κεντρικού Ναού της Σκήτης). Αλλά επειδή έπρεπε να εργάζονται και το Σάββατο, πήραν την απόφαση να μην τελούν τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων το Σάββατο σύμφωνα με την παράδοση που ίσχυε σε όλο το Άγιον Όρος, αλλά την Κυριακή μετά την Θεία Λειτουργία. Η απόφαση αυτή, που ερχόταν σε αντίθεση με την εκκλησιαστική παράδοση, σκανδάλισε τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, που ήταν τότε καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή –τήν οποία προσφάτως, το 1749, είχε ιδρύσει η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου– και άρχισε δογματικό αγώνα εναντίον των Αγιαναννιτών. Ο ιεροδιάκονος Νεόφυτος ήταν ο πρωτουργός του κινήματος των Κολλυβάδων.
   Βέβαια η τέλεση των μνημοσύνων ήταν μία μικρή λεπτομέρεια μέσα στο όλο ανακαινιστικό και παραδοσιακό έργο των Κολλυβάδων. Απλώς τονίσθηκε και διογκώθηκε εσκεμμένα από τους αντιπάλους τους, τους λεγομένους Αντικολλυβάδες ή Φιλελευθέρους, ώστε όχι μόνο να αποκρυβεί η όλη τους προσφορά, αλλά και να συκοφαντηθούν οι ίδιοι, γιατί ασχολούνταν με μικρά και ασήμαντα πράγματα, όπως είναι δήθεν τα μνημόσυνα και τα κόλλυβα. Αλλά και οι Μακκαβαίοι για μία μικρή λεπτομέρεια, για το ότι δεν υπήκουσαν στον βασιλιά Ναβουχοδονόσορα και δεν έφαγαν χοιρινό κρέας που το απαγόρευε η παράδοση των Πατέρων τους, υποβλήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια και έγιναν Μάρτυρες και γνήσιοι ομοληγητές της πίστεως των Πατέρων· τους οποίους τιμούμε ως Αγίους της Εκκλησίας μας. Ο ομολογιακός χαρακτήρας της ορθοδόξου πίστεώς μας εκφράζεται όχι μόνο στο δογματικό επίπεδο, αλλά και στο ηθικό και γενικότερα το παραδοσιακό.
  Αλλη αφορμή για την εμφάνιση των Κολλυβάδων δόθηκε με την έκδοση δύο βιβλίων, του πρώτου το 1777 και του δευτέρου το 1783, τα οποία αναφέρονταν στην ανάγκη της συχνής θείας Μεταλήψεως και προερχόταν από τον κύκλο των Κολλυβάδων. Το δεύτερο βιβλίο, του οποίου συγγραφείς είναι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς επίσκοπος Κορίνθου, καταδικάσθηκε από το Πατριαρχείο το 1785, γιατί δήθεν δημιουργούσε σκάνδαλα και διχόνοιες. Αργότερα όμως το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρόβαλε το βιβλίο αυτό ως ψυχωφελές και σωτήριο και με Πατριαρχικό και Συνοδικό γράμμα αθώωσε τους συγγραφείς του.
  Μαζί με τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη συντάχθηκαν αρχικά οι διδάσκαλοι της Αθωνιάδος Σχολής, άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, Χριστόφορος ο Προδρομίτης ο εξ Αρτης και οι ιερομόναχοι Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πελοποννήσιος, Παρθένιος ο αγιογράφος και Παΐσιος ο καλλιγράφος. Ας επισημάνουμε μεταξύ των πρωτοστατών της κινήσεως των Κολλυβάδων τον Κύπριο ιερομόναχο Αγάπιο, που αποτελεί καύχημα για το νησί μας, την «νήσο των Αγίων». Αργότερα προστέθηκαν και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μεγάλος άγιος και σοφός διδάσκαλος του Γένους· ο άγιος Μακάριος επίσκοπος Κορίνθου, που καταγόταν από την επιφανή οικογένεια των Νοταράδων· ο ιερομόναχος Διονύσιος ο Σιατιστέας, πνευματικός της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Δημητρίου, και ο υποτακτικός του ιερομόναχος Ιερόθεος, ο πνευματικός του Αγίου Όρους στο Πρωτάτο.
  Οι κύριοι εκφραστές του κινήματος των Κολλυβάδων, οι οποίοι δημιούργησαν μία φιλοκαλική αναγέννηση τον 18ο αιώνα στην Ορθόδοξο Εκκλησία, ήταν ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Μακάριος Κορίνθου, ο Νοταράς. Αυτοί λόγω της προσφοράς και δραστηριότητός τους, αλλά περισσότερο λόγω της οσίας και υποδειγματικής Πατερικής βιοτής τους, δικαίως συγκαταριθμήθηκαν στην χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας.
   Περί της τελέσεως των μνημοσύνων συνήλθαν δύο Σύνοδοι. Η πρώτη με εντολή του Πατριαρχείου έγινε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους το 1774 και συμμετείχαν δύο πρώην πατριάρχες, οκτώ άλλοι αρχιερείς και 200 περίπου μοναχοί. Η Σύνοδος αναθεμάτισε τους Κολλυβάδες. Η δεύτερη Σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1776 επί οικουμενικού πατριάρχου Σωφρονίου Β΄ και συμμετείχαν ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Αβραάμιος και άλλοι 16 αρχιερείς. Η Σύνοδος αφόρισε τους αρχηγούς των Κολλυβάδων –μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο ιερομόναχος Αγάπιος ο Κύπριος– ενώ εδίωξε και εξόρισε τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Το 1785 ο πατριάρχης Γαβριήλ ο Δ΄ αθώωσε τον άγιο Αθανάσιο. Η τελική δικαίωση όμως των Κολλυβάδων και για το θέμα των μνημοσύνων και την συχνή θεία Μετάληψη έγινε αρκετά αργότερα, τον Αύγουστο του 1819, από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄.Οι Αντικολλυβάδες–Φιλελεύθεροι χρησιμοποίησαν όλα τα αθέμιτα μέσα κατά των Κολλυβάδων· τις διαβολές, τις κατηγορίες, τις συκοφαντίες· έφθασαν ως και στην διάπραξη φόνων. Οι Αγιαναννίτες κάλεσαν κάποιον αρχιληστή της εποχής, τον καπετάν Μάρκο, για να φονεύσει τέσσερις Κολλυβάδες: Τον καλλιγράφο ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντά του Θεοφάνη, τον ιερομόναχο Αγάπιο τον Κύπριο και τον ιερομόναχο Γαβριήλ. Και ο ληστής κατάφερε και έπνιξε τους δύο από αυτούς, τον ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντα Θεοφάνη.
  Η διδασκαλία των Κολλυβάδων ήταν ακραιφνώς Πατερική. Κύριο μέλημά τους ήταν να πείσουν με τον λόγο και με όλο το βίωμά τους τους πιστούς, ώστε να ζήσουν την εσωτερική εν Χριστώ ζωή. Τα θέματα στα οποία εντόπιζαν τον αγώνα τους αφορούσαν την θεία Λατρεία. Ήταν φιλακόλουθοι και συνιστούσαν την τακτική θεία Εξομολόγηση, την συχνή συμμετοχή των πιστών μετά από συνεχή πνευματικό αγώνα και προετοιμασία στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Προέτρεπαν στην αυστηρή τήρηση του εκκλησιαστικού τυπικού, που εξασφαλίζει την πνευματική ισορροπία στην ζωή της Εκκλησίας. Επίσης συνιστούσαν την μελέτη Πατερικών κειμένων, η οποία βοηθά τον πιστό στην διαμόρφωση γνησίου Πατερικού φρονήματος. Ιδιαίτερα οι τρεις άγιοι Κολλυβάδες, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθανάσιος ο Πάριος, Μακάριος ο Νοταράς, ερμήνευσαν κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας, έγραψαν βίους και συνέταξαν Ακολουθίες Αγίων, ακόμη και σχολικά εγχειρίδια Γραμματικής, Ρητορικής, Φιλοσοφίας. Πολλοί Κολλυβάδες αντέγραψαν μάλιστα έργα θύραθεν συγγραφέων, μετέφρασαν σύγχρονους Δυτικούς φιλοσόφους, δεν φοβήθηκαν την επαφή με την νεωτερικότητα είτε προσλαβάνοντας στοιχεία και μεθόδους που εναρμονίζονταν με την Πατερική διδασκαλία είτε επικρίνοντας αυτήν έντονα. Ο σοφός Ευγένιος Βούλγαρης –πού κάλλιστα μπορεί να συνταχθεί μαζί με τους Κολλυβάδες Πατέρες, αν και δεν συμμετείχε ενεργά στο κίνημα, αφού μετά το 1762 βρίσκεται εκτός του ελλαδικού χώρου (Λειψία και κατόπιν Ρωσία)– ήταν βαθύς γνώστης και κριτικός αποτιμητής των πνευματικών ρευμάτων της εποχής του μέσα στο φως της Πατερικής παραδόσεως.
  Αυτό που προείχε για τους Κολλυβάδες ήταν να φωτισθεί το υπόδουλο Γένος και να σταθεί στην πίστη και στις παραδόσεις των Πατέρων, να διασωθεί ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός και ο κατά Χριστόν τρόπος ζωής. Ο άγιος Νικόδημος έγραψε 25 ογκώδη συγγράμματα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει τοΣυμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, που το έγραψε όταν ήταν εξόριστος στο νησί Σκυροπούλα, και ενώ η εκεί διαβίωσή του ήταν πλήρης δυσκολιών και ταλαιπωριών, με στέρηση και των απαραιτήτων για τις βιοτικές του ανάγκες – και φυσικά βιβλίων. Χρησιμοποιεί από μνήμης πλήθος Πατερικών χωρίων για την συγγραφή του βιβλίου του· κάτι το οποίο αποδεικνύει την Χάρη και την απέραντη μνήμη του μεγάλου αυτού Πατρός. Το σύγγραμμα αυτό αποτελεί ένα εγκόλπιο για τον πιστό που θέλει να βιώσει την εν Χριστώ πνευματική ζωή, πραγματεύεται για την φυλακή των αισθήσεων, την νοερά προσευχή και για όλα όσα συντελούν στην τελειοποίηση του έσω ανθρώπου. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, που χαρακτηρίστηκε ως ο μαχητικότερος των Κολλυβάδων, έγραψε 53 συγγράμματα. Πολέμησε ιδιαίτερα τον αθεϊστικό Βολταιρισμό· την πλάνη που προσπαθούσε να εισέλθει και στον ελλαδικό ορθόδοξο χώρο με το πρόσχημα του Διαφωτισμού, της φυσικής θρησκείας, του ορθολογισμού, και που ενέκρυβε την αθεΐα.
  Επίσης οι Κολλυβάδες ήταν οι πνευματικοί καθοδηγητές των Νεομαρτύρων. Αυτοί προετοίμαζαν και τόνωναν ψυχολογικά στον δρόμο του μαρτυρίου, ιδιαίτερα αυτούς που είχαν πρωτύτερα αρνηθεί την πίστη τους, αλλά μετανοημένοι και έμπλεοι θείου έρωτος ζητούσαν διακαώς και επέμεναν να προχωρήσουν στο μαρτύριο. Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς «γύμνασε πνευματικά» και συντέλεσε ώστε να ανάψει το «θείον πύρ» της προς τον Χριστόν αγάπης στις καρδιές τριών μεγάλων Νεομαρτύρων· του Πολυδώρου, ο οποίος καταγόταν από την Λευκωσία, του Θεοδώρου του Βυζαντίου και του Δημητρίου του Πελοποννησίου. Το αίμα των Νεομαρτύρων αποτέλεσε το ευώδες θυμίαμα ενώπιον του Θεού και επέφερε την λύτρωση για το υπόδουλο Γένος. Ο άγιος Νικόδημος συγκέντρωσε πολλά από τα μαρτύρια αυτά στο βιβλίο του, «Νέον Μαρτυρολόγιον».
  Το αναγεννητικό κίνημα των Κολλυβάδων είχε αποφασιστικές επιδράσεις στην τόνωση και ενίσχυση της παιδείας του υποδούλου Γένους και στην διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του, όχι μόνον απέναντι των Οθωμανών κατακτητών, αλλά και απέναντι των δυτικών ιεραποστόλων (μισσιονάρων) που όργωναν τις ορθόδοξες χώρες, ασκώντας προσηλυτισμό με αθέμιτα μέσα, προπάντος όμως εκμεταλλευόμενοι την αμάθεια, την δουλεία και την φτώχεια των Ορθοδόξων πιστών. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε ότι ο Θεός για το δικό μας καλό επέτρεψε να σκλαβωθούμε στους Τούρκους και όχι στους Φράγκους, γιατί αυτοί θα μας έβλαπταν την πίστη. «Ο δε Τούρκος», τόνιζε ο πατρο–Κοσμάς, «άσπρα άμα του δώσης, κάμνεις ό,τι θέλεις».
  Οι Κολλυβάδες προκάλεσαν την ησυχαστική αναγέννηση του Αγίου Όρους, ήταν φορείς της Πατερικής παραδόσεως. Αυτοί εξέφραζαν την υπερχιλιετή ζωή και πορεία του Αγίου Όρους, σε αντίθεση με τους Αντικολλυβάδες οι οποίοι ήταν επηρεασμένοι από τον ευρωπαϊκό θεϊστικό Διαφωτισμό, που ήθελε την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και την αλλοίωση του ορθοδόξου μοναχισμού. Οι Αντικολλυβάδες είχαν ελλιπή πνευματική ζωή, έμεναν απλά σε έναν τύπο της μοναχικής ζωής, την λεγομένη «χονδροκαλογερική», και δεν βίωναν την θεία Χάρη μέσα από την Ορθόδοξη παράδοση. Γι’ αυτό εξάλλου ήταν αντίθετοι στις μακρές Ακολουθίες, στην συχνή θεία Μετάληψη και Εξομολόγηση, στην προγραμματισμένη πνευματική μελέτη, στην νοερά εργασία, στην αδολεσχία με την ευχή του Ιησού. Δεν είχαν εσωτερική πνευματική ζωή. Οι Κολλυβάδες Πατέρες δικαίωναν την ύπαρξη του Αγίου Όρους, ως φορέα της ακραιφνούς Πατερικής παραδόσεως. Στάθηκαν στην γραμμή των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας –ιδιαίτερα των ησυχαστών και νηπτικών Πατέρων του 14ου αιώνα– και δεν άφησαν να αλλοιωθεί ο ορθόδοξος μοναχισμός, όπως είχε ήδη αρχίσει να γίνεται στην Ρωσία επί τσάρου Πέτρου του Μεγάλου, του μεγάλου εραστού της Δύσεως που προώθησε τον εξευρωπαϊσμό της ορθοδόξου πίστεως και συμπληρώθηκε με την αντιμοναστική πολιτική της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Β΄.
  Μολονότι οι Αντικολλυβάδες ήταν περισσότεροι σε αριθμό, χρησιμοποιούσαν, όπως είπαμε βίαια μέσα, είχαν δε πολλές φορές και την υποστήριξη ορισμένων πατριαρχών, εντούτοις δεν κατάφεραν να καταπνίξουν αυτό το κίνημα. Οι θέσεις των Κολλυβάδων υπέρ της Ορθοδόξου παραδόσεως και η νέα γενική αφυπνιστική κίνηση, που είχε ως βάση την αναβίωση του ησυχασμού, σύντομα διαδόθηκαν στην Θεσσαλονίκη, την Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου. Οι περισσότεροι Αγιορείτες Πατέρες που εξορίσθηκαν ή αυτοεξορίσθηκαν από το Άγιον Όρος μετέβησαν σε νησιά πλησίον του Αγίου Όρους, στο Αιγαίο Πέλαγος.
  Ένας από τους εξορισθέντες Κολλυβάδες, ο ιερομόναχος Νήφων ο Χίος μαζί με άλλους τέσσερις μοναχούς, τους Γρηγόριο, Αγαθάγγελο, Ανανία, Ιωσήφ αφού πέρασαν για αρκετά χρόνια στην Σάμο, Πάτμο και Ικαρία πήγαν τελικά στην Σκιάθο, όπου ο Νήφων ίδρυσε την περίφημη Κοινοβιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου το 1794, που αποτέλεσε το βασικότερο κέντρο των Κολλυβάδων εκτός του Αγίου Όρους. Σε αυτήν την Μονή γαλουχήθηκαν οι δύο Σκιαθίτες λογοτέχνες και πνευματικά αναστήματα των Κολλυβάδων, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (μετέπειτα μοναχός Ανδρόνικος) και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
   Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς περιφερόταν συνεχώς στα νησιά του Αιγαίου προς στηριγμό και μετάδωση του Πατερικού πνεύματος στον λαό του Θεού, και ιδίως στην νήσο Χίο μαζί με τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο.
   Ο μακάριος Γέροντας Ιερόθεος άρχισε τον μοναχικό του βίο από την Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Δημητρίου, όπου είχε ως Γέροντα τον πνευματικό της Σκήτης, Διονύσιο τον Σιατιστέα. Μετά τον θάνατο όμως του Γέροντός του και κατά την δεύτερη φάση διώξεως των Κολλυβάδων από τον Άγιον Όρος αναγκάζεται να φύγει από τον Αθωνα. Πηγαίνει στον Πόρο και στην Ύδρα, όπου ιδρύει την Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλία. Ο αδελφός του Φιλόθεος γίνεται ο νέος κτίτορας της εγκαταλελειμμένης τότε Μονής της Ζωοδόχου Πηγής της Λογγοβάρδας στην Πάρο. Από αυτήν την Μονή προήλθε και ο άγιος ηγούμενός της, ο γνωστός μας Φιλόθεος Ζερβάκος.
  Ο άγιος Αρσένιος ο Νέος μαζί με τον πνευματικό του πατέρα Δανιήλ έφυγαν από το Άγιον Όρος και πήγαν στα νησιά Πάρο, Σίκινο, Φολέγανδρο. Στην Πάρο ο άγιος Αρσένιος παρέμεινε στην Μονή του Αγίου Γεωργίου, όπου έγινε ηγούμενός της. Εκεί έζησε με πολύ χαρισματικό τρόπο, προσείλκυσε και ανέπαυσε πολλές ψυχές από την δυστυχία και την άγνοια που κυριαρχούσε τότε στο νησί.
   Αλλες μορφές του 19ου αιώνα, που ζυμώθηκαν με το πνεύμα των Κολλυβάδων και είχαν την δραστηριότητά τους στην Πελοπόννησο και στην Αθήνα, ήταν οι Κωνσταντίνος Οικονόμος, Κοσμάς Φλαμιάτος, Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος (ο λεγόμενος Παπουλάκος), Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος, άγιος Νικόλαος ο Πλανάς.
   Επίσης και οι άλλες ορθόδοξες χώρες (Ρουμανία, Ρωσία) δέχτηκαν άμεσα ή έμμεσα, την ευεργετική επίδραση των Κολλυβάδων, όπως φαίνεται από την αναγέννηση του ησυχασμού στις χώρες αυτές. Κύριος μύστης, κατά τον 18ο αιώνα, για τους συγχρόνους του Ρουμάνους και Ρώσους στην λησμονημένη Πατερική πνευματικότητα ήταν ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ που έζησε για 18 χρόνια στο Άγιον Όρος, στην Καψάλα και στην ιδρυθείσα υπό αυτού Σκήτη του Προφήτου Ηλία. Κατόπιν μετέβη στην Μολδαβία, την σημερινή Ρουμανία και έγινε ο γενάρχης των ασκητικών «Στάρετς», των οσίων εκείνων Ρώσων Γερόντων, οι οποίοι διά της αγίας τους ζωής και των κεχαριτωμένων λόγων τους στήριζαν όχι μόνο τους αγραμμάτους χωρικούς, αλλά και τους μεγαλύτερους διανοούμενους στις χώρες τους.
   Το πνεύμα των Κολλυβάδων λειτούργησε κατά τον 19ο αιώνα ως αντίσωμα, κατά του πνεύματος αλλοιώσεως του ορθοδόξου μοναχισμού που είχαν υιοθετήσει οι Δυτικίζοντες φορείς, πολιτικοί και θεολόγοι, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης.
  Αλλά και στην σύγχρονη εποχή μας υποβόσκει ένα αντικολλυβαδικό, αντιπατερικό πνεύμα. Η απειλή εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας μας είναι ένα απτό γεγονός. Πολλοί εισηγούνται να συντομευθούν οι Ακολουθίες, να τελείται στην απλή δημοτική γλώσσα η Θεία Λειτουργία, να περιορισθούν οι νηστείες και οι εορτές, να καταργηθεί το τέμπλο στους ναούς. Πολλοί θεωρούν πλάνη να ασκείται κανείς στην νοερά προσευχή, ή να κάνει κομποσχοίνι, να κοινωνεί συχνά…
   Παράλληλα όλο και νέα θεολογικά ρεύματα δημιουργούνται, ενώ κάποια υφίστανται διαρκώς στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά στην ουσία παρά την Εκκλησία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν κάποιες τάσεις στην θεολογία των ημερών μας, που αντικατοπτρίζουν και έναν αντίστοιχο τρόπο ζωής.
  Πρώτη, αυτή των ευσεβιστών, ηθικιστών. Οι άνθρωποι αυτοί που υπήρχαν πάντοτε σε όλες τις εποχές δίνουν βαρύτητα στον τύπο, έχουν μία εξωτερικά ηθική ζωή, αλλά δεν γνωρίζουν ουσιαστικά τί σημαίνει καθαρότητα της καρδίας. Μένουν στον τύπο και δεν εισχωρούν στην ουσία. Νομίζουν ότι η θέωση του ανθρώπου είναι ένα ηθικό γεγονός και όχι μία οντολογική κατάσταση, πραγματική μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.
   Στην δεύτερη τάση κατατάσσονται αυτοί που εκφράζουν την λεγόμενη αισθητική θεολογία. Είναι άνθρωποι με υψηλή διανόηση και κουλτούρα· άνθρωποι της τέχνης, της ποίησης, της μουσικής. Θέλουν να συνδέσουν την θεολογία με την τέχνη, ώστε η θεολογία να γίνει η θεραπαινίδα της τέχνης. Δηλαδή η θεολογία της Εκκλησίας μας να γίνει ποιητική, συγγραφική και μουσική. Ας τονίσουμε όμως ότι η Ορθοδοξία και συνεπώς η θεολογία δεν είναι τέχνη και πολιτισμός, αλλά παράγει τέχνη και πολιτισμό. Η οποιαδήποτε τέχνη και η ίδια η ζωή μας πρέπει να συνδέεται με την Εκκλησία και από εκεί να παίρνει «τό ύδωρ το ζών».
   Τρίτη τάση είναι αυτή των παραδοσιαρχικών. Αυτοί επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στον τύπο της Πατερικής παραδόσεως, αλλοιώνουν όμως την ίδια παράδοση στην πράξη. Δεν καταλαβαίνουν την Παράδοση ως οργανική και δυναμική συνέχεια της Εκκλησίας. Ταυτίζουν τον εαυτό τους με το ένδοξο παρελθόν της Παραδόσεως, δεν ζούν όμως αυτήν την Παράδοση. Είναι αυτοί που είναι γνώστες της ορθοδόξου θεολογίας, δεν την εφαρμόζουν όμως στην ζωή τους. Ομιλούν μέν συνέχεια για επιστροφή στις παραδόσεις και τους Πατέρες, δεν έχουν όμως βιώσει την θεία Χάρη, που είχε σκηνώσει στους Πατέρες και τους ενέπνεε σε κάθε λόγο και δραστηριότητά τους. Έτσι αποδεικνύονται κίβδηλοι, ή όπως θα έλεγε ο απόστολος Παύλος «κύμβαλα αλλαλάζοντα».
   Στην τέταρτη τάση κατατάσσονται αυτοί που ομιλούν για παροντική θεολογία. Μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από την θεολογία στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία. Αυτοί πρεσβεύουν το τέλος της Πατερικής θεολογίας, και προσπαθούν να ομιλήσουν με νέα θεολογία για τα σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας, τα οποία νομίζουν ότι δεν μπορεί να τα επιλύσει η Πατερική θεολογία. Θεωρούν ότι ο λόγος της Εκκλησίας είναι κλειστός, στατικός και δεν πιστεύουν ότι αυτό που τροφοδοτεί την Εκκλησία είναι τα έσχατα· ότι μόνο με το πρίσμα της εσχατολογίας έχει νόημα και η ιστορία του κόσμου.
   Παράλληλα όμως παρατηρείται σε πολλούς τα τελευταία χρόνια μία βαθύτερη γνώση της Πατερικής παραδόσεως, και προπάντων του ησυχασμού ως αυθεντικού, πρακτικού βιώματος. Το βίωμα αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή του Ευαγγελίου στην εποχή μας, η βίωση της θείας Χάριτος, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο την καρποφόρα ένταξή του στο Σώμα της Εκκλησίας με πληρότητα αληθινής ζωής και αναφαίρετης χαράς κατά την κοινωνία του με τα άλλα πρόσωπα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται εκκλησιολογική και ευχαριστιακή υπόσταση, αληθινό πρόσωπο κατ’ εικόνα του απολύτου και αιωνίου προσώπου του Χριστού.
   Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι όσοι ανήκουν στις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε έχουν μία διανοητική σχέση με τον Θεό, επαναπαύονται σε αυτήν και νομίζουν ότι γνωρίζουν τον Θεό. Δεν έχουν όμως επιτύχει την κοινωνία με τον Θεό, που σχετίζεται με την όλη τους ύπαρξη και κυρίως με την νοερά ενέργεια στην καρδιά τους, αλλά ούτε την ουσιαστική κοινωνία με τον συνάνθρωπο. Οι άγιοι Κολλυβάδες Πατέρες μας τόνιζαν ότι το πνευματικό κέντρο του ανθρωπίνου προσώπου είναι η καρδία και όχι ο εγκέφαλος. Εκεί διαδραματίζονται όλα τα μυστήρια του αοράτου πολέμου, της αναγεννήσεώς μας, της ενοικήσεως της θείας Χάριτος. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η καρδία του ανθρώπου είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό. Ο ίδιος ο Χριστός μας αποκαλύπτει ότι η βασιλεία του Θεού «εντός ημών εστιν». Οι Κολλυβάδες επέμεναν στην συχνή θεία Κοινωνία, γιατί γνώριζαν ότι στο ευχαριστιακό Σώμα του Χριστού ενώνεται αρρήτως και αδιαιρέτως η θεία με την ανθρώπινη φύση, βιώνεται το ομοούσιο της ανθρωπότητος, τελεσιουργείται το μυστήριο της θεώσεως.
  Οι άνθρωποι που ζούν και προσφέρουν μία φαλκιδευμένη, νοθευμένη Ορθοδοξία, πρέπει να εναρμονισθούν με την ζωογόνο Πατερική παράδοση, που είναι αυτή των Κολλυβάδων του 18ου αιώνα, των Ησυχαστών του 14ου αιώνα, των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Οι Κολλυβάδες γίνονται έτσι και σήμερα πνευματικοί οδηγοί μας για την σωστή συνέχιση της πορείας μας μέσα στην αυθεντική Πατερική παράδοση.
   Το πνεύμα των Πατέρων παραμένει πάντοτε το ίδιο. Ανάλογα όμως τις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής οι Πατέρες βιώνοντας την θεία Χάρη, την κοινωνία με τον προσωπικό Θεό διατυπώνουν και τις θέσεις τους κατά τον διάλογο με τα φιλοσοφικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ρεύματα της εποχής τους. Η διατύπωση των δογμάτων και η ερμηνεία της οδού της μετανοίας διαμορφώνεται κάθε φορά με σύγχρονη και δυναμική ορολογία δίχως να αλλοιώνεται η ουσία του Ευαγγελικού κηρύγματος, που πάντοτε ήταν, «μετανοείτε, ήγγικε η βασιλεία των ουρανών».
Γέροντος Εφραίμ Βατοπαιδινού.