ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΟΥ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ & ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ
ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.
ΤΑ ΠΑΛΑΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
ΕΝΟΣ ΑΘΛΗΤΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ
ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
          Στη διάρκεια της δισχιλιετούς  ιστορικής πορείας  της Εκκλησίας το μαρτύριο υπήρξε η ουσιαστικότερη έκφραση της  αυτοσυνειδησίας της. Αν εξαιρέσει κανείς τους τρεις πρώτους  χριστιανικούς αιώνες, η περίοδος εκείνη που έχει να παρουσιάσει περισσότερους μάρτυρες είναι η περίοδος της Τουρκοκρατίας. Σ’ αυτήν την ιστορική περίοδο το μαρτύριο βρίσκει την ουσιαστικότερη έκφρασή του στους νεομάρτυρες, που αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεοελληνικής μας διάρκειας.
            Μία από τις κυριότερες αφορμές των νέων διωγμών εναντίον των Χριστιανών ήταν και τα επαναστατικά κινήματα των νεομαρτύρων. Ο όρος νεομάρτυρας άρχισε να εμφανίζεται στο Βυζάντιο μετά τις εικονομαχικές  έριδες για να δηλώσει όλους εκείνους που μαρτύρησαν για την τιμή των ιερών κανόνων. Κυρίως όμως, όταν μιλάμε για νεομάρτυρες, εννοούμε εκείνους που υπέστησαν τη σκληρότερη δοκιμασία για τη χριστιανική ομολογία κατά τη χρονική περίοδο από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους από τον τουρκικό ζυγό.  Οι νεομάρτυρες προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα και ήσαν οι περισσότεροι λαϊκοί, ο αριθμός των οποίων παραμένει άγνωστος.
            Η προσφορά των νεομαρτύρων στο υπόδουλο γένος υπήρξε τεράστια σε βάθος και έκταση. Με τη μαρτυρική θυσία τη ζωής τους ανέκοψαν το κύμα του εξισλαμισμού και αποφεύχθηκε έτσι ο εκτουρκισμός, καθώς στην περίοδο αυτή  θρησκευτικότητα και εθνικισμός είχαν ταυτισθεί. Μένοντας δηλαδή ο χριστιανός σταθερός στην πίστη του διέσωζε ταυτόχρονα και την εθνική του συνείδηση. Οι νεομάρτυρες ήσαν έλληνες και χριστιανοί. Γι’ αυτούς άρνηση της πίστεως σήμαινε άρνηση της Ελλάδος. Και θάνατος για την πίστη σήμαινε προσφορά στον αγώνα για την εθνική ελευθερία. Με το μαρτυρικό τους θάνατο οι νεομάρτυρες έγιναν σύμβολα αντιστάσεως του λαού, στέριωναν την πίστη των ραγιάδων και έδιναν ελπίδες καινούριας ζωής.
            Στο κλίμα αυτό της Τουρκοκρατίας έζησε και μαρτύρησε ένας από τους λαμπρότερους νεομάρτυρες, ο Άγιος Σεραφείμ ο ιερομάρτυς. Αναδείχθηκε ηγούμενος της μονής Κορώνας  και αργότερα Επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου με έδρα το Φανάρι Καρδίτσας (σήμερα επαρχίας της Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων). Γρήγορα έγινε στόχος των Τούρκων που προσπάθησαν με δόλιους τρόπους να τον ενοχοποιήσουν. Η αποτυχημένη επανάσταση στη δυτική Θεσσαλία (1600-16010 του Μητροπολίτη Λάρισας Διονυσίου 2ου , του γνωστού Φιλοσόφου ή “Σκυλοσόφου”, ήταν η αφορμή για να κατηγορηθεί ο επίσκοπος Σεραφείμ ως ύποπτος για συμμετοχή στο κίνημα αυτό. Συνελήφθη ως συνωμότης και υπέστη μεγάλη ψυχολογική και σωματική βία για να αλλαξοπιστήσει, όπως το μαρτύριό του εξιστορείται παρακάτω με βάση τα όσα αναφέρονται στον Μέγα Συναξαριστή του Ματθαίου Λάγγη. Είναι ο πολιούχος άγιος της Καρδίτσας και η μνήμη του τιμάται  στις 4 Δεκεμβρίου. Στην πόλη της Καρδίτσας  τιμάται ιδιαίτερα την Κυριακή των Μυροφόρων.
 
 Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
                    Ο Σεραφείμ, ο Νέος Ιερομάρτυρας του Χριστού, καταγόταν από ένα χωριό της επαρχίας των Αγράφων, που ονομαζόταν Πεζούλα. Σήμερα το χωριό αυτό βρίσκεται στις ακτές της λίμνης Πλαστήρα. Γεννήθηκε από θεοσεβείς γονείς, οι οποίοι ονομάζονταν Σωφρόνιος και Μαρία. Είχε ενάρετη και θεοφιλή ανατροφή. Εισήλθε στο σχολείο των Ιερών Γραμμάτων, τα οποία έμαθε σε μικρό χρονικό διάστημα, επειδή ήταν έξυπνος. Όταν ωρίμασε, αγάπησε τη ζωή των Μοναχών. Αφού μίσησε τον κόσμο και τις απολαύσεις του, πήγε στο Ιερό Μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζόμενης «Κορώνα» και «Κρυερά Βρύσις» και εκεί εκάρη μοναχός. Από τότε δόθηκε στους πνευματικούς αγώνες και μιμούνταν τους εκεί ενάρετους Πατέρες. Συνέλεγε σαν φίλεργη μέλισσα από τον καθένα τα διάφορα άνθη των αρετών και τόσο πολύ πρόκοψε στην κατά Χριστόν ζωή, ώστε κρίθηκε άξιος από τον Προεστώτα του Μοναστηρίου να δεχθεί και το αξίωμα της Ιερωσύνης· καθώς και έγινε.
Μετά από λίγο καιρό, αφού πέθανε ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου, με ψήφο της Εκκλησίας, αναβιβάζεται στον Αρχιεπισκοπικό αυτό θρόνο. Λαμβάνοντας ο Άγιος αυτό το μεγάλο φορτίο της Αρχιερωσύνης, έδωσε περισσότερους αγώνες ποιμαίνοντας σαν αληθινός ποιμένας το ποίμνιό του στις σωτήριες νομές των εντολών του Κυρίου και ποτίζοντας αυτό με τα νάματα της ένθεης διδασκαλίας του και με τα έργα του έγινε τύπος σ’ αυτό κάθε αγαθού. Εκτός από όλες αυτές τις αρετές του, τόση ταπείνωση είχε ο αείμνηστος, ώστε ονόμαζε τον εαυτό του δούλο αχρείο και θεωρούσε, ότι δεν πράττει ποτέ ευάρεστο έργο στο Θεό. Γι’ αυτό επιθυμούσε να αξιωθεί το Μαρτύριο του Χριστού και περί τούτου προσεύχονταν συνέχεια στο Θεό, ο οποίος τον αξίωσε να απολαύσει αυτό που ποθούσε κατά τον εξής τρόπο.
Το 1601 μ.Χ. χρημάτισε Μητροπολίτης Λαρίσης Επίσκοπος κάποιος ονομαζόμενος Διονύσιος, ο οποίος καθώς ήταν κακόγνωμος και κακότροπος, πείσθηκε σε λόγους και υποσχέσεις των Ευρωπαίων και με δαιμονική συνεργασία συνάθροισε μεγάλο πλήθος κινώντας πόλεμο κατά των τότε κρατούντων Τούρκων. Όρμησε στις περιοχές των Ιωαννίνων όπου πολλούς φόνευσε. Άλλοι όμως που δεν υπέμειναν τις καταδρομές του, έφυγαν από αυτούς τους τόπους. Αλλά όμως μετά από λίγο καιρό αφού συνελήφθηκε, έδωσε την πρέπουσα δίκη και σκοτώθηκε ελεεινά από τους Τούρκους, καθώς το επέτρεψε ο Θεός, διότι άσκησε ανάξια το λειτούργημά του. Ο Άγιος Σεραφείμ και όταν ακόμα ζούσε ο Διονύσιος, γνώριζε τη δυστροπία του και απέφευγε όσο μπορούσε τη συναναστροφή του. Περιερχόταν πάντα  στα χωριά της δικής του Επισκοπής και δίδασκε το λαό του Χριστού. Όταν όμως συνελήφθη από τους Τούρκους που βρίσκονταν ακόμη και τώρα σε ταραχή, παρέστη ανάγκη να κατεβεί ο Άγιος στο Φανάρι, επειδή ήταν καιρός να μοιράσει στους εκεί αγάδες τα συνήθη δωρήματα.
Όμως στο Φανάρι ήταν κάποιοι Τούρκοι αγάδες, που φθονούσαν τον Άγιο για την αρετή του, παρασυρόμενοι από το δαίμονα και ζητούσαν την κατάλληλη στιγμή και επιτήδειο τρόπο, ώστε ή να το ρίξουν από το τόσο ύψος της αρετής του στην ασέβεια ή να τον σκοτώσουν. Σκεφτόμενοι την αποστασία του Διονυσίου, όταν είδαν τον Άγιο, άρχισαν να λένε μεταξύ τους: «Και αυτός ήταν μετά τον Διονύσιο και τώρα πώς τόλμησε και ήλθε μπροστά μας, αφού είναι επίβουλος της εξουσίας μας;». Όμως ο Άγιος ακούγοντας αυτά απόρησε και επειδή δεν έφταιγε σε τίποτα νόμιζε ότι τα λένε για κάποιον άλλο. Γι’ αυτό και με θάρρος τους ρώτησε λέγοντας: «Για ποιον λετε αυτά;» Αυτοί του αποκρίθηκαν με θυμό: «Για σένα, αποστάτη και επίβουλε. Να που ήρθες στα χέρια μας. τώρα θέλεις να πάρεις εκείνο το οποίο πρέπει εκτός μόνον αν ίσως θελήσεις να αφήσεις την Πίστη σου και να γίνεις Τούρκος, τότε θέλουμε να σε συγχωρήσουμε και να σε τιμήσουμε μεγαλειωδώς, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο θέλουμε να γνωρίσεις ότι μετανόησες και έγινες ίσος με εμάς».
Όμως ο Άγιος αν και άκουσε αυτά παρ’ ελπίδα και αφού ποθούσε όπως είχε πει να μαρτυρήσει για το Χριστό, δεν δείλιασε καθόλου, αλλά αφού στάθηκε με καθαρό και γαλήνιο  πρόσωπο, τους είπε: «Το ότι εγώ σ’ αυτήν την κατηγορία είμαι τελείως αμέτοχος, όχι μόνο όλοι οι Χριστιανοί το ομολογούν, αλλά και εσείς οι Τούρκοι (εάν θέλετε να φανερώσετε την αλήθεια) το γνωρίζετε καλύτερα. Αυτό όμως το οποίο λετε, να αφήσω την Πίστη μου, για να ελευθερωθώ από το θάνατο, δε θέλω να το καταδεχθώ με κανένα τρόπο, να αφήσω τον γλυκύτατό μου Ιησού, τον Θεό μου και Πλάστη μου, μάλιστα δε τώρα όπου θέλω να πάθω άδικα και γι’ αυτό ελπίζω από το Δεσπότη μου να τύχω και περισσότερης τιμής, την δε τιμή τη δική σας ούτε να την ακούσω δεν καταδέχομαι».
Εκείνοι αφού άκουσαν αυτά και είδαν ότι απέτυχαν στο σκοπό τους, όρμησαν στον Άγιο και αφού έσυραν αυτόν με μεγάλη βία και σκληρότητα, τον έφεραν στον  ηγεμόνα (τον επονομαζόμενο Χαμουζαμπέην) και φώναζαν  κατά του δικαίου και αθώου λέγοντας: «Και αυτός μετά τον καταραμένο Διονύσιο ήταν εχθρός και επίβουλός μας. Γι’ αυτό σκότωσε τον με κακό θάνατο, για να σωφρονιστούν και  οι άλλοι». Αυτά εκείνοι έλεγαν. Όμως ο ηγεμόνας, αφού κάθισε στο θρόνο, παρέστησε τον Άγιο μπροστά του. Πρώτα άρχισε να λέει με τρόπο ήρεμο σ’ αυτόν: «Βλέπω, άνθρωπε, ότι είσαι φρόνιμος και θαυμάζω πως συμφώνησες μ’ εκείνον τον κακό άνθρωπο και δεν ήρθε στο νου σου, ότι θέλετε να βάλετε σε πράξη πράγμα αδύνατο και ολέθριο για τη ζωή σας. Είδες πώς εκείνος ο άνθρωπος χάθηκε με κακό τρόπο. Και εσύ βλέπεις ότι συνελήφθης και κινδυνεύεις να πεθάνεις με ελεεινό και επώδυνο θάνατο. Όμως εγώ, βλέποντας τη φρονιμάδα σου, λέω ότι ως άνθρωπος εξαπατήθηκες και καθώς λυπάμαι να σε σκοτώσω, σε συμβουλεύω να γίνεις Τούρκος. Όταν κάνεις αυτό όχι μόνο τη ζωή σου θέλουμε να σου χαρίσουμε, αλλά και σε μεγάλη τιμή θέλουμε να σε έχουμε για τη φρονιμάδα σου».
Ο δε Άγιος αποκρίθηκε με συντομία και είπε: «Το ότι άδικα υποφέρω και ενώ είμαι αναίτιος, παραδόθηκα σαν υπαίτιος, το γνωρίζεις πολύ καλά. Όμως εγώ την Πίστη μου δεν αρνούμαι, ούτε θέλω να χωριστώ ποτέ από τον γλυκύτατό μου Δεσπότη και Θεό, Ιησού Χριστό, ακόμη κι αν δεκάδες χιλιάδες θανάτους ήθελα να λάβω για το Όνομα του το Άγιο, χαρά και ευφροσύνη θεωρώ αυτό. Γι’ αυτό, ηγεμόνα, χτύπα, σφάξε, κόψε, κάνε ότι ανήκει στην εξουσία σου». Αφού άκουσε αυτά ο δικαστής, δεν έχασε καιρό, αλλά διέταξε να τον δείρουν πολλή ώρα και ανηλεώς να κατακόψουν τη ρίνα του σε λεπτά τεμάχια. Αφού γίνονταν αυτά και ο Άγιος τα υπέφερε σαν να γίνονταν σε ξένο σώμα και ευχαριστούσε και ευλογούσε το Θεό, διέταξε ο εξουσιαστής να τον ρίξουν στη φυλακή και να τον αφήσουν σε τέλεια εγκατάλειψη τελείως, χωρίς να του δώσουν τροφή και νερό, μήπως και μετανοούσε και έκανε το θέλημά τους.
Όμως ο Άγιος ευρισκόμενος στη φυλακή και βλέποντας στον εαυτό του τα στηρίγματα του Χριστού χαιρόταν και ευχαριστούσε το Χριστό, διότι τον αξίωσε να υποφέρει εξαιτίας του Ονόματός  του Άγιου και τον παρακαλούσε να του δώσει υπομονή να τελειώσει το Μαρτύριο. Την επόμενη μέρα, αφού κάθισε πάλι ο άρχοντας στο δικαστικό θρόνο με άμετρη έπαρση, διέταξε και έφεραν τον Άγιο μπροστά του. Άρχισε πάλι να λέει σ’ αυτόν: «Άραγε, Σεραφείμ, σωφρονίστηκες από τη χθεσινή εκπαίδευση, γνώρισες το συμφέρον σου, ώστε να κάνεις εκείνο, το οποίο σου λέω και ως φίλος σε συμβουλεύω ή εξακολουθείς να μένεις ακόμα σ’ εκείνη την κακογνωμία;» Ο δε Άγιος καθισμένος με χαμογελαστό πρόσωπο, είπε: «Έπρεπε, ηγεμόνα, σ’ αυτά να μη σου δώσω καμία απάντηση, διότι, ενώ λες ότι είσαι φίλος μου, εν τούτοις με συμβουλεύεις αυτή την κακή συμβουλή, δηλαδή να αφήσω τον Κύριό μου Ιησού, το δημιουργό και πλάστη μου και να πιστεύσω σ’ ένα θνητό άνθρωπο, αγράμματο, εχθρό και πολέμιο του Χριστού μου».
Αφού είπε αυτά ο Άγιος, ο εξουσιαστής δεν περίμενε να τελειώσει ο Άγιος το λόγο του, αλλά αμέσως διέταξε πάλι και τον έδειραν σφοδρότατα. Έπειτα τέντωσαν τα χέρια και τα πόδια του και έβαλαν πάνω στην κοιλιά του μια μεγάλη πέτρα και ανηλεώς κατέκοβαν και ξέσχιζαν τη σάρκα του. Όμως ο Άγιος, βλέποντας το Πάθος του Δεσπότη Χριστού να γίνεται σ’ αυτόν, χαιρόταν τόσο πολύ, ώστε και αυτοί οι ανηλεείς δήμιοι βλέποντας ότι υπέμενε τόσα βασανιστήρια με ευχαρίστηση και ότι το πρόσωπό του ήταν λαμπρό και ευφραινόμενο, σαν να ήταν σε πλούσιο φαγοπότι κι όχι σε τιμωρία, θαύμαζαν. Βλέποντας ο εξουσιαστής τη σταθερή και αμετάθετη γνώμη του έδωσε την τελευταία απόφαση, να τον σουβλίσουν με ξύλο, ώστε να έχει βίαιο θάνατο.
Όταν έφερναν τον Άγιο στον τόπο της καταδίκης, μια γυναίκα από την Αραβία, που ήταν πιο μαύρη στην ψυχή παρά στο σώμα, καθόταν σε κάποιον τοίχο, έβριζε και κακολογούσε τον Άγιο με αισχρές και άτιμες βρισιές. Ο Άγιος όμως σαν πιστός υπηρέτης του Δεσπότη Χριστού, μιμούμενος και σ’ αυτό το Χριστό, δεν είπε καμιά κατάρα εναντίον της άθεης εκείνης, αλλά μόνο αφού στράφηκε και είδε αυτή με τη χαρωπή εκείνη όψη του αμέσως σαν να βγήκε δύναμη από το ευλογημένο του πρόσωπο και την χτύπησε και σαν θαύμα στράφηκε προς τα πίσω η αναιδής και σκοτεινή εκείνη όψη. Όμοια και το στόμα και τα μάτια της στράφηκαν και έγιναν όμοια με του πατέρα της το διάβολο. Έζησε μ’ εκείνη την πληγή για δεκαπέντε χρόνια, καθώς γινόταν ελεεινό θέαμα σ’ αυτούς που την έβλεπαν. Εκτός του ότι ήταν δύστροπη και δαιμονιώδη και υπέφερε αυτά, δεν άφησε την κακογνωμία της, αλλά με την ίδια δυστροπία διέρρηξε τη μολυσμένη της ψυχή καθώς πήγαινε στον ατιμασμένο, γι’ αυτήν κι όλους τους όμοιους της, τόπο της κολάσεως, όπου απολαμβάνει την πρέπουσα τιμωρία.
Όταν έφθασε ο Άγιος στον τόπο της καταδίκης, τόπος όπου γίνονταν εκείνο τον καιρό οι συναλλαγές (σαν την αγορά), δίπλα στο ευρισκόμενο εκεί κυπαρίσσι και αφού σουβλίστηκε από τους άσπλαχνους, παρέδωσε την ιερή και πανευτυχή ψυχή του στα χέρια του Θεού, νιώθοντας μεγάλη ευχαρίστηση, στις 4 Δεκεμβρίου. Το Άγιο Σώμα του διέταξε ο θηριώδης εκείνος άρχοντας να μείνει στο ξύλο για πολλές μέρες, δήθεν για σωφρονισμό των άλλων. Αλλά αν και έμεινε έτσι πολλές μέρες, δεν έπαθε τίποτα, εξαιτίας της Θείας Χάριτος, απ’ όσα ήταν φυσικό να πάθει σαν νεκρό σώμα. Δηλαδή ούτε πρήστηκε, ούτε δυσοσμούσε, αλλά αντίθετα φαινόταν σαν να ζει και έβγαζε μια ουράνια ευωδία. Αυτό το θαύμαζαν και οι αλλοεθνείς που το έβλεπαν. Οι ευσεβείς χαίρονταν και απέδιδαν μεγάλες ευχαριστίες στο Θεό, για την καλή ομολογία του Αγίου και επειδή στην τελευταία αυτή γενιά τους αξίωσε να δουν εκείνα, τα οποία γνώριζαν εξ ακοής ότι έγιναν στους παλαιούς καιρούς. Αν και ήθελαν να πάρουν αυτό το αθλητικό σώμα για να τους βοηθήσει, δεν μπόρεσαν, επειδή ο εξουσιαστής έβαλε πολλούς φύλακες να το φυλάνε μέρα-νύχτα.
Μετά από κάποιες ημέρες οι τύραννοι έκοψαν την μακάρια κεφαλή του Αγίου και την έφεραν στα Τρίκαλα μαζί με άλλα κεφάλια κακούργων, τα οποία αφού έβαλαν σε κοντάρια, τα έστησαν με τη σειρά όλα να βλέπουν προς τη δύση. Αυτά έκαναν το βράδυ. Το πρωί όμως, ενώ όλα τα κεφάλια των κακούργων ήταν όπως τα έβαλαν, το κεφάλι του Αγίου βρισκόταν να βλέπει στην ανατολή. Αυτό δεν έγινε μια φορά, αλλά για πολλές ημέρες. Σ’ αυτό το διάστημα, στο οποίο γινόταν αυτό το θαύμα, κατ’ οικονομία του Θεού, έτυχε να είναι στα Τρίκαλα, ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής, που ονομαζόταν Δούσικο. Αυτός αφού είδε με τα μάτια το θαύμα, συνέλαβε στην καρδιά του τη θέληση και το ζήλο του Θεού, να βρει τρόπο να πάρει το Ιερό και πολύτιμο κεφάλι στο Μοναστήρι του, για να την έχει σ’ αγιασμό και ανεκτίμητο θησαυρό του Μοναστηριού. Αφού συμφώνησε με κάποιον Αλβανό χριστιανό, του υποσχέθηκε να του δώσει πενήντα γρόσια, εάν έβρισκε τρόπο να πάρει το θαυματουργό εκείνο κεφάλι, και να του το φέρει.
Εκείνη την νύχτα λοιπόν, καιροφυλακτούσε ο χριστιανός. Όταν πλέον πλησίαζε να ξημερώσει, αφού είδε ότι οι φύλακες κοιμήθηκαν νικημένοι από την αγρυπνία, πλησίασε όσο μπορούσε προσεκτικότερα και επιχείρησε να κατεβάσει το τίμιο κεφάλι από το ξύλο. Από τη βιασύνη και το φόβο του όμως άφησε το ξύλο, το οποίο πέφτοντας κτύπησε τους φύλακες και τους ξύπνησε. Βλέποντας εκείνοι τον καλό χριστιανό να επιχειρεί αυτή τη θαυμάσια κλοπή, έτρεξαν να τον συλλάβουν. Όμως ο γενναίος εκείνος, από την μια μεριά εξαιτίας του θείου ζήλου κι από την άλλη εξαιτίας των χρημάτων, άρπαξε με τόλμη τον πολύτιμο θησαυρό από τις τρίχες και τον έριξε στους ώμους του και έφυγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Οι φύλακες τον κυνηγούσαν με πολλή ορμή από το φόβο και την ντροπή τους. Όμως ο καλός εκείνος χριστιανός, που ήταν πάνω σε μια γέφυρα του Πηνειού, βλέποντας τους φύλακες ότι πλησίαζαν, φοβήθηκε κι έριξε τη θαυμάσια Κάρα στο ποτάμι. Έτσι, οι φύλακες βλέποντας το γεγονός, γύρισαν πίσω άπρακτοι.
Σ’ εκείνο το ποτάμι, σε μεγάλη απόσταση κάτω από τη γέφυρα, κάποιοι ψαράδες είχαν κατασκευάσει φράκτες, για να πιάσουν ψάρια. Καθώς πήγε λοιπόν η πανευτυχής εκείνη κεφαλή στους φράκτες, πιάστηκε από τις τρίχες. Υπήρχαν δύο ψαράδες, ο μεν ένας είχε φύγει για το σπίτι του, ο άλλος δε είχε μείνει τη νύχτα εκείνη να φυλάει τους φράκτες. Καθώς καθόταν ο ψαράς στο στρώμα του και έβλεπε το φράκτη είδε ένα πύρινο στύλο, ο οποίος άρχιζε από το φράκτη κι έφτανε στον ουρανό. Άκουγε θαυμάσιες ψαλμωδίες, αλλά δεν έβλεπε τίποτα. Επειδή φοβήθηκε, βγήκε από το ποτάμι και πήγε να κρυφτεί στο κούφωμα κάποιου δέντρου, μένοντας εκεί όλη τη νύχτα άυπνος. Όταν ξημέρωσε, βγήκε από εκεί και πήγε στα Τρίκαλα και διηγήθηκε στο σύντροφό του το θαύμα.
Την επόμενη μέρα πήγαν και οι δυο να δουν τι συμβαίνει. Ενώ διανυκτέρευαν, είδαν πάλι όμοια τον πύρινο στύλο και άκουσαν τις ψαλμωδίες. Επειδή δεν μπορούσαν να υπομείνουν το φοβερό θαύμα, έφυγαν από εκεί και πήγαν πάλι στο κουφωτό δέντρο. Όταν μπήκαν σ’ αυτό έβλεπαν από την οπή το θαύμα και δεν κοιμήθηκαν όλη την νύχτα από το φόβο τους. Όταν ξημέρωσε, πήγαν να δουν τι ήταν το θαύμα, το οποίο έβλεπαν την νύχτα. Κοιτώντας προς εκείνο το μέρος, στο οποίο είδαν τον πύρινο στύλο, αντίκρισαν τη μαρτυρική και χαριτωμένη κεφαλή μπλεγμένη στο φράκτη. Αφού τη γνώρισαν, χάρηκαν για την εύρεση του πολύτιμου θησαυρού. Αφού την μάζεψαν την έφεραν στον προαναφερθέντα Ηγούμενο. Ο καλότυχος Ηγούμενος βλέποντας την κεφαλή ανασκίρτησε. Αφού πήρε το αξιοθαύμαστο θήραμα, έδωσε σ’ αυτούς τα πενήντα γρόσια, επειδή το βρήκαν.
Μετά από καιρό, όταν έμαθαν οι αδελφοί της Κρυεράς Πηγής την υπόθεση, έστειλαν τον Ηγούμενό τους μαζί με κάποιον προεστό του Νεοχωρίου Παναγιώτη Κωσκολά, να ζητήσουν την ιερή και μαρτυρική Κάρα από το Δούσικο, καθώς ανήκε σ’ αυτούς, επειδή ο Άγιος ήταν συμπολίτης τους. Αναχώρησαν, κατ’ οικονομία Θεού, να βρουν στα Τρίκαλα τον Μητροπολίτη Λάρισας, στον οποίο φανέρωσαν τη γνώμη τους και τον παρακάλεσαν να τους βοηθήσει στο δίκαιο ζήτημά τους. Επειδή ο Μητροπολίτης έκρινε δίκαιο το αίτημά τους, αποφάσισε να πάρουν οι Δουσικιώτες τα πενήντα γρόσια και να δώσουν το θησαυρό, όπως κι έγινε. Ο Ηγούμενος και ο Παναγιώτης Κωσκολάς, αφού πήραν αυτό που ποθούσαν, την έφεραν στο Μοναστήρι της Κρυεράς Πηγής. Κατασκεύασαν αξιοθαύμαστο κιβώτιο, την έβαλαν σ’ αυτό και την απέθεσαν σε τόπο ιερό και επιτήδειο, στον οποίο μένει μέχρι και τώρα σώα, ευωδιάζουσα και κάνοντας άπειρα θαύματα, κάνοντας καλά όλους τους άρρωστους πιστούς που προσέρχονται. Αλλά και στην ολέθρια πανώλη φάνηκε μύριες φορές θαυματουργή, σώζοντας πολλές ευσεβείς περιοχές μέχρι σήμερα από τη δύσκολη αυτή ασθένεια. Μετά από πολλές περιπέτειες η Κάρα του Νεομάρτυρα και εθνομάρτυρα Σεραφείμ βρίσκεται στη Μονή Κορώνης Καρδίτσας, όπου φυλάσσεται ως σήμερα.
 
ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΚΑ
Απολυτίκιον Ήχος α! Της ερήμου πολίτης.
Των Αγράφων τον γόνον Φαναρίου τον Πρόεδρον και Μονής Κορώνης το κλέος,Σεραφείμ ευφημήσωμεν·αθλήσας γαρ λαμπρώς υπέρ Χριστού θαυμάτων επομβρίζει δωρεάς και λυτρούται νοσημάτων φθοροποιών τους πίστει ανακράζοντας· δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν,δόξα τω σε θαυματώσαντι,δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.
Η ακολουθία του Αγίου Σεραφείμ συγγράφηκε από τον σοφό διδάσκαλο Αναστάσιο Γόρδιο. Τυπώθηκε στη Βενετία το 1790. Επίσης συνέθεσε σ’ αυτόν οκτώηχους Κανόνες καθώς και Προσόμοια και Ιδιόμελα ο αείμνηστος διδάσκαλος Χριστόφορος ο Προδρομίτης, τα οποία τυπώθηκαν μαζί με την Ακολουθία του. Η ακολουθία αυτή εξακολουθεί και σήμερα να είναι σε χρήση και εκδόθηκε για ενδέκατη φορά το 1976 από τον Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος κ. Κλεόπα βάσει της ενάτης έκδοσης που είχε κάνει ο προκάτοχός του Μητροπολίτης Ιεζεκιήλ, το 1931. Επίσης πλήρη ακολουθία συνέθεσε το 1930 και ο μακαριστός π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Περιέχει την ακολουθία του μικρού και μεγάλου Εσπερινού, του Όρθρου, των ψαλλομένων στη Θεία Λειτουργία, Παρακλητικό κανόνα και 24 Χαιρετιστήριους οίκους. Πλην των χαιρετιστήριων οίκων, που δημοσιεύονται στην προαναφερόμενη έκδοση της ακολουθίας, είναι ακόμα ανέκδοτος. Ενδεικτικά, αναφέρουμε από την ακολουθία του Αγίου το πρώτο προσόμοιο από τους Αίνους. Ακόμα, και τον πρώτο οίκο των Χαιρετισμών που συνέταξε ο μακαριστός π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης:
 
 
 ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ
Εκτός όμως από τη βιογραφία και την υμνογραφία, η αγιότητα και η πνευματική καταξίωση του Αγίου Σεραφείμ διαφαίνονται και στις εικονογραφίες του, οι οποίες μάλιστα είναι ποικιλόμορφες.
Πρωταρχικά πρέπει να αναφέρουμε ότι ο Άγιος Σεραφείμ έχει ανακηρυχθεί πολιούχος Άγιος της Καρδίτσας ως η πνευματική προσωπικότητα, η οποία καθιερώθηκε στην περιοχή με τη θυσία της ζωής του στον αγώνα της επιβίωσης της ορθοδοξίας και του έθνους. Η φήμη του έχει ξεπεράσει τα όρια της περιοχής. Ιδιαίτερα έχει καθιερωθεί στην αντίληψη της Εκκλησίας, αλλά και στα λαϊκά στρώματα, ως ο προστάτης άγιος από τη φοβερή, παλιότερα επιδημία της πανούκλας. Η ιδιότητά του αυτή πέρασε και καθιερώθηκε στην εικονογραφία, όπου απεικονίζεται ο άγιος ως αρχιερέας να πατά την πανούκλα προσωποποιημένη.
 Η παλιότερη γνωστή παράσταση του αγίου Σεραφείμ του νικητή επί της φοβερής αυτής μορφής είναι μια έντυπη έκδοση της Ακολουθίας του, που έγινε στη Βενετία το 1790. Ο Άγιος εικονίζεται καθισμένος σε θρόνο με ψηλό, λυρόσχημο ερεισίνωτο, ευλογεί και κρατεί κλειστό Ευαγγέλιο, ενώ κάτω στο πλακόστρωτο δάπεδο πατάει έναν δαίμονα με φτερά. Γύρω από την κεντρική αυτή παράσταση ιστορούνται σκηνές από το βίο του. Σε δυο μετάλλια στο πάνω μέρος της εικόνας η επιγραφή: «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ». Αξίζει να αναφερθεί ότι είναι πολλές οι παραστάσεις του αγίου Σεραφείμ μαζί με τον άγιο Βησσαρίωνα, ο οποίος άγιος Βησσαρίωνας καθιερώθηκε κι αυτός να εικονίζεται πατώντας και συντρίβοντας το επάρατο σύμβολο της πανώλης και ο οποίος είναι ο πολιούχος άγιος των Τρικάλων. Παράδειγμα η τοιχογραφία από την Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου στο Γριζάνο Τρικάλων. Μια παρόμοια απεικόνιση υπάρχει στο ναό του Αγίου Νικολάου στο ίδιο χωριό του 19ου αιώνα. Συχνά συναντάμε Θεσσαλούς αγίους, και βέβαια τον άγιο Σεραφείμ δίπλα στον άγιο Μόδεστο Ιεροσολύμων. Οι δυο άγιοι έχουν ένα κοινό γνώρισμα, καθώς ο άγιος Σεραφείμ προστατεύει την υγεία των ανθρώπων και ο άγιος Μόδεστος την υγεία των ζώων.
Τέτοιες απεικονίσεις συναντούμε στον Ιερό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου στο χωριό Πλάτανος Τρικάλων, του 19ου αιώνα, στον Ιερό Ναό Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στο Ζάρκο, όπου στον νότιο τοίχο του κυρίως ναού παριστάνονται με την ακόλουθη σειρά οι εξής άγιοι: Βησσάριος Λαρίσης, Αχίλλειος Λαρίσης, Μόδεστος Ιεροσολύμων, Ιωάννης ο Ελεήμων, Σεραφείμ Φαναρίου, Αντώνιος ο μέγας και Ευθύμιος. Το τοιχογραφημένο αυτό σύνολο χρονολογείται σύμφωνα με επιγραφή το 1870. Όσον αφορά την απεικόνιση του αγίου Σεραφείμ στην εικονογραφία της Ορθόδοξης παράδοσης παρατηρούμε διάφορες παραλλαγές, διακρίνοντας τους εξής εικονογραφικούς τύπους:
1) Εικονίζεται ως ιεράρχης, ασκεπής να ευλογεί με το δεξί χέρι και με το αριστερό να κρατεί ή να υψώνει Ευαγγέλιο ή να συγκρατεί και με τα δυο του χέρια το Ιερό βιβλίο. Το πιο αξιόλογο σ’ αυτήν την περίπτωση, δηλαδή της απεικόνισής του ως ιεράρχη, είναι ότι όταν παριστάνεται μέσα στο ιερό ή στα βημόθυρα, εκεί τονίζεται περισσότερο η αρχιερατική ιδιότητα του συλλειτουργούντος αγίου και γι’ αυτό δεν πατά την πανώλη.
2) Ένας δεύτερος εικονογραφικός τύπος είναι του αρχιερέα με αρχιερατική στολή και μήτρα στο κεφάλι, να ευλογεί και να κρατεί Ευαγγέλιο, ή να βρίσκεται σε στάση δέησης, όπως στις παραστάσεις από τη Μονή Δουσίκου. Ο άγιος στον τύπο του αρχιερέα παριστάνεται μετωπικός και ολόσωμος καθισμένος σε θρόνο με ψηλό ερεισίνωτο και κυλινδρικό μαξιλάρι, που είναι σχεδιασμένος με επιμέλεια στις λεπτομέρειες. Ο άγιος φορεί σάκκο με κοκκιδωτή διακόσμηση, στιχάριο, ωμοφόριο με σταυρούς και πολυτελή μήτρα στο κεφάλι. Ευλογεί με το δεξί χέρι, με το οποίο συγκρατεί και την πατερίτσα και με το αριστερό στηρίζει κλειστό Ευαγγέλιο στον μηρό του. Το επιγονάτιο καθώς και η στάχωση του Ευαγγελίου έχουν το ίδιο κόσμημα στην κύρια όψη τους.
3)Η ιδιότητα του αγίου ως προστάτη και θεραπευτή της πανώλης αποτελεί μια ιδιαίτερη και ξεχωριστή εικονογραφική ομάδα, που συναντάται μέσα στις χαλκογραφίες, και η οποίο με την έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί ως σήμερα δεν έχει εντοπιστεί σε τοιχογραφίες ή εικόνες των ναών της περιοχής των Τρικάλων. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τη χαλκογραφία από την Τήνο του έτους 1864, έργο του χαράκτη Φραγκίσκου Δεσίπρη· πρόκειται για παραλλαγή του κεντρικού θέματος της χαλκογραφίας του 1818 του αγιορείτη χαράκτη Θεοφύλακτου μοναχού. Ο άγιος Σεραφείμ πατά με τα δυο του πόδια πάνω σ’ ένα ανθρωπόμορφο γυμνό τέρας, που κείται ξαπλωμένο στο πλακόστρωτο δάπεδο και θα πρέπει να είναι η προσωποποιημένη μορφή της πανούκλας· έχει κέρατα, φτερά στους ώμους, χέρια και πόδια αρπακτικού και βλέμμα φοβερό. Σε δυο μετάλλια εκατέρωθεν του κεφαλιού του αγίου υπάρχουν συμπιλήματα με το όνομά του:
«Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ»
Οι σκηνές του βίου του, που δείχνουν το μαρτύριό του και τα θαύματά του είναι συνολικά δεκαέξι. Πρόκειται για χαλκογραφίες. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η χαλκογραφία του Θεοφύλακτου, που έγινε το 1818 στο Άγιο Όρος. Η εικόνα χωρίζεται σε θέματα λογικά σε δυο ενότητες. Η πρώτη αναπαριστάνει τον άγιο σε θρόνο να πατά την πανούκλα και η δεύτερη τις παραστάσεις του βίου που περιβάλλουν την πρώτη.
Τέλος, από τα χαρακτηριστικά του αγίου ξεχωρίζουν η εκφραστικότητα του προσώπου του, η λίγο γαμψή μύτη και το κυριότερο από όλα το σχήμα της γενειάδας του, που ποικίλλει στο μήκος και στον όγκο. Αυτό το βλέπουμε στην τοιχογραφία της Μονής Δουσίκου, όπου ο άγιος φέρει πεπλατυσμένη γενειάδα, ενώ σε άλλες εικονίζεται οξυγενής.
             Ο Άγιος Σεραφείμ συνιστά μία από τις λαμπρότερες μορφές της νεότερης εκκλησιαστικής μας ιστορίας.  Με τη σεπτή βιοτή του , την άριστη ποίμανση του λογικού ποιμνίου που  ο Θεός του όρισε να ποιμάνει και – το κυριότερο – με την άθλησή του αναδείχθηκε σελασφόρος  μέγας αστήρ  του στερεώματος της πίστεώς μας.
            Γι΄ αυτό από τους  πρώτους χρόνους κιόλας  του μαρτυρίου του καθιερώθηκε  στον πιστό λαό ως άγιος. Καθολική ήταν η συνείδηση του λαού ότι ο Νεομάρτυρας αυτός βρήκε παρρησία στον Κύριο χάριν του αίματος που έχυσε υπέρ  της αληθείας. Έτσι γρήγορα άρχισαν να εικονογραφούν εικόνες του, να τιμούν την αγία κάρα του που πιστοποιούσε την αγιότητά του με την εκπομπή άρρητης ευωδίας και να ανεγείρουν αργότερα ναούς στο όνομά του, αλλά και να συντάσσουν υμνογραφικά κείμενα για τις σχετικές ακολουθίες.
            Την πίστη αυτή  ενίσχυσε και η σωρεία των θαυμάτων που ο Άγιος τέλεσε και συνεχίζει αδιάλειπτα να τελεί σε όσους προσέρχονται με πίστη στην Εικόνα του ή στο Άγιο Λείψανό του. Τα θαύματα αυτά έχουν καταγραφεί στη Μονή της μετανοίας του, δηλαδή την Ιερά Μονή  Κορώνας των Αγράφων, όπου και φυλάσσεται η τιμία Κάρα του.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΟΣΜΑ
ΤΟΥ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΟΥ. 
Ο ασκητής αυτός της Σκήτης της Αγίας Άννης για τον οποίο απουσιάζουν βιογραφικά στοιχεία, ύστερα από μακρά ησυχαστική ζωή «αναφλεχθείς υπό του θείου έρωτος» πήγε στην Κωνσταντινούπολη, κήρυξε τον Χριστό, ήλεγξε των ασεβών την πλάνη και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανο.
Η μνήμη του τιμάται στις 3 Δεκεμβρίου.
 
 
 
 
 
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΗΣ ΤΣΕΡΝΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ.
 Ο Όσιος Γεώργιος της Τσερνίκα γεννήθηκε το 1730 στην Σάλιστα του Σιμπιού στην Τρανσυλβανία. Οι διωγμοί ενάντια στους ορθοδόξους και τα καρπάθια μοναστήρια από τους ουνίτες τον ανάγκασαν να περάσει τα Καρπάθια Όρη και να έρθει στη Μουντένια. Η μεγάλη του επιθυμία ήταν να πάει στο Άγιον Όρος. Ήταν όμως φτωχός και δεν είχε τον τρόπο. Η Παναγία όμως βλέποντας το ζήλο του τον βοήθησε. Έτσι φτάνοντας στο Βουκουρέστι συναντήθηκε μ’ έναν μητροπολίτη ο οποίος τον πήρε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έμεινε τρία χρόνια. Όταν ο μητροπολίτης αποτραβήχτηκε από τα καθήκοντά του πήρε μαζί του τον Γεώργιο στη Μονή Βατοπεδίου. Εκεί έβαλε το ράσο και χειροτονήθηκε διάκονος. Όταν εκοιμήθη ο μητροπολίτης ο Όσιος έγινε υποτακτικός του ηγούμενου Παισίου, του γνωστού Οσίου Παισίου Βελιτσκόφσκυ. Εκείνο τον καιρό o όσιος Παίσιος ασκήτευε στη σκήτη του Προφήτη Ηλία κοντά στη μονή Παντοκράτορος. Από εκεί μετακινήθηκε με όλη την αδελφότητα στις Ρουμανικές χώρες. Αρχικά έμειναν στη Μονή Νταγκομίρνα μετά στη Μονή Σέκου και έπειτα στη Μονή Νέαμτς. Ο όσιος Γεώργιος τον ακολούθησε παντού. Μετά από κάποιο διάστημα επιθυμούσε να γυρίσει στο Άγιον Όρος. Στο δρόμο για το Όρος σταμάτησε στο Βουκουρέστι σ’ έναν παλιό φίλο, τον ιερομόναχο Μακάριο, μαθητής κι αυτός του Οσίου Παισίου. Αυτός παρουσίασε στον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Γρηγόριο Β΄ ο οποίος βλέποντας έναν τόσο πνευματικό άνθρωπο θεώρησε ότι είναι σταλμένος από το Θεό και τον παρακάλεσε να μείνει σ’ όποιο μοναστήρι θέλει και να φτιάξει μία αδελφότητα.
Ο όσιος βρέθηκε σε δύσκολη θέση και προσευχήθηκε θερμά να δει τι θα κάνει. «Μετά από πολλή νηστεία και άσκηση του εμφανίσθηκε ο Αρχιερέας του Χριστού, Άγιος Νικόλαος και επλήσθη η καρδιά του πνευματική χαρά, επειδή του είπε να μείνει εκεί και να καθαρίσει το σπίτι του από τα άγρια θηρία».
Tην επόμενη μέρα ο Όσιος ρώτησε τον πατέρα Μακάριο εάν γνωρίζει που υπάρχει κάποια εγκαταλελειμένη σκήτη του Αγιου Νικολάου,και εκείνος με δυσκολία θυμήθηκε τη σκήτη Τσερνίκα.
Η σκήτη είχε χτιστεί σ’ ένα νησάκι το 1608,αλλά για άγνωστο λόγο είχε εγκαταλειφθεί και ο τόπος ήταν εντελώς έρημος. Με δυσκολία και περνώντας μέσα από ένα πυκνό δασάκι βρήκαν την εγκαταλελειμένη εκκλησία. Μπαίνοντας μέσα για να προσκυνήσουν τις εικόνες είδαν στο ιερό ένα φοβερό φίδι. Τότε ο Όσιος του είπε με πραότητα: “Μικρούλη μου, μέχρι τώρα έμεινες εσυ εδώ,τώρα είναι η σειρά μας να μείνουμε.” Και το φίδι προς έκπληξη όλων έφυγε. Το 1784 η μονή ειχε 130 μοναχούς.
Ο Όσιος Γεώργιος εκοιμήθη στις 3 Δεκεμβρίου 1806 την 7η πρωινή ώρα.
Στις 20-21 Οκτωβρίου 2005 η Ρουμανική Σύνοδος αποφάσισε την αγιοκατάταξη του. Αυτό έγινε επισήμως στις 3 Δεκεμβρίου 2005 στη μονή Τσερνίκα όπου βρίσκονται και τα άγια λείψανά του.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. - ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΥ & ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ.
 
Παιδικά χρόνια 
  Ο Όσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας Ευβοίας, που είναι κοντά στο Αλιβέρι. Οι γονείς του ήσαν πτωχοί, αλλ’ ευσεβείς γεωργοί. Ο πατέρας του ονομαζόταν Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και η μητέρα του Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου. Ο πατέρας του είχε κλήση μοναχική, αλλά τελικά δεν έγινε μοναχός. Υπήρξε, όμως, ψάλτης στο χωριό του και δίδαξε στο Γέροντα την παράκληση της Παναγίας και ό,τι άλλο μπορούσε από την αγία πίστη μας. Ο Γέροντας Πορφύριος κατά τη βάπτισή του πήρε το όνομα Ευάγγελος, ήταν δε το τέταρτο από τα πέντε παιδιά των γονέων του. Η φτώχεια ανάγκασε τον πατέρα του Γέροντα να ξενιτευτεί και να πάει να δουλέψει στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά. Φοίτησε στο σχολείο του χωριού του μόνο για δύο χρόνια. Από οκτώ χρονών εργαζόταν. Έπιασε δουλειά στο ανθρακωρυχείο της περιοχής του και στη συνέχεια σε παντοπωλείο στη Χαλκίδα και στον Πειραιά. Ο Γέροντας ως παιδί είχε έντονα πρόωρη ανάπτυξη. Όπως διηγήθηκε ο ίδιος, από οκτώ χρονών ξυριζόταν. Από την παιδική ηλικία ήταν σοβαρός, εργατικότατος, επιμελής και έδειχνε πολύ μεγαλύτερος από τα χρόνια του.
  Στο Άγιον Όρος Η μοναχική κλήσις.
 Διαβάζοντας το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτη συλλαβιστά, εκεί που έβοσκε τα πρόβατα, αλλά και όταν δούλευε στο παντοπωλείο, αισθάνθηκε τον πόθο να τον μιμηθεί. Αρκετές φορές ξεκίνησε για το Άγιον Όρος, αλλά για διάφορους λόγους γύριζε πίσω. Τελικά, μεταξύ δώδεκα και δεκατεσσάρων ετών, ξεκίνησε με σταθερή απόφαση να φθάσει. Και ο Κύριος ευλόγησε την απόφασή του και έφθασε. Ο προνοητής των πάντων και κυβερνήτης της ζωής μας Κύριος έφερε έτσι τα πράγματα, ώστε να συναντήσει μέσα στο καράβι, που πήγαινε από τη Θεσσαλονίκη στο Άγιον Όρος, το μέλλοντα Γέροντά του, τον ιερομόναχο και πνευματικό Παντελεήμονα. Αυτός τον ανέλαβε υπό την προστασία του μέσα από το καράβι, τον παρουσίασε ως ανεψιό του και τον έμπασε στο Άγιον Όρος, παρόλον που δεν επιτρεπόταν τότε η είσοδος στα παιδιά Η μοναχική ζωή Ο Γέροντάς του, ο παπα-Παντελεήμονας, τον οδήγησε στα Καυσοκαλύβια, στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου, στην οποία ασκήτευε μαζί με τον ομομήτριο αδελφό του παπα-Ιωαννίκιο.
Έτσι ο Γέροντας Πορφύριος απέκτησε ταυτόχρονα δύο Γεροντάδες και έκανε και στους δύο άκρα, αδιάκριτη και χαρούμενη υπακοή. Επιδόθηκε με ζήλο στην εκούσια άσκηση και το παράπονό του ήταν ότι οι Γέροντές του δεν του απαιτούσαν ακόμη μεγαλύτερη. Δεν γνωρίζουμε ακόμη επακριβώς τα ασκητικά παλαίσματά του, γιατί δεν μιλούσε γι’ αυτά. Από τα λίγα, που ανέφερε σπανίως σε ελάχιστα πνευματικά του παιδιά, συμπεραίνουμε ότι η άσκησή του ήταν συνεχής, εντατική, χαρούμενη και σκληρή. Ξυπόλυτος στα χιόνια και στα κακοτράχαλα μονοπάτια. Με λίγο ύπνο στο πάτωμα, με μια κουβέρτα και με ανοιχτό το παράθυρο, ακόμη κι όταν χιόνιζε. Με πολλές μετάνοιες, με γυμνό το σώμα από τη μέση και πάνω για να μην τον ενοχλεί η νύστα. Με εργασία την ξυλογλυπτική και στο ύπαιθρο, για ξύλα, για σαλιγκάρια, για κουβάλημα χώματος στην πλάτη από μεγάλες αποστάσεις, προκειμένου να δημιουργηθεί μικρός κήπος στα βραχώδη μέρη της καλύβης του Αγίου Γεωργίου. Και ταυτόχρονα εντονώτατη συγκέντρωση της προσοχής στα αναγνώσματα και τα τροπάρια των ιερών ακολουθιών και αποστήθισή τους. Επί πλέον αποστήθιση των ιερών Ευαγγελίων κατά τη διάρκεια του εργοχείρου και συνεχής επανάληψή τους, ώστε στο μυαλό να μη μπορεί να μπει αργός λόγος ή μη καλός λογισμός. Ήταν, κατά το χαρακτηρισμό, που ο ίδιος έδωσε στη ζωή του εκείνα τα χρόνια “αεικίνητος”. Αλλά το βασικό, το κύριο γνώρισμα της άσκησής του, δεν ήταν τα σωματικά παλαίσματα. Ήταν η πλήρης υποταγή στο Γέροντά του, η απόλυτη εξάρτησή του από αυτόν, η ολοκληρωτική εξαφάνιση του θελήματός του μέσα στο θέλημα εκείνου, η γεμάτη αγάπη, εμπιστοσύνη και θαυμασμό αφοσίωσή του στο Γέροντά του, η ταύτισή του με εκείνον, η οποία τον έκανε δεκτικό της διοχέτευσης των βιωμάτων του στη δική του ζωή. Αυτό είναι το μυστικό, αυτό είναι το κλειδί, το ουσιώδες και κύριο. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, αλλά φαίνεται ότι σύντομα μετά την εγκαταβίωσή του στο Άγιον Όρος, εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Νικήτας.
Η επίσκεψη της θείας Χάριτος

Σ’ αυτόν το γεμάτο φλόγα νέο μοναχό, που τάδωσε όλα για την αγάπη του Χριστού και που δεν υπολόγισε ποτέ κόπους και αγώνες, δεν είναι παράδοξο ότι αναπαύθηκε αισθητά η θεία Χάρις. Ήταν ξημερώματα, ο κεντρικός ναός των Καυσοκαλυβίων, το Κυριακό, ήταν ακόμη κλειστός. Ο μοναχός Νικήτας, όμως, περίμενε σε μια γωνιά του προνάρθηκα να κτυπήσουν οι καμπάνες και ν’ ανοίξει η εκκλησία. Δεύτερος μπήκε στον προνάρθηκα ο γερο-Δημάς, πρώην Ρώσος αξιωματικός, ενενηκοντούτης, ασκητής, κρυφός άγιος και, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν άλλος εκεί (δεν είδε το μοναχό Νικήτα που ήταν απόμερα), άρχισε να κάνει στρωτές μετάνοιες και να προσεύχεται μπροστά στην κλειστή πόρτα του ναού. Η θεία Χάρις ξεχείλισε από τον όσιο γερο-Δημά και έλουσε και κατεκάλυψε τον έτοιμο να τη δεχθεί νεαρό Νικήτα. Τα αισθήματά του δεν περιγράφονται. Γεγονός είναι ότι μετά τη θεία Λειτουργία και τη θεία Κοινωνία του ο νεαρός μοναχός Νικήτας αισθανόταν τέτοια αισθήματα, ώστε, πηγαίνοντας για το καλύβι του, σταμάτησε, άνοιξε τα χέρια του τεντωμένα και φώναζε δυνατά “Δόξα Σοι, ο Θεός. Δόξα Σοι, ο Θεός. Δόξα Σοι, ο Θεός”. Την επίσκεψη της Χάριτος ακολούθησε μια ριζική αλλαγή των ψυχοσωματικών ιδιοτήτων του νεαρού μοναχού Νικήτα. Ήταν η αλλοίωσις, η εκ της δεξιάς του Υψίστου. Ενεδύθη δύναμιν εξ ύψους και απέκτησε χαρίσματα υπερφυσικά. Πρώτο σημείο ήταν ότι “διείδε” από μεγάλη απόσταση τους Γέροντές του, που επέστρεφαν από μακριά. Τους “διείδε” εκεί που ήσαν, ενώ ανθρωπίνως δεν ήσαν ορατοί. Αυτό το εξομολογήθηκε στον παπα-Παντελεήμονα, ο οποίος του σύστησε προσοχή και σιωπή. Συμβουλές, προς τις οποίες συμμορφώθηκε, μέχρις ότου έλαβε άλλη εντολή. Έπειτα ακολούθησαν και άλλα. Τα αισθητήριά του ευαισθητοποιήθηκαν σε ανυπέρβλητο βαθμό και οι ανθρώπινες δυνατότητές του αναπτύχθηκαν στο έπακρο. Άκουε και γνώριζε τις φωνές των πουλιών και των ζώων, τόσο ως προς την προέλευση όσο και προς το νόημά τους. Οσφραινόταν τις ευωδιές από μεγάλες αποστάσεις. Αναγνώριζε τα αρώματα και τη σύνθεσή τους. Διέκρινε από πάρα πολύ μακριά τις ευωδιές των λουλουδιών. “Έβλεπε”, όταν ύστερα από ταπεινή προσευχή ερχόταν στην κατάλληλη κατάσταση, στα βάθη της γης και στο χάος του ουρανού, νερά, πετρώματα, πετρέλαια, ραδιενέργεια, θαμμένα αρχαία, κρυμμένους τάφους, ρωγμές στα έγκατα της γης, υπόγειες, πηγές, χαμένες εικόνες, σκηνές που είχαν διαδραματισθεί αιώνες πριν, προσευχές που είχαν αναπεμφθεί, πνεύματα αγαθά και πονηρά, την ψυχή την ίδια το κάθε τι. Δοκίμαζε το νερό από το βάθος της γης και μετρούσε τα απρόσιτα. Ρωτούσε τα βράχια και του διηγόντουσαν τα παλαίσματα των προ αυτού ασκητών. Κύτταζε και θεράπευε. Έψαυε και ιάτρευε. Ηύχετο και εγένοντο. Αλλά ποτέ δεν διανοήθηκε να χρησιμοποιήσει τα χαρίσματα αυτά του Θεού για δικό του όφελος.
Ποτέ δεν παρακάλεσε να γίνει καλά από δική του αρρώστια. Ποτέ δεν θέλησε να κερδίσει κάτι από κάποια γνώση που του πρόσφερε η θεία Χάρη. Η διόρασή του, όσες φορές ενεργούσε, του αποκάλυπτε τα απόκρυφα των ανθρωπίνων διαλογισμών. Μπορούσε με τη χάρη του Θεού να βλέπει το παρελθόν και το παρόν και το μέλλον ταυτόχρονα. Επιβεβαίωνε ότι ο Θεός είναι παντογνώστης και παντοδύναμος. Κατόπτευε και ψηλαφούσε την κτίση από τα άκρα του σύμπαντος μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και Ιστορίας. Ίσχυε γι’ αυτόν το: “Ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται” (Α΄ Κορ. ιβ΄ 15). Η ζωή μέσα στη Χάρη όμως είναι ένα άγνωστο μυστήριο για μας. Και κάθε επιπλέον λέξις θα είναι αυδάδης ενασχόληση με θέματα που αγνοούμε. Αυτά ο Γέροντας τα τόνιζε πάντοτε σε όλους όσοι απέδιδαν τις ικανότητές του σε άλλα αίτια εκτός από τη Χάρη του Θεού. Έλεγε επιγραμματικά και ξανάλεγε: “Δεν είναι επιστήμη, δεν είναι τέχνη, είναι ΧΑΡΙΣ”.
Η επάνοδος στον κόσμο
Ο μοναχός Νικήτας ποτέ δεν σκέφθηκε να αφήσει το Άγιον Όρος και να γυρίσει στον κόσμο. Ο πύρινος θείος έρωτάς του προς το Σωτήρα Χριστό μας τον έσπρωχνε να επιθυμεί και να ονειρεύεται να βρεθεί στην απόλυτη έρημο, μόνος με μόνον τον άκρον των εφετών, τον γλυκύτατο Ιησού. Όμως, μια βαρειά πλευρίτιδα, που άρπαξε μαζεύοντας σαλιγκάρια στα απόκρημνα βράχια, η οποία τον βρήκε καταεξαντλημένο από τη συνεχή υπεράνθρωπη άσκηση, ανάγκασε τους Γεροντάδες του να του δώσουν εντολή να εγκατασταθεί σ’ ένα μοναστήρι στον κόσμο, για να γίνει καλά. Υπάκουσε και γύρισε, αλλά, μόλις συνήλθε, επέστρεψε στην καλύβη της μετανοίας του. Ξαναρρώστησε όμως, και έτσι οι Γέροντές του με μεγάλη θλίψη τον ξανάστειλαν στον κόσμο οριστικά. Έτσι τον βρίσκουμε να μονάζει στα δεκαεννέα του χρόνια στη Μονή Λευκών του Αγίου Χαραλάμπους, κοντά στη γενέτειρά του. Συνέχισε κι εδώ την αγιορείτικη τακτική του, “τα ψαλτήρια του” και τα όμοια, μόνο που αναγκαστικά περιόρισε τη νηστεία του μέχρις ότου αποκατασταθεί η υγεία του.
Χειροτονείται ιερεύς
Στο μοναστήρι αυτό τον βρήκε, όταν έμενε για λίγο εκεί ως φιλοξενούμενος επισκέπτης, ο Αρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος ο Γ΄. Από τη συζήτηση μαζί του διέγνωσε την αρετή του και τα θεία χαρίσματά του και τόσο εντυπωσιάσθηκε, ώστε στις 26 Ιουλίου του 1927, εορτή της Αγίας Παρασκευής, τον χειροτόνησε διάκονο και την επομένη, εορτή του Αγίου Παντελεήμονος, τον προεχείρισε πρεσβύτερο, ως σιναΐτη και τον ονόμασε Πορφύριο. Οι χειροτονίες έγιναν στο παρεκκλήσιο του εν Κύμη επισκοπείου της Ιεράς Μητροπόλεως Καρυστίας, συμπροσευχομένου και του τότε Μητροπολίτου αυτής κυρού Παντελεήμονος Φωστίνη. Ήταν τότε ο Γέροντας εικοσιενός μόνο ετών.
Πνευματικός
Στο μοναστήρι αυτό τον βρήκε, όταν έμενε για λίγο εκεί ως φιλοξενούμενος επισκέπτης, ο Αρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος ο Γ΄. Από τη συζήτηση μαζί του διέγνωσε την αρετή του και τα θεία χαρίσματά του και τόσο εντυπωσιάσθηκε, ώστε στις 26 Ιουλίου του 1927, εορτή της Αγίας Παρασκευής, τον χειροτόνησε διάκονο και την επομένη, εορτή του Αγίου Παντελεήμονος, τον προεχείρισε πρεσβύτερο, ως σιναΐτη και τον ονόμασε Πορφύριο. Οι χειροτονίες έγιναν στο παρεκκλήσιο του εν Κύμη επισκοπείου της Ιεράς Μητροπόλεως Καρυστίας, συμπροσευχομένου και του τότε Μητροπολίτου αυτής κυρού Παντελεήμονος Φωστίνη. Ήταν τότε ο Γέροντας εικοσιενός μόνο ετών. Πνευματικός Στη συνέχεια ο τότε επιχώριος Μητροπολίτης Καρυστίας Παντελεήμων του ανέθεσε, με την κεκανονισμένη ενταλτήρια επιστολή, έργον πνευματικού. “Δεικνύς το ανθρώπινον” ο Γέροντας και “φιλοπόνως” εργαζόμενος το δοθέν σ’ αυτόν νέο τάλαντον μελέτησε το Εξομολογητάριον. Αλλ’ όταν εδοκίμασε να εφαρμόσει κατά γράμμα τα αναγραφόμενα σ’ αυτό επιτίμια, διαπίστωσε ότι χρειαζόταν εξατομικευμένη μεταχείριση των πιστών και πολύ προβληματίστηκε. Αλλά βρήκε στον Άγιο Βασίλειο τη λύση, που συμβουλεύει: “Πάντα δε ταύτα γράφομεν, ώστε τους καρπούς δοκιμάζεσθαι της μετανοίας. Ου γαρ πάντως τω χρόνω κρίνομεν ταύτα, αλλά τω τρόπω της μετανοίας προσέχομεν” (Επιστ., 217, αρ. 84). Και αποστήθισε τη συμβουλή και την εφάρμοσε. Μέχρι τα βαθειά του γεράματα την υπενθύμιζε στους νεώτερους πνευματικούς. Έτσι ωριμασμένος ο νεαρός ιερομόναχος Πορφύριος άσκησε ευδοκίμως, με τη χάρη του Θεού, το έργο του πνευματικού στην Εύβοια μέχρι το 1940. Αναδεχόταν καθημερινώς τις εξομολογήσεις πλήθους πιστών, πολλές μάλιστα φορές για πολλές αδιάκοπες ώρες. Γιατί η φήμη του ως πνευματικού, γνώστου της ψυχής και ασφαλούς οδηγού, πολύ σύντομα διαδόθηκε στα περίχωρα και πολύς κόσμος συνέρεε στο εξομολογητήριό του στην Ιερά Μονή Λευκών, κοντά στο Αυλωνάρι της Ευβοίας, ώστε μερικές φορές να περνά όλη την ημέρα και τη νύχτα χωρίς διακοπή και χωρίς ανάπαυση, στην εκπλήρωση του ιερού αυτού έργου και Μυστηρίου. Τους προσερχομένους βοηθούσε και με το διορατικό του χάρισμα, με το οποίο τους οδηγούσε στην αυτογνωσία, την ειλικρινή εξομολόγηση και την εν Χριστώ ζωή. Με το ίδιο χάρισμα αποκάλυπτε και πολλές πλεκτάνες του πονηρού και έσωζε ψυχές από τα δίκτυά του και τις μεθοδείες του.
Αρχιμανδρίτης
Το 1938 του απονεμήθηκε, και πάλι από το Μητροπολίτη Καρυστίας, το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη: “προς βράβευσιν των υπηρεσιών σου, ας υπέρ της Εκκλησίας προσήνεγκας μέχρι σήμερον ως Πνευματικός Πατήρ και δια τας χρηστάς ελπίδας, ας τρέφει εις σε η Αγία ημών Εκκλησία”, όπως επί λέξει γράφει το υπ’ αριθμ. πρωτ. 92/10-2-1938 έγγραφον του εν λόγω Μητροπολίτου, του οποίου, πράγματι, με τη χάρη του Θεού επιβεβαιώθηκαν οι χρηστές ελπίδες.
Εφημέριος στους Τσακαίους Ευβοίας και στη Μονή Αγίου Νικολάου Άνω Βάθειας
Για λίγους μήνες τοποθετήθηκε από τον οικείο Μητροπολίτη ιερέας στο χωριό Τσακαίοι της Εύβοιας, όπου η αγαθή ανάμνηση του περάσματός του διατηρείται ακόμη σε μερικούς από τους παλαιότερους. Γύρω στο 1938 τον βρίσκουμε εγκατεστημένο στην εγκαταλελειμμένη και ερειπωμένη (τότε) ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Άνω Βάθειας Ευβοίας, που υπάγεται στην ιερά Μητρόπολη Χαλκίδας. Είχε αποχωρήσει από την ιερά Μονή του Αγ. Χαραλάμπους, επειδή μετετράπη σε γυναικεία.
 Στην έρημο της Ομονοίας
Ενώ η λαίλαπα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου προσήγγιζε την Ελλάδα, ο πανάγαθος Κύριος επιστράτευσε τον πιστό δούλο του Πορφύριο σε νέα υπηρεσία, πλησιέστερη προς το δοκιμαζόμενο λαό του. Από τις 12 Οκτωβρίου 1940 του ανατέθηκαν καθήκοντα προσωρινού εφημέριου στο παρεκκλήσι του Αγίου Γερασίμου της Πολυκλινικής Αθηνών, που βρίσκεται στη γωνία των οδών Σωκράτους και Πειραιώς, δίπλα στην Ομόνοια. Στη θέση αυτή ζήτησε ο ίδιος να διορισθεί, διότι, από μεγάλη και σφοδρή αγάπη προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο, ήθελε να βρίσκεται κοντά του στις δυσκολότερες στιγμές της ζωής του, όταν ο πόνος και η νόσος και ο επικείμενος θάνατος απεδείκνυαν άχρηστες όλες τις άλλες ελπίδες, εκτός της ελπίδας του Χριστού. Για το διορισμό στη θέση αυτή υπήρχε και άλλος ενδιαφερόμενος με μεγάλα τυπικά προσόντα, αλλά ο Κύριος φώτισε το διευθύνοντα στην Πολυκλινική να προτιμήσει τον αγράμματο κατά κόσμον και σοφό κατά Θεόν, ταπεινό, αλλά χαριτωμένο Πορφύριο. Για την εκλογή του αυτή ο επιλέξας έχαιρε αργότερα και διηγείτο έκθαμβος ότι βρήκε αληθινό ιερέα λέγοντας: “Βρήκα παπά τέλειο, όπως τον θέλει ο Χριστός”. Στην Πολυκλινική άσκησε τα καθήκοντα του εφημέριου επί τριάντα συνεχή έτη ως εν ενεργεία εφημέριος και επί τρία εν συνεχεία οικειοθελώς και περιορισμένος κάπως, προς εξυπηρέτηση των αναζητούντων αυτών εκεί πνευματικών του τέκνων. Ασκήθηκε συνολικά 33 έτη στην έρημο της Ομονοίας, όπως έλεγε ο ίδιος, αντί της ερήμου του Αγίου Όρους, όπως ποθούσε η ψυχή του.
undefinedΕδώ, παραλλήλως προς το έργο του εφημερίου, το οποίο ασκούσε με τέλεια ευλάβεια και αφοσίωση, τελώντας με θαυμαστή ιεροπρέπεια της εκκλησιαστικές ακολουθίες, εξομολογώντας, νουθετώντας και θεραπεύοντας τις ψυχικές και πολλάκις και τις σωματικές αρρώστιες των ασθενών, ασκούσε και το έργο του πνευματικού για όλους όσους πήγαιναν σ’ αυτόν. “Ταις χρείαις μου και τοις ούσιν μετ’ εμού υπηρέτησαν αι χείρες αύται” (Πράξ., κ΄, 34) Ο Γέροντας Πορφύριος, ελλείψει τυπικών προσόντων, ελάμβανε ως εφημέριος της Πολυκλινικής γλισχρότατες αποδοχές, οι οποίες δεν επαρκούσαν για τη συντήρηση τόσο του εαυτού του, όσον και των γονέων του και μερικών άλλων στενών οικείων του, των οποίων την προστασία είχε αναλάβει. Γι’ αυτό αναγκάσθηκε να εργασθεί βιοποριστικά και οργάνωσε μαζί τους διαδοχικά ορνιθοτροφείο και πλεκτήριο. Επιπλέον, από ζήλο για τη μυσταγωγικότερη τέλεση των ιερών ακολουθιών, επιδόθηκε στη σύνθεση αρωμάτων, καταλλήλων για την παρασκευή του χρησιμοποιουμένου στη θεία λατρεία μοσχοθυμιάματος, επιτυγχάνοντας άριστα αποτελέσματα. Μάλιστα, κατά την δεκαπενταετία του 1970 είχε επιτύχει την πρωτότυπη εφεύρεση, να ενοποιήσει το καρβουνάκι με το άρωμα του θυμιάματος και να θυμιατίζει μόνο με το ιδικής του συνθέσεως σιγοκαίον καρβουνάκι, το οποίο απέπνεε πνοή ευωδίας πνευματικής.
Άγιος Νικόλαος Καλλισίων
Από το 1955 είχε μισθώσει από την ιερά Μονή Πεντέλης το ευρισκόμενο στην Παλαιά Πεντέλη μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή του, την οποία καλλιεργούσε συστηματικά και φιλόπονα, θέλοντας να συστήσει εκεί το ησυχαστήριο, που τελικά εγκατέστησε αλλού. Βελτίωσε τις πηγές, κατασκεύασε αρδευτικό δίκτυο, φύτευσε πολλά δένδρα και με σκαπτικό μηχάνημα, το οποίο χειριζόταν ιδιόχειρα, καλλιεργούσε τη γη. Όλα δε αυτά παράλληλα προς το νυχθήμερο εφημεριακό και εξομολογητικό του έργο. Εκτιμούσε ιδιαιτέρως την εργασία και καμιά ανάπαυση δεν επέτρεπε στον εαυτό του, γνωρίζοντας από πείρα και όχι από τα βιβλία αυτό, που γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: “Ο Θεός και οι άγγελοι αυτού εν ανάγκαις χαίρουσιν, ο δε διάβολος και οι εργάται αυτού εν αναπαύσει”. Αποχωρεί από την Πολυκλινική Στις 16.3.1970 έλαβε μικρή σύνταξη από το Ταμείο Ασφαλίσεως Κληρικών Ελλάδος, ως συμπληρώσας τριακονταπενταετία και αποχώρησε τυπικά από την υπηρεσία του στην Πολυκλινική. Παρέμεινε όμως κατ’ ουσίαν λίγο ακόμη, μέχρι προσλήψεως του διαδόχου του. Αλλά και μετά ταύτα συνέχισε για λίγο διάστημα να μεταβαίνει στην Πολυκλινική, για να συναντά τα πολυπληθή πνευματικά του τέκνα, που τον αναζητούσαν εκεί. Τελικά, γύρω στο 1973, περιόρισε στο ελάχιστο τις μεταβάσεις του στην Πολυκλινική και δεχόταν τα πνευματικά του τέκνα στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων Πεντέλης, όπου λειτουργούσε και εξομολογούσε.
“Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται”
undefined Ο Γέροντας Πορφύριος πέρα από την αρχική ασθένειά του, εξαιτίας της οποίας και βγήκε από το Άγιον Όρος, δοκιμάσθηκε και με πολλές άλλες, κατά καιρούς, ασθένειες. Προς το τέλος της υπηρεσίας του στην Πολυκλινική αρρώστησε από πάθηση των νεφρών και εγχειρίσθηκε πολύ καθυστερημένα. Αυτό έγινε, διότι εργαζόταν ακούραστα, παρά την ασθένειά του. Είχε συνηθίσει να υπακούει “μέχρι θανάτου” και έτσι υπάκουσε ακόμη και στο Διευθυντή της Πολυκλινικής, ο οποίος του είπε να αναβάλει την εγχείρηση, για να να εκτελέσει τις Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος… Το αποτέλεσμα ήταν να περιέλθει σε κωματώδη κατάσταση και να ειδοποιηθούν οι οικείοι του από τους ιατρούς να μεριμνήσουν για την κηδεία του. Αλλά ο Γέροντας επανήλθε στην κατά σάρκα ζωή, για να συνεχίσει να υπηρετεί το πλήρωμα της Εκκλησίας. Παλαιότερα είχε υποστεί και κάταγμα του ποδιού, για το οποίο διηγήθηκε ένα θαυμαστό γεγονός μερίμνης γι’ αυτόν του Αγίου Γερασίμου, στο ναΰδριο του οποίου, στην Πολυκλινική, ιερουργούσε. Επίσης, λόγω των κόπων του κατά τη μεταφορά βαριών φορτίων στο σπίτι του στα Τουρκοβούνια, όπου έμενε για πολλά χρόνια, επεδεινώθη η κήλη του, από την οποία πολύ εταλαιπωρείτο μέχρι της κοιμήσεώς του. Στις 20.8.1978, ευρισκόμενος στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων, υπέστη έφραγμα του μυοκαρδίου και μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσηλευτήριο “Υγεία”, όπου ενοσηλεύθη επί 20ήμερον. Όταν βγήκε από την κλινική, συνέχισε τη νοσηλεία του σε σπίτια μερικών πνευματικών του παιδιών μέσα στην Αθήνα, γιατί στον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων δεν μπορούσε να μεταβεί ελλείψει δρόμου, αφού έπρεπε να διανύσει πεζός μεγάλη απόσταση, ενώ το σπίτι του στα Τουρκοβούνια δεν παρείχε ούτε τις στοιχειωδέστερες ανέσεις και, ακόμα, γιατί έπρεπε να είναι κοντά στους γιατρούς. Αργότερα, όταν πλέον είχε εγκατασταθεί σε προχειρότατο οικίσκο του κατασκευαζομένου στο Μήλεσι μετοχίου του Ησυχαστηρίου που είχε ιδρύσει, υποβλήθηκε σε εγχείρηση καταρράκτη στο αριστερό μάτι και από σφάλμα του γιατρού καταστράφηκε το μάτι και μετά από λίγα χρόνια (1987) ο Γέροντας τυφλώθηκε εντελώς. Κατά τη διάρκεια της εγχειρήσεως ο γιατρός, χωρίς την έγκριση του Γέροντα, που είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στα φάρμακα και ακόμη μεγαλύτερη στην κορτιζόνη, του έκανε ένεση ισχυρής δόσεως κορτιζόνης. Συνέπεια αυτού ήταν ότι υπέστη μετά από λίγο χρόνο συνεχείς γαστρορραγίες που επαναλαμβανόντουσαν επί τρίμηνον και πλέον. Εξαιτίας της καταστάσεως αυτής δεν μπορούσε να τραφεί κανονικά και διατηρήθηκε με μερικές κουταλιές γάλα και νερό την ημέρα, με αποτέλεσμα να φτάσει στον έσχατο βαθμό της εξαντλήσεως, μέχρι σημείου να μη μπορεί ούτε καθιστός να σταθεί. Του έγιναν περίπου 12 μεταγγίσεις, όλες στο κατάλυμά του στο Μήλεσι και τελικώς επεβίωσε, χάριτι Θεού, παρ’ όλον ότι και πάλι δρασκέλισε το κατώφλι του θανάτου. Έπασχε επίσης από σταφυλοκοκκική δερματίτιδα στο χέρι, χρονία βρογχίτιδα και αδένωμα (καρκίνο) της υποφύσεως στο κρανίο. Από τότε διεταράχθη σφοδρά η σωματική του υγεία, αλλά συνέχισε το έργο του πνευματικού συμβούλου και, όσο μπορούσε, του εξομολόγου, διεκπεραιώνοντας αυτά πάρα πολλές φορές μέσα σε φρικτούς πόνους. Αποκαλυπτική και συγκλονιστική μαρτυρία για τις ασθένειες και την ιώβειο υπομονή του Γέροντα απέναντι σ’ αυτές αποτελεί η επιστολή του Γεωργίου Παπαζάχου (περιοδ. Σύναξη, Ιαν.-Μάρτιος 2002, σελ. 93-97), επίκουρου Καθηγητή της Καρδιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θεράποντος ιατρού του Γέροντος Πορφυρίου.
 Η πνευματική διαθήκη του

Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά, Τώρα που ακόμη έχω τας φρένας μου σώας, θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν πτωχοί, είχε πάει στη διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί που έβοσκα τα ζώα, συλλαβιστά διάβαζα το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές, σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρόνων, δεν θυμάμαι ακριβώς καλά. Και θέλοντας να τον μιμηθώ, με πολύ αγώνα, έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάχθηκα σε δύο Γέροντες αυταδέλφους, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς το Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση Θεού, για τις αμαρτίες μου, αρρώστησα πολύ και οι Γέροντές μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιο Ιωάννην Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες, όταν ξαναπήγα στον κόσμο, συνέχισα τις αμαρτίες, οι οποίες μέχρι σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήραν από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα και γνωρίζω ότι γι’ αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλά όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα, διότι και εγώ, όταν ζούσα, πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας. Αλλά όμως, τώρα που θα πάω για τον ουρανό, έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πη: Τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω: Δεν είμαι άξιος, Κύριε, για εδώ, αλλά ό,τι θέλει η αγάπη σου ας κάμη για μένα. Από εκεί και πέρα, δεν ξέρω τι θα γίνη. Επιθυμώ όμως να ενεργήση η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το παν, για να μας αξιώση να μπούμε στην επίγειο άκτιστη Εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχωμαι και να διαβάζω τους ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρι του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και σεις να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ό,τι σας στενοχώρησα.
Ιερομόναχος Πορφύριος
Εν  Καυσοκαλυβίοις τη 4/17 Ιουνίου 1991

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ

ΙΕΡΑ   ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Την Πέμπτη 1η Δεκεμβρίου καὶ ὤρα 08:00 μ.μ. καὶ μέχρι 01:00 π.μ.  στὸν Ἱερὸ Ναὸ μας  θὰ τελεστῇ Ἱερὰ Ἀγρυπνία ἐπί  την ἐτήσιον σύναξιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας τῆς ἐπονομαζομένης ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΗΣ και  
 ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΥ & ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ
Απολυτίκιον Παναγίας Γερόντισσας.
χος πλ.α.Τόν συνάναρχον λόγον….
Παναγία Παρθένε σεμνή Γερόντισσα,τὴν Μονὴν ταύτην σκέπε τοῦ Παντοκράτορος,καὶ τὰ τέκνα σου ἀεὶ παραμύθησον,ἀσπαζόμενα θερμῶς,τὴν ἁγίαν σου μορφήν,καὶ κλήρου τοῦ ἐν τῷ ὄρει,Θαβὼρ μεταμορφωθέντος, ἀξίωσον ταῖς πρεσβείαις σου.
 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
ΩΡΑ 06:30- ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΟΣΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ
ΩΡΑ 07:00 - ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Θ΄ΩΡΑΣ  - ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ –
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΟΣΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ  
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ  ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ
ΩΡΑ 08:00 ΜΕΓΑΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ - ΛΙΤΗ - ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ
ΩΡΑ 09:15 - ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Απολυτίκιον. ΟΣΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ.Ήχος α . Της ερήμου πολίτης.
Της Ευβοίας τον γόνον, Πανελλήνων τον Γέροντα, της Θεολογίας τον μύστην και Χριστού φίλον γνήσιον, Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί, τον πλήρη χαρισμάτων εκ παιδός. Δαιμονώντας γαρ λυτρούται, και ασθενείς ιάται πίστει κράζοντας, δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε αγιάσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ.

Ο Απόστολος Ανδρέας καταγόταν από ένα μικρό χωριό της Παλαιστίνης, τη Βηθσαϊδά. . Ο Απ. Ανδρέας είχε αδελφό τον κορυφαίο Απόστολο Πέτρο. Το όνομα Ανδρέας είναι Ελληνικό.
Ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν αδελφοί. Ο πατέρας των ήταν πτωχότατος. Στα παιδιά του, τους έμαθε την τέχνη του ψαρά, την οποίαν είχε και αυτός. Δεν είχε την δύναμη να τους σπουδάσει. Ο πατέρας των ονομάζετε Ιωνάς και ψάρευε στην θάλασσα της Τιβεριάδος. Ο Ανδρέας προτίμησε την παρθενική ζωή και δεν θέλησε να παντρευτεί. Όταν όμως άκουσε, ότι ο Πρόδρομος Ιωάννης κήρυττε εις τα πλήθη μετάνοια, έτρεξε εκεί και έγινε μαθητής του. Είχε ο μακάριος επιθυμία να μάθη υψηλότερα πράγματα και να πλησιάσει τον Θεό.
Γίνεται μαθητής του Προδρόμου
Γι αυτό άφησε τον κόσμο και τα του κόσμου και προσκολλήθηκε στον Ιωάννη. Άκουσε εκεί το προφητικό του κήρυγμα και επειδή είχε την ψυχή του καθαρή από αμαρτίες, πίστεψε αμέσως, ότι το κήρυγμα του Προδρόμου ήταν θέλημα Θεού και ότι φέρνει σωτηρία.
Πρωτόκλητος
Επειδή πρώτος εκλήθη ο Ανδρέας από τον Χριστό, γι αυτό λέγεται Πρωτόκλητος.
Ο Κύριος πήγε στη λίμνη Γενησαρέτ. Εκεί βρήκε τον Ανδρέα και τον Πέτρο να εργάζονται και τους κάλεσε κοντά Του, λέγοντας : «Ἄφετε τά δίκτυα ταῦτα καί ἀκολουθεῖτε μοί καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Αυτοί αμέσως άφησαν τα δίκτυα και ακολούθησαν τον Χριστό.
Ο μακάριος Ανδρέας, βλέποντας κάθε μέρα διάφορα θαύματα του Κυρίου, αφιερωνόταν πιο πολύ με την ψυχή του στο Χριστό. Τον ακολουθούσε παντού και πάντοτε. Είχε δε την προθυμία να τον υπηρετήσει καινά μαρτυρήσει δι Αυτόν.
Ο κλήρος του Ασία και Ελλάδα
Μετά την Πεντηκοστή οι Απόστολοι έβαλαν κλήρο και εις τον Ανδρέα έπεσε ο κλήρος να κηρύξει στην Βιθυνία. Η Βιθυνία ήταν μεγάλη χώρα στην Μ. Ασία. Απλώνεται από την Μαύρη θάλασσα, τον Βόσπορο, την Προποντίδα, την Γαλατία πού είναι η σημερινή Άγκυρα, την Φρογία, Παφλαγονία:. Επίσης έπρεπε να κηρύξει στην Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία και Νότιον Ελλάδα.
Είναι αδύνατον να περιγράψει κανείς όλες τις οδοιπορίες και τους πειρασμούς πού συναντούσε σε κάθε τόπο. Είναι αδύνατον να διηγηθεί τις διδαχές, τις θεραπείες, τις στερήσεις, τους καταδιωγμούς, τα βάσανα του Αγ. Ανδρέου.
Στην Αμισό της Μαύρης θαλάσσης - Η δράση του στη Νίκαια
Μετέβη στην Αμισό και αργότερα στη Νίκαια. Εκεί κήρυττε τον Χριστό και βάπτιζε Χριαστιανούς.
Εν συνεχεία μετέβη στη Χαλκηδόνα, στην Προποντίδα, στο Σκούταρι της Κωνσταντινουπόλεως έως τα Νεόκαστρα. Από εκεί μετέβη στην Ποντοκράκλεια και την Αμάστριδα.
Ήσαν κι αυτές πόλεις της Βιθυνίας. Σ’ όλα αυτά τα μέρη δίδασκε, βάφτιζε και τους χειροτονούσε ιερείς για να τους εξυπηρετούν, στα Μυστήρια, στον αγιασμό τους και στο κήρυγμα.
Στη Σινώπη βασανίζεται & φυλακίζεται
Προ του Αποστόλου Ανδρέα, είχε μεταβεί στη Σινώπη ο Απόστολος Ματθαίος, ο όποιος εξελέγη Απόστολος, αντί του Ιούδα. Μόλις όμως άρχισε να διδάσκει για τον Χριστό τους Σινωπείς, εκείνοι τον συνέλαβαν και τον έρριψαν στις φυλακές. Όταν όμως ήρθε στη Σινώπη ο Ανδρέας και άκουσε, ότι ο Ματθαίος είναι στη φυλακή, αμέσως έκανε προσευχή και την ίδια στιγμή έσπασαν τα δεσμά, άνοιξαν οι φύλακες και βγήκε ο Ματθαίος.
Οι Σινωπείς όμως, πού τον καιρό εκείνο ήταν άπιστοι και άγριοι, μόλις είδαν τον Ανδρέα, πού συνέτριψε και άνοιξε τις φυλακές. Τον κτύπησαν ανηλεώς και τον πέταξαν έξω, από την πόλη στην κόπρο, διότι τον νόμισαν πεθαμένο.
Ο Χριστός όμως δεν άφησε το μαθητή του να βασανίζεται και να τιμωρείται έτσι, αλλά του παρουσιάστηκε, του έδωσε θάρρος και τον γιάτρεψε από τις πληγές. Ένας όμως Σινωπαίος του είχε κόψει με τα δόντια του το δάκτυλο του χεριού του. Ο Κύριος το έκαμε γερό. Κατόπιν τον ευλόγησε, τον καθοδήγησε να μην αμελή την διδασκαλία Του. Ο Απόστολος Ανδρέας πρωί - πρωί μπήκε πάλι στη Σινώπη υγιής και χωρίς πληγές, χαίρων και αγαλλόμενος. Βλέποντας αυτά μετανόησαν, έπεσαν στα ποδιά των Αγίων και ζήτησαν συγχώρηση. Μετά ταύτα τους δίδαξε ο Άγιος την πίστη του Χριστού και τους βάφτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος.
Ανέστησε νεκρό
Μια γυναίκα είχε μονάκριβο παιδί. Κάποιος εχθρός της το φόνευσε και εξαφανίσθηκε εκείνος. Η μητέρα του παιδιού, πού δεν είχε άλλη παρηγοριά, έπεσε στα πόδια του Αγίου και πίστεψε μ’ όλη της την καρδιά τον Χριστό.
Ο Απόστολος τη λυπήθηκε και, για να απόδειξη τον αληθινό Θεό, ανέστησε το παιδί της. Αυτό το θαύμα, όταν το είδαν οι κάτοικοι της Σινώπης, πίστεψαν όλοι σχεδόν συν γυναιξί και τέκνοις.
 
Κηρύττει σε ημιαγρίους λαούς
Αναχώρησε στα ανατολικά μέρη της Μαύρης θαλάσσης, στους Αλανούς. τους Αβασγούς, και την Σεβαστούπολιν. Εκεί κήρυξε το Ευαγγέλιο και τράβηξε στη χριστιανική θρησκεία πολλούς κατοίκους των πόλεων και των χωρών εκείνων.
Κατόπιν πέρασε από τους Ζικχούς, τους σημερινούς Τσερκέζους, τους Βοσποριανούς, το στένωμα του Καφά πού ήταν ο Κιμέριος Βόσπορος, ο πορθμός του Κέρτς. Όλα τα μέρη αυτά ήσαν στην Σκυθία, την σημερινή Ουκρανική Ρωσία. Εκεί ο Άγιος έμεινε αρκετό καιρό. Δίδαξε, κήρυξε τον Χριστό στα μέρη εκεί να και βάπτισε όσους πίστεψαν.
Φθάνει εις το Βυζάντιο
Έπειτα ο Άγιος αναχώρησε και επήγε στο Βυζάντιο, την σημερινή Κωνσταντινούπολη. Έκαμε στην πόλη αυτή πολλά θαύματα και οδήγησε όλους σχεδόν τους κατοίκους στην θεογνωσία. Ο Απ. Ανδρέας είναι ο πολιούχος της Κωνσταντινουπόλεως.
Κατεβαίνει στην Πελοπόννησο
Κατόπιν πέρασε όλη την Θράκη και την Μακεδονία και Θεσσαλία. Με την διδασκαλία και τα θαύματα του, πού έκανε τράβηξε πολλούς εις τον Χριστό από τους κατοίκους των μερών εκείνων. Ακολούθως κατέβηκε στην Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, τέλος κατέληξε εις τας Πάτρας.
Στην Πάτρα θεραπεύει ανίατο
Όταν μπήκε στην πόλη των Πατρών, φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός άρρωστου, πού ονομαζόταν Σώσιος. Επάνω του ο Άγιος Ανδρέας έβαλε το χέρι του και τον θεράπευσε αμέσως από την ανίατη και επικίνδυνη ασθένεια του.
Αυτό το θαύμα το πληροφορήθηκε ένας άλλος ασθενής, πού ήταν αιχμάλωτος του ηγεμόνος Αιγεάτου και της γυναικός του Μαξιμίλλας. Πήγε σ’ αυτόν και του φώναξε ο Απόστολος δυνατά: «Ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόν ὅποιον ἐγώ κηρύττω, λάβε τήν ὑγείαν σου καί πήγαινε εἰς ὁδόν εἰρήνης».
Σε λίγες μέρες η Μαξιμίλα έπεσε σε βαρύτατη ασθένεια.. Έτρεξαν όλοι οι γιατροί, αλλά δεν μπόρεσαν με όλα τα μέσα, πού διέθεταν να την ωφελήσουν. Ο άνδρας της, ο Αιγεάτης, διέθεσε σε γιατρούς και γιατρικά άφθονα χρήματα, αλλά στάθηκε αδύνατον να την θεραπεύσουν.
Ο Άγιος Ανδρέας επήγε, έβαλε το χέρι του επάνω της και αμέσως αυτή θεραπεύτηκε και σηκώθηκε από το κρεβάτι της.
Όταν είδε αυτό το θαύμα ο Αιγεάτης, πήρε με τα χέρια του πολύ θησαυρό και τον πέταξε στα πόδια του Αγίου, παρακαλώντας τον γονατιστός να λάβει τον θησαυρό, για αμοιβή του; Αυτός επιθυμούσε την επιστροφή του λαού της Αχαΐας και των Πατρών και την μετάνοια του Αιγεάτου. Γι αυτό δεν δέχθηκε τους θησαυρούς, πού του προσέφεραν. Βρήκε τότε ευκαιρία ο Άγιος και τους δίδαξε πολλά.
 Το όνομα του Άγιου έγινε πια γνωστό στην Πάτρα και ιδίως μεταξύ των πτωχών, πού υπέφεραν από πολλές ασθένειες. Αυτοί έτρεχαν και έπεφταν στα πόδια του Άγιου Ανδρέου και θεραπεύονταν. Αυτούς τους καθάριζε, τους θεράπευε και τους βάπτιζε στο όνομα της Άγιας Τριάδος.
Πώς πίστεψε ο σοφός Στρατοκλής
Ένας αδελφός του Αιγεάτη, ονόματι Στρατοκλής, σοφός και μαθηματικός των Αθηνών, πήγε στην Πάτρα, για να επιτροπεύσει τον Αιγεάτη, στον καιρό πού θα απουσίαζε.
Είχε μαζί του ένα πολύ έμπιστο υπηρέτη. Τον αγαπούσε σαν αδελφό του, διότι ήταν ειλικρινής και φρόνιμος. Αυτός σεληνιάστηκε τις ημέρες εκείνες και υπέφερε από τα δαιμόνια. Ο Απόστολος ήλθε στο σπίτι του Στρατοκλή και αμέσως έφυγαν τα δαιμόνια από τον υπηρέτη εκείνον και έγινε τελείως υγιής.
Όταν είδαν το θαύμα αυτό ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα αρνήθηκαν και αναθεμάτισαν την ειδωλολατρία και έγιναν χριστιανοί Βαπτίστηκαν από τον Απ. Ανδρέα και από κείνη την ημέρα ήσαν αχώριστοι από τον Άγιο Ανδρέα. Κάθε μέρα τους δίδασκε τον λόγο του Θεού και την πίστη του Χριστού.
Ο Ηγεμών Αιγεάτης φυλακίζει τον Άγιο Ανδρέα
Ο Αιγεάτης όταν γύρισε έμαθε ότι η γυναίκα του Μαξιμίλλα περιφρονούσε τους θεούς και προσκυνούσε τον Χριστό και διδασκόταν από τον Απ. Ανδρέα. Τότε ο Αιγεάτης έγινε έξω φρενών διέταξε αμέσως την φυλάκιση του και σκεπτόταν με ποιο θάνατο να τον θανατώσει.
Χειροτονεί τον Στρατοκλή Επίσκοπο Πατρών
Τα μεσάνυκτα ο Στρατοκλής πήρε την νύφη του Μαξιμίλλα και άλλους Χριστιανούς, από κείνους πού είχαν πιστέψει και βαπτιστεί και τρέξανε στην φυλακή, πού ήταν ο Άγιος.
Η φυλακή ήταν σφραγισμένη με την ιδιαίτερη σφραγίδα του Αιγεάτου και οι στρατιώτες φύλαγαν με ασφάλεια τον Άγιο. Όταν έφθασαν εκεί, κτύπησαν σιγά την πόρτα για να τους ακούσει ο Άγιος. Όταν άκουσε ο Απ. Ανδρέας τον κτύπο της θύρας, προσευχήθηκε και άνοιξε η θύρα αυτομάτως. Μπήκαν μέσα και έπεσαν στα πόδια του Άγιου ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα. Τον παρακαλούσαν να τους στερεώσει και να τους δυναμώσει στην Αληθινή πίστη του Θεού.
 Ο Αγ. Ανδρέας τους δίδαξε πολλά, τους συμβούλεψε και αμέσως κατόπιν χειροτόνησε τον Στρατοκλή επίσκοπο Παλαιών Πατρών. Αφού τους ευχήθηκε και τους ευλόγησε, τους έστειλε εις όδο ειρήνης. Ο Άγιος Ανδρέας με προσευχή σφάλισε πάλι την θύρα της φυλακής, καθώς ήταν σφραγισμένη και καθόταν αναμένοντας την απόφαση του ασεβούς Αιγεάτου.
Τον σταυρώνουν χιαστί.
Διέταξε, λοιπόν, τους στρατιώτες να πάνε τον Άγιο εις τον τόπον του Σαυρού και να τον σταυρώσουν κατωκέφαλα.
Όταν έφθασε ο Άγιος είδε τον σταυρόν, προσευχήθηκε και τον εγκωμίασε, διότι γινόταν αιτία ν’ ανεβεί στον ουρανό. Δίδαξε κατόπιν και ευλόγησε τους παρευρεθέντες Χριστιανούς και χαίρων και αγαλλόμενοι ανέβηκε ατό σταυρό.
Ο Ηγεμόνας αυτοκτονεί
Ο Επίσκοπος Πατρών Στρατοκλής, μετά την σταύρωση πήγε να κατεβάσει από τον σταυρό τον Άγιο. Άλλα ο Αιγεάτης δεν τον άφησε. Μαζεύτηκαν όμως οι Χριστιανοί και επέμεναν να ξεκαρφώσουν τον Άγιο από τον σταυρόν. Αλλά ο Άγιος, ζωντανός ακόμα επάνω στο σταυρό, παρακαλούσε το πλήθος να μην αντισταθεί κατά της αποφάσεως του Αιγεάτου για να μη γίνει σύγχυσης και ταραχή. Άλλωστε αυτός επιθυμώντας τον υπέρ Χριστού θάνατον, πήγε θεληματικά στον σταυρό, Όταν είδε ο Αιγεάτης την αγανάκτηση και
την ορμή του λαού, έτρεξε να κατεβάσει τον Άγιο, αλλά ούτε αυτόν τον ασεβή άφησε ο Άγιος, λέγοντας του:
— Καλλίτερα είναι να λύσης τον εαυτό σου από τα νοητά δεσμά της απιστίας σου, παρά εμένα από τούτα τα αισθητά. Διότι εγώ μεν σε λίγο πηγαίνω εις Αιωνία ανάπαυσιν, συ όμως εάν δεν μετανοήσεις και πιστέψεις στον Χριστό, μάθε ότι σε λίγες μέρες θα χάσης και την πρόσκαιρη και την αιώνια ζωή.
Εν συνεχεία ο Απ. Ανδρέας εν μέσω των φρικτών πόνων συμβούλεψε από τον σταυρόν τον λαό να επιμείνει στην πίστη του Θεού, τους ευχήθηκε και κατόπιν παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Κυρίου εις ηλικία 80 ετών.
Ο δυστυχής Αιγεάτης, μη υποφέροντας την κατακραυγή του λαού των Πατρών, έγινε μανιακός. Είχε τύψεις για τον άδικο θάνατο του Αποστόλου και ιατρού της πόλεως. Ο σατανάς τον οδήγησε σε αυτοκτονία, για να του πάρει την ψυχή για πάντα. Ανέβηκε σ’ ένα ψηλό γκρεμό, πού ονομάζεται Υψηλά Αλώνια και από κει έπεσε κάτω και συντρίφτηκε.
Ο ενταφιασμός του Αποστόλου
Τότε ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα κατέβασαν το Τίμιον Σώμα του Αποστόλου από τον Σταυρό, το άλειψαν με μύρα και το ενταφίασαν σε επίσημο τόπο.
Πως το Άγιο Λείψανο του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη
Βασιλεύς τότε ήταν ο γιός του Μ. Κωνσταντίνου ο Κωνστάντιος. Αυτός επιθύμησε να φέρει στην Κωνσταντινούπολη τα άγια λείψανα των ενδόξων Αποστόλων, Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου, για να τα καταθέσει στον ναό των Αγ. Αποστόλων. Έστειλε ο Άγιο Αρτέμιο αυτός μετέβη και εις τας Πάτρας και ζήτησε επιμόνως από τους Πατρινούς το λείψανο του Αγ. Ανδρέου. Δεν μπόρεσε όμως να τους πείσει να υποχωρήσουν. Ο Άγιος Αρτέμιος όμως τους είπε:
— Εάν επιμείνετε, ο βασιλεύς θα το πάρει διά της βίας. Αλλά εσείς έχετε ανάγκη από νερό. Εγώ θα αναφέρω στον βασιλέα, ότι τότε μόνον συγκατατίθενται να δώσουν το Άγιο Λείψανο, εάν ο βασιλεύς τους μεταφέρει, με υδραγωγείο το νερό του Παναχαϊκού μέσα στην πόλη των Πατρών.
Εκείνοι το δέχθηκαν και έτσι απέκτησε η Πάτρα άφθονο νερό και υδρεύεται μέχρι σήμερον. Μετά από αυτά οι Πατρινοί παρέδωσαν το τίμιο Λείψανο του Αγ. Ανδρέου. Η κατάθεση αυτή του λειψάνου του εορτάζεται την 20ην Ιουνίου.
Η Αγία Κάρα του Αποστόλου Ανδρέου
Έπειτα από 500 χρόνια ο Βασίλειος ο Μακεδών (867 - 886) τους έστειλε πίσω την τίμια κάρα του Αγ. Ανδρέου, η όποια παρέμενε εκεί ως κειμήλιο και μέγα προπύργιο των Πατρών.
Δυστυχώς το 1460 ο Δεσπότης του Μωρέως Θωμάς Παλαιολόγος φεύγοντας τον Μωάμεθ Β, πού κυρίευσε την Πελοπόννησο, πήγε στον Πάπα της Ρώμης Πίον Β. Πήρε μαζί του την χαριτόβρυτη κάρα του Αγ. Ανδρέου και του την παρέδωσε.
Προ ολίγου όμως, το 1964, όταν οι σκοτεινές δυνάμεις αγωνίζονταν να μάς ενώσουν με τους Παπικούς, ο Πάπας, για να μας καλοπιάσει, έδωσε πάλι την αγία κάρα στην πόλη των Πατρών.
Στην Πάτρα διασώζεται εκτός της αγίας κάρας του Αποστόλου και το δάκτυλο του Άγιου, πού κόπηκε από τον Συνωπέα.
Σέ ένα χωριό της Κεφαλλονιάς βρίσκεται ένα τμήμα από το πόδι του Άγιου Ανδρέου, Φαίνεται, μάλιστα και το μέρος, πού ήταν το καρφί, όταν τον σταυρώσανε. Έκεί γίνονται πολλά θαύματα στους προσερχομένους πιστούς.
Εντύπωση προξενεί το, ότι η Αγ. Κάρα του Αποστόλου, καίτοι έχει τόσα χρόνια πού μας την έδωσε ο Πάπας, εντούτοις ουδέν θαύμα έκαμε! Ίσως διά την πονηριά του Πάπα.
Μας την επέστρεψε, για να μας καλοπιάσει και να ενωθούμε μαζί με τον αιρετικό αυτόν. Δεν θέλει να χρησιμοποιηθεί σαν όργανο η τίμια Κάρα του, διά να υποταχθεί η Ορθοδοξία.