ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ 

ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΕΑ αγιοσ διονυσιοσ ζακυνθου
Ένας νέος από αρχοντική οικογένεια αφήνει τα εγκόσμια και πηγαίνει στο μοναστήρι. Αυτό βέβαια δεν είναι συνηθισμένο και φυσικό, όχι μόνο σήμερα, αλλά και σε κάθε καιρό. Το φυσικό και συνηθισμένο είναι μια καλή κοινωνική αποκατάσταση, να ακολουθήσει το παιδί το έργο του πατέρα και να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Αλλ’ όμως βρίσκονται νέοι, κι ας διαμαρτύρονται κι ας αντιδρούν οι γονείς τους, που βγαίνουν από τη συνήθεια και ξεπερνάνε τα ανθρώπινα μέτρα. Είναι, καθώς λέγει ο Ιησούς Χριστός, «οι δυνάμενοι χωρείν». Ποτέ βέβαια με τη δική τους μόνο θέληση και δύναμη, αλλά πάντα οπλισμένοι και δυνατοί με τη θεία χάρη.                  Θαυμαστός λοιπόν και μακαριστός είναι κι ο άγιος Διονύσιος, που αναφάνηκε στα νεώτερα χρόνια αστέρας φαεινότατος, μαζί με πολλούς άλλους μάρτυρες και οσίους, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν οικονομία της θείας Πρόνοιας να στηριχθεί στη δοκιμασία του το αιχμάλωτο γένος των ορθοδόξων χριστιανών. Ο άγιος Διονύσιος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1547 από γονείς που ξεχώριζαν στο νησί για τη λαμπρή τους κοινωνική θέση και την οικονομική τους κατάσταση. Ο άγιος του Θεού σε νεαρή ηλικία τα άφησε όλα, και κοινωνική θέση και πλούτο, κι έφυγε στο μοναστήρι της Παναγίας της Παντοχαράς, που είναι στα Στροφάδια, δύο μικρά αμπελοφυτεμένα νησιά, που βρίσκονται στο Ιόνιο πέλαγος στα νότια της Ζακύνθου.                                                                        Όταν τελειώθηκε στη μοναχική άσκηση, χειροτονημένος εν τω μεταξύ ιερέας, ο άγιος Διονύσιος ξεκίνησε να πάει προσκυνητής στους Αγίους Τόπους. Ο δρόμος του τον έφερε να περάσει από την Αθήνα, και ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών Νικάνορας, που είδε και εκτίμησε την πνευματικότητα και τις αρετές του ιερομόναχου Διονυσίου, τον κράτησε κοντά του και σε λίγο καιρό τον εξέλεξε και τον χειροτόνησε επίσκοπο Αιγίνης. Στην παλιά πόλη της Αίγινας σώζεται και σήμερα έξω από την Εκκλησία ο πέτρινος θρόνος, όπου ο άγιος Διονύσιος ανέβαινε και κήρυττε στους χριστιανούς. Ο άγιος του Θεού ποίμανε το πνευματικό του στην Αίγινα ποίμνιο, καθώς λέγει η θεία Γραφή, «μετ’ επιστήμης», σαν αληθινός δηλαδή και καλός ποιμένας της Εκκλησίας. Το νησί της Αίγινας είναι ευλογημένος τόπος, όπου τον πάτησαν και τον άγιασαν δύο όσιοι Πατέρες της Εκκλησίας· τότε μεν ο άγιος Διονύσιος και στις ημέρες μας ο άγιος Νεκτάριος ο επίσκοπος Πενταπόλεως. Κι οι δύο αξιωμένοι με τη χάρη των θαυμάτων, γι’ αυτό κι οι δύο στην Εκκλησία με τον τίτλο του θαυματουργού.   Ο άγιος Διονύσιος, αφού ποίμανε για καιρό την επαρχία του, ύστερα παραιτήθηκε, γύρισε στην πατρίδα του τη Ζάκυνθο και πέρασε το υπόλοιπο του βίου του ως ηγούμενος στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας. Αυτό θα πει πως ο αληθινός μοναχός, κι όταν λάβει ιερατικούς βαθμούς κι όταν φτάσει να γίνει επίσκοπος, δεν ξεχνάει και θυμάται πάντα πως πρώτ’ απ’ όλα είναι μοναχός. Στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας έλαμψε ακόμα για μια φορά η αγιοσύνη του ανθρώπου του Θεού.
Συγχωρεί τον φονιά του αδελφού του!
 Κάποια μέρα μπήκε στο κελλί του ένας κυνηγημένος άνθρωπος, τρέμοντας και ζητώντας προστασία. Είχε βάψει τα χέρια του σε ανθρώπινο αίμα, είχε σκοτώσει τον αδελφό του αγίου Διονυσίου. Όταν το άκουσε, ο Άγιος ήταν φυσικό να κλάψει μέσα του και φανερά να δακρύσει, ύστερα όμως σηκώθηκε, άνοιξε την πίσω πόρτα του κελλιού του και οδήγησε το φονιά να φύγει, να κρυφτεί και να σωθεί. Αυτή είναι μια ξεχωριστή και μοναδική πράξη στους βίους των Αγίων της Εκκλησίας, για την οποία δεν υπάρχει ανθρώπινο μέτρο για να την κρίνουμε. Πολύ περισσότερο, που όταν οι συγγενείς του σκοτωμένου, αλλά και του Αγίου, και τα όργανα της εξουσίας ήλθαν στο κελλί και ρωτούσαν για το φονιά, ο άγιος Διονύσιος προσποιήθηκε κι απάντησε πως δεν τον είχε δει και πως δεν ήξερε τίποτε. Γι’ αυτό ένας Ζακυνθινός ποιητής, θέλοντας να εγκωμιάσει την αρετή του αγίου Διονυσίου και θαυμάζοντας το παράδειγμά του, σ’ ένα του ποίημα έγραψε αυτό τον παράδοξο στίχο-«αγιάζει ο δούλος του Θεού την ώρα που αμαρτάνει»!
Η αμαρτία του Αγίου ήταν ότι έκρυψε το φονιά του αδελφού και είπε πως δεν τον είδε. Γι’ αυτό λέμε ότι έδώ δεν υπάρχει ανθρώπινο μέτρο για να κρίνουμε την πράξη του αγίου Διονυσίου. Ένα μόνο μέτρο υπάρχει, ο λόγος του Χριστού, που λέγει· «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Τα παραπέρα δεν είναι δικά μας, αλλ’ ανήκουν στη κρίση του Θεού.
Ο άγιος Διονύσιος εκπλήρωσε το κοινό χρέος του βίου και «ετελειώθη εν ειρήνη» στα 1624, σε ηλικία δηλαδή 77 ετών. Κατά την επιθυμία του, τον έθαψαν στο μοναστήρι της μετάνοιας του στα Στροφάδια. Όταν ύστερα από χρόνια θελήσανε να κάμουν ανακομιδή των αγίων λειψάνων του, το ιερό σκήνος βρέθηκε ολόκληρο και ακέραιο, ντυμένο τα αρχιερατικά άμφια, όπως το είχαν θάψει, ξεχύνοντας μια πνευματική και αγιασμένη ευωδία. Το μετέφεραν αργότερα στη Ζάκυνθο και είναι τώρα και το προσκυνούν οι πιστοί στο ναό, που τιμάται στο όνομα του αγίου Διονυσίου.
Στα 1703 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ύστερα από αναφορές και αιτήσεις του κλήρου και του λαού της Ζακύνθου, που βεβαίωναν για τα πολλά θαύματα και για την πίστη και συνείδηση της τοπικής Εκκλησίας στην αγιοσύνη του, ανακήρυξε επίσημα και συγκαταρίθμησε τον άγιο Διονύσιο επίσκοπο Αιγίνης στο εκκλησιαστικό αγιολόγιο για να τιμάται και εορτάζεται από τους πιστούς και να δοξάζεται στο όνομά του ο Θεός, που είναι «θαυμαστός εν τοις αγίοις αυτού», τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.
(Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης +Διονυσίου, «Εικόνες έμψυχοι», εκδ. Αποστ. Διακονίας)
Τα Θαύματα του Άγιου Διονύσιου του ΑΝΕΥΡΕΣΗ ΠΗΓΗΣ ΣΤΑ ΣΤΡΟΦΑΔΙΑ
Ο Άγιος Διονύσιος (κατά κόσμον Δραγανιγός Σιγούρος) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1547 και έκάρη μοναχός της Μονής Στροφάδων το 1547. Αφού έλαβε τους δύο πρώτους βαθμούς της ίεροσύνης,χειροτονήθηκε επίσκοπος Αίγίνης και Πόρου το 1577. Το έπόμενο έτος παραιτήθηκε από το αξίωμα του έπισκόπου και έγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο ώς ήγούμενος της Ιεράς Μονής Άναφωνητρίας μέχρι την κοίμησή του το 1622. Όταν ο άγιος άσκήτευε στις Στροφάδες, κατέβηκε μια ημέρα μαζί με τον ύποτακτικό του στην παραλία για ψάρεμα.Ο ύποτακτικός του δίψασε όμως, και ήθελε να γυρίσει πίσω στο Μοναστήρι για να πιεί νερό, αφού εκεί κοντά δεν υπήρχε πόσιμο νερό. Τότε ο Άγιος του υπέδειξε ένα κοντινό στην παραλία τόπο όπου πραγματικά ο Μοναχός βρήκε νερό και ξεδίψασε. Η πηγή αυτή ονομάζεται και σήμερα <<βρύση του Άγίου>>.
Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΩΝ ΔΥΣΠΙΣΤΩΝ ΑΛΙΕΩΝ
Ο Άγιος Διονύσιος κάποτε πήγαινε με άλλους κληρικούς ως προσκεκλημένος στην Μονή Άγιου Γεωργίου στο νησάκι Βόϊδι. Οι ψαράδες όμως οι οποίοι τους μετέφεραν με το πλοίο τους ήταν προληπτικοί κατά των ρασοφόρων,και απέδωσαν στην παρουσία των κληρικών την αποτυχία τους στο ψάρεμα. Ο Άγιος, θέλοντας να τους συνετίσει τους υπέδειξε που να ρίξουν τα δίχτυα τους,και παρότι το μέρος εκείνο δεν είχε ποτέ ψάρια, οι ψαράδες έπιασαν τόσα πολλά,ώστε δεν μπορούσαν να σηκώσουν τα δίχτυα τους. Τότε προσκύνησαν τον Άγιο και του ζήτησαν συγχώρεση.
Η ΔΙΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΑΡΡΟΥ
Όταν ο Άγιος μόναζε στην Μονή της Άναφωνητρίας, χρειάστηκε να κατέβει στην πόλη συνοδευόμενος από τον διάκονο Δανιήλ. Στο δρόμο έπεσε ραγδαία βροχή αλλά κατά τρόπο θαυμαστό δεν βράχηκε ούτε ο Άγιος ούτε ο συνοδός του. Λίγο αργότερα συνάντησαν έναν χείμαρρο που ήταν αδύνατο να περάσουν. Τότε ο Άγιος ευλόγησε τον χείμαρρο ο οποίος σταμάτησε αφήνοντας τον Άγιο και τον συνοδό του να περάσουν.
Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ
Στον Ναό του Άγιου Νικολάου των Ξένων βρέθηκε αδιάλυτο το σώμα αφορισμένης γυναίκας νεκρής από πολύ καιρό. Ο Άγιος παρακλήθηκε από τους συγγενείς της γυναικός να λύσει το επιτίμιο.Τότε διέταξε να βάλουν το πτώμα σε ένα στασίδι.Κατόπιν προσευχήθηκε γονατιστός και με δάκρυα για την λύση του αφορισμού. Μόλις τελείωσε την συγχωρητική ευχή ο Άγιος, το πτώμα έκλινε το κεφάλι σαν να προσκυνούσε τον Άγιο και κατόπιν διαλύθηκε σε οστά και χώμα.
 Η ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ 
Κάποτε, κάποιος πληρωμένος φονιάς, σκότωσε τον αδελφό του Άγιου Διονυσίου, λόγω κάποιων οικογενειακών εχθροπραξιών. Ο δολοφόνος μετά τον φόνο κατέφυγε στα βουνά, για να αποφύγει την οργή των συγγενών του θύματος, ενώ ένα απόσπασμα στρατού τον κυνηγούσε. Μετά από λίγο έφτασε και στο Μοναστήρι όπου βρισκόταν ο Άγιος. Ο δολοφόνος, χωρίς να ξέρει την συγγένεια του Άγιου με το θύμα του φόνου, του ζήτησε να τον κρύψει. Ο Άγιος με ηρεμία ζήτησε να μάθει τον λόγο για τον οποίο τον καταδιώκαν, και τότε έμαθε πως που είχε μπροστά του και ζητούσε την προστασία του είχε σκοτώσει τον αδελφό του. Συγκλονισμένος από τον θάνατο του αδελφού του συλλογίστηκε τα λόγια της συγχώρησης του Κυρίου επάνω στον Σταυρό προς τους σταυρωτές του.
Έπειτα άπλωσε το χέρι του προς τον δολοφόνο και τον ευλόγησε συγχωρώντας τον. Μετά από λίγο έφτασε στο Μοναστήρι και το στρατιωτικό απόσπασμα. Ο Άγιος τότε είπε στο απόσπασμα πως δεν είχε δει τον δολοφόνο σε εκείνα τα μέρη. Αφού έφυγε το απόσπασμα ο Άγιος οδήγησε τον δολοφόνο στην πίσω εξώπορτα του Μοναστηριού, από όπου τον βοήθησε να διαφύγει με μια βάρκα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΔΑΝΙΗΛ
Όταν μετά την κοίμηση του Άγιου Διονυσίου, και την ανακομιδή των Λειψάνων του, το Σκήνωμα του βρέθηκε άθικτο, τοποθετήθηκε από τους Μοναχούς της Μονής Στροφάδων σε ειδική Λάρνακα μέσα στο Καθολικό της Μονής, μέχρι την επίσημη ανακήρυξη του ως Άγίου το 1703. Πρίν από αυτήν ο ιερομόναχος Δανιήλ, που ήταν και ηγούμενος της Μονής Στροφάδων, αμφέβαλλε για την αγιότητα του Ιεράρχου. Μια νύχτα όμως νόμισε πως είδε τον Εκκλησιάρχη να του ζητάει την ευχή για να σημάνει τον Όρθρο. Ο Ηγούμενος τότε κατευθύνθηκε πρός τον Ναό και μπαίνοντας τον είδε φωταγωγημένο, και τον Άγιο να στέκεται όρθιος έξω από τη Λάρνακα και να Ιερουργεί υπηρετούμενος από Ιερείς και Διακόνους. Τότε ένας από τους Ιερείς λέει στο ηγούμενο Δανιήλ <<πληροφορήθηκες τώρα, η αμφιβάλλεις;>>. Τρομαγμένος ο ηγούμενος, έφυγε από τον Ναό και όταν γύρισε για να επιβεβαιώσει το προηγούμενο όραμα του είδε τον Άγιο να αποσύρεται στην Λάρνακα του, τα φώτα του Ναού να σβήνουν και τους Ιερομένους να χάνονται.
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ
Μια ευσεβής γυναίκα της Ζακύνθου, είχε πολλή θλίψη επειδή είχε τέσσερα κορίτσια και κανένα αγόρι. Από συγγενείς της άκουγε για τον Άγιο Διονύσιο και για τα θαύματα του που έκανε σε πιστούς που ζητούσαν την βοήθειά Του, γι΄ αυτό και εκείνη με πίστη τον παρακάλεσε όπως με τη μεσιτεία Του,να αποκτήσει αρσενικό παιδί. Έπειτα από πολλές προσευχές, ένα βράδυ βλέπει στον ύπνο της ένα Αρχιερέα να της λέει << Τι ζητάς από εμένα και με παρακαλάς; Εάν θέλεις να πετύχεις αυτό που ζητάς πήγαινε στις Στροφάδες να πάρεις από το φυτό (αμάρακος) και από ένα άλλο που βρισκόταν πίσω από το Άγιο Βήμα του Καθολικού. Έπειτα πιές από αυτά και θα αποκτήσεις αρσενικό παιδί όπως θέλεις>>.
Έπειτα την ευλόγησε στο πρόσωπο και εξαφανίστηκε. Η γυναίκα ξύπνησε και σκεπτόμενη το όραμα, πίστεψε πώς αυτός που εμφανίστηκε στον ύπνο της ήταν ο Άγιος Διονύσιος, που άκουσε τις παρακλήσεις της και μάλιστα της θύμισε τις Στροφάδες όπου ήταν ο και το Ιερό του Λείψανο. Αμέσως έστειλε έναν αδελφό της εκεί, για να της φέρει με πολλή προσοχή τα βότανα που της είχε πει ο Άγιος και τα οποία με ευλάβεια και πίστη ήπιε όπως της είχε παραγγείλει. Πράγματι μετά από λίγο καιρό έμεινε έγκυος και γέννησε αγόρι δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό και τον Άγιο Διονύσιο.
ΕΚΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΑΚΡΙΔΩΝ
Στο λειβάδι που καλλιεργούσαν για τις ανάγκες τους οι Μοναχοί των Στροφάδων, συχνά οι σοδειές απειλούνταν από χιλιάδες ακρίδες που κατέτρωγαν τα σπαρτά. Σαν σωτήριο μέσο στην απειλή αυτή οι Μοναχοί είχαν βρεί την Λιτάνευση του Ιερού Λειψάνου του Άγιου στα χωράφια του Μοναστηριού, πράγμα που έκανε τις ακρίδες να φεύγουν διωγμένες προς τη θάλασσα.
ΤΟ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ο Μοναχός Ματθαίος της Μονής των Στροφάδων, που υπήρξε και υποτακτικός του Αγίου Διονυσίου, είδε κάποτε στον ύπνο του τον Άγιο να του προλέγει ότι σε οκτώ ημέρες θα γίνει σεισμός καταστρεπτικός που θα προκαλέσει ζημιές στο Μοναστήρι γι΄ αυτό και του συνέστησε να ειδοποιήσει τον Ηγούμενο. Όμως ο μοναχός δεν έδωσε σημασία στο όραμα, θεωρώντας το υπνοφαντασία. Την όγδοη ακριβώς ημέρα έγινε καταστρεπτικότατος σεισμός που γκρέμισε το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομήματος της Μονής. Ανάμεσα σε αυτά που έπεσαν ήταν ένας πύργος που πέφτοντας παρέσυρε και έναν μοναχό που βρισκόταν επάνω του, ο οποίος με μόνη την επίκληση του Αγίου σώθηκε αν και γκρεμίστηκε από μεγάλο ύψος.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΜΟΝΑΧΟΥ
Κάποτε, στη Μονή των Στροφάδων, άσκήτευε ο μοναχός Καλλιόπιος από την Κεφαλλονιά, ο οποίος ήθελε να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του και να εγκαταλείψει τη Μονή. Μιά νύχτα στον ύπνο του εμφανίστηκε ο Άγιος, νουθετώντας τον να μην εγκαταλείψει τη μοναχική του ζωή. Αυτό έκανε και ο μοναχός και παρέμεινε στη Μονή ως το τέλος της ζωής του.
Πηγή: ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΧΑΡΝΩΝ/αντιγραφή

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ & ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΩΝ ΚΤΙΤΟΡΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ  ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ.
Οι Κτίτορες της Ιεράς Μεγίστης 
Μονής Βατοπαιδίου
Όσιοι Νικόλαος, Αντώνιος και Αθανάσιος
καθώς και ο Όσιος Σάββας ο Βηματάρης
εξάγουν την εικόνα της Παναγίας Βηματάρισσας από το πηγάδι.
Παράσταση σε σύγχρονη χρυσοκέντητη ποδέα.

Κατά ιερά παράδοση κτίτορες της ιεράς μονής Βατοπαιδίου θεωρούνται οι από την Αδριανούπολη ευγενείς άρχοντες Αθανάσιος, Νικόλαος και Αντώνιος. Αυτοί ήλθαν στα μέσα του 10ου αιώνος, ενώ κτιζόταν η ιερά μονή Μεγίστης Λαύρας, πλησίον του κτίτορός της οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, ο οποίος και διατύπωσε το τυπικό της νέας μονής, και υπακούοντας στην προτροπή του μεγάλου οσίου «επανίδρυσαν» και ανοικοδόμησαν την ερημωθείσα από τους πειρατές ιερά μονή Βατοπαιδίου. Οι τρεις όσιοι παρουσιάζονται ως πλούσιοι, ως αδελφοί, ως μοναχοί και ως κτίτορες. 
  Οι όσιοι ήλθαν στον ιερό Άθωνα με σκοπό να κτίσουν μοναστήρι. Η φήμη του οσίου Αθανασίου ήλκυσε αυτούς, όπως και πολλούς άλλους από διάφορα μέρη. Του πρότειναν μάλιστα να μείνουν μαζί του, προσφέροντας και τα 9000 χρυσά νομίσματα που μετέφεραν για τον σκοπό αυτόν Ο όσιος Αθανάσιος όμως τους είπε: «Η μονή αύτη τω βασιλεί Νικηφόρω κτίτορι αυτής ανατέθειται· αλλ’ ει βούλεσθε κτίσαι μονήν, ιδού η μονή του Βατοπεδίου ερείπιον ούσα. Ανακαινίσατε αυτήν και έχετε τον μισθόν εκ Θεού». Ο ιατροφιλόσοφος Ιωάννης ο Κομνηνός και μετέπειτα μητροπολίτης Δρύστρας Ιερόθεος στο περίφημο Προσκυνητάριον του Αγίου Όρους Άθωνος, που έγραψε το 1698 σημειώνει, παραστατικά περί των τριών οσίων: «Ερχόμενοι τρεις ευγενείς άρχοντες Αθανάσιος δηλαδή, Νικόλαος, και Αντώνιος εις το Άγιον Όρος, εντόπιοι από την Αδριανούπολιν, ηθέλησαν να μονάσουν και να αναγείρουσιν εκ βάθρων το μοναστήριον με έξοδα εδικά τους· και έβαλεν ο καθείς των φλωρία χιλιάδας τρεις· και ελθόντες προς τον άγιον Αθανάσιον τον εν τω Αθω τότε υπάρχοντα, εξωμολογήσαντο τον σκοπόν τους. Ο δε άγιος τους είπεν, ότι αυτά τα άσπρα δεν είναι αρκετά εις οικοδομήν νέου μοναστηρί­ου· μόνον αν θέλετε ακολουθήσατε μοι. Των δε υπακουσάντων, ήγαγεν αυτούς ο άγιος εις το μοναστήριον τούτο του Βατοπαιδίου· και έδειξεν αυτοίς το κάλλος της τοποθεσίας αυτού, και την φθοράν ην εποίησαν εις αυτό προλαβόντως οι Σαρακηνοί· και έδωκέν τους βουλήν ότι θέλουσιν έχει πολλαπλάσιον εκ Θεού τον μισθόν, αν τοιούτον ανακαινίσωσι μοναστήριον. Ήρεσεν αυτοίς η του αγίου βουλή, και μετά προθυμίας επιχειρίσθησαν το θείον τούτο έργον και το ανεκαίνισαν απαρτίζοντές το ως ήτον και πρότερον· οίτινες και μοναχοί γενόμενοι εις αυτό, και θεαρέστως πολιτευσάμενοι, ανεπαύσαντο εν Κυρίω· των οποίων τα άγια λείψανα κείτονται μέσα εις τον έσω της εκκλησίας νάρθηκα, και εορτάζονται δις του έτους τη τε ιζ’ του Δε­κεμβρίου και τη ε’ της Πεντηκοστής». Ο όσιος Αθα­νάσιος ο Αθωνίτης γίνεται ο εμπνευστής της ιδρύσεως των αθωνικών μονών Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Δοχειαρίου και Φιλοθέου. Ο υπομνηματιστής Στέφανος Φιλοθεΐτης αναφέρει: «Συνέστη η του Βατοπεδίου μονή παρά του ιδίου οσίου Αθανασίου, του και τύπους αύτη θέμενου και διατάξεις.
  Το 985 ο όσιος Νικόλαος υπογράφει ως ηγούμενος της μονής Βατοπαιδίου: «Νικόλαος μοναχός και ηγούμενος μονής του Βατοπεδίου». Ο ίδιος υπογράφει έγγραφα του 998, του 1001 και του 1012. Ο διάδοχός του όσιος Αθανάσιος, ο οποίος αναφέρεται και ως «εξαιρετικά δραστήριος», υπογράφει έγγραφα μεταξύ των ετών 1020-1048 και αργότερα ο Αντώνιος. Η φήμη τους προ­σέλκυσε πλησίον τους πολλούς μοναχούς και σύντομα η μονή απέκτησε πλούτο και δόξα.
  Για τον τάφο των οσίων κτιτόρων ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ, στα 1744, λέγει πως δεν ανοίγει ποτέ και ότι πάντοτε καίει ακοίμητο κανδήλι. Ο ιερομόνα­χος Γεράσιμος Εσφιγμενίτης (Σμυρνάκης) πριν εκατό χρόνια γράφει ότι μπροστά στον τάφο «ο εφημέριος αναγινώσκει καθ’ εκάστην μετά το πέρας της ακολουθίας και του Εσπερινού Τρισάγιον, ο δε κανονάρχης μνημονεύει εκ του κώδικος των τεθνεώτων». Σε κώδικα της μονής του 1869, που αντιγράφει παλαιότερο κώδικα του 1715, μνημονεύονται τα ονόματα των τριών κτιτόρων: «Υπέρ των αειμνήστων πατέρων ημών και αοιδίμων κτητόρων της αγίας μονής ταύτης: Αθανασίου, Αντωνίου, Νικολάου». Στην αψίδα επάνω από τον τάφο τους εικονίζον­ται μαζί με τους κτίτορες αυτοκράτορες οι τρεις όσιοι με μοναχικά ενδύματα και φωτοστέφανα. Η τοιχογράφιση είναι επιζωγράφιση του 1760. Ο τάφος βρίσκεται στο δεξιό μέρος του Μεσονυκτικού του Καθολικού της μονής, που το 1992 ανοίχθηκε και βρέθηκαν τα οστά των οσίων και ένα μολύβδινο πινακίδιο, στο οποίο ο όσιος Αθανάσιος αναφέρει να μην ταφεί άλλος στον τάφο του, κατά αρχαία συνήθεια.
     Η έρευνα, η μελέτη, οι συγκρίσεις και οι αναφορές συγκλίνουν ότι πρώτος ηγούμενος της μονής Βατοπαιδίου είναι ο κτίτορας μοναχός Νικόλαος, ο οποίος και πρώτος ετάφη στον τάφο του Καθολικού μετά το 1012. Κατά το έτος αυτό υπογράφει για τελευταία φορά. Το 1048 υπογράφει για τελευταία φορά ο Αθανάσιος, ο οποίος θάπτεται δεύτερος, στο επάνω μέρος του ίδιου τάφου, ενώ αργότερα ο Αντώνιος. Η τελική διαμορφωση του τάφου σε λειψανοθήκη και η απεικόνιση στο αμέσως επάνω μέρος του τοίχου της δεομένης Παναγίας της Βλαχερνίτισσας το 1312 δηλώνουν ότι οι τρεις κτίτορες από νωρίς τιμήθηκαν ως όσιοι.
  Η μνήμη τους τιμάται, όπως αναφέρθηκε στις 17 Δεκεμβρίου και την Πέμπτη της Πεντηκοστής. Η ασματική ακολουθία τους είναι νεώτερη.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007.http://vatopaidi.wordpress.com\

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ & ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΑΥΤΟΥ ΑΝΘΙΑΣ.
 Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΕΣ αγιος ελευθεριος βιος  
  O Άγιος Ελευθέριος έζησε κατά το δεύτερο μισό του δευτέρου μετά Χριστόν αιώνος. Γεννήθηκε στη Ρώμη από γονείς ευσεβείς, λαμπρούς και πλουσίους. H πίστη των γονέων του ήταν πολύ μεγάλη. Η μητέρα του ονομαζόταν Ανθία και ήταν υπόδειγμα αρετής και καλοσύνης συγχρόνως όμως τις αρετές της αυτές τις επαύξησε με την ακριβή τήρηση της διδασκαλίας του Χριστού. Η Ανθία υπήρξε μαθήτρια των μαθητών του Αποστόλου Παύλου. Όταν η Ανθία γέννησε το παιδί της, το ονόμασε Ελευθέριο, το οποίο και μεγάλωσε "εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου".

Ο πατέρας του Αγίου Ελευθερίου -του οποίου το όνομα δεν γνωρίζουμε- διετέλεσε Ύπατος της Ρώμης, που σήμαινε ότι κατείχε ένα από τα υψηλότερα αξιώματα των αρχόντων και ως εκ τούτου ήταν και πολύ πλούσιος. Όμως λίγο καιρό μετά την γέννηση του Αγίου Ελευθερίου ο πατέρας του εκοιμήθη. Ο Άγιος έτσι έμεινε κοντά στην αγκαλιά της μητέρας του, η οποία, για να τον αναθρέψει σύμφωνα με τον νόμο του θεού, τον παρέδωσε στον Αρχιερέα της Ρώμης για να μάθει τα ιερά γράμματα.
Ο Αρχιερεύς από νωρίς διέκρινε τα ποικίλα χαρίσματα του Ελευθερίου. Διέκρινε το ήθος της νεότητας του, την ευταξία, την κοσμιότητα και πολλές άλλες αρετές και από νωρίς τον έκαμε κληρικό. Όταν έγινε δεκαπέντε χρονών, τον χειροτόνησε Διάκονο, στα δεκαεπτά σε Πρεσβύτερο και στα είκοσι τον χειροτόνησε Επίσκοπο του Ιλλυρικού.
Το νεαρό της ηλικίας του Αγίου και η γρήγορη ανάρρηση του στο ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα του επισκοπικού βαθμού δεν προξενεί καμία απορία. Η οικονομία του Θεού ήταν αυτή που οδήγησε τον Αρχιερέα της Ρώμης Ανίκητο να χειροτονήσει τον άγιο σε επίσκοπο, διότι διαφαίνονταν από πολύ νωρίς στο πρόσωπο του πλειάδα αρετών και χαρισμάτων. Η λογιότητα και η σοφία του Αγίου τον κατέστησαν από πολύ νωρίς στην επισκοπή για να φωτίζει με την Θεϊκή σοφία που του είχε δοθεί ως δώρο από τον εν Τριάδι Θεό μας.
Η αγιότητα του Ελευθερίου πολλούς πλανεμένους ανθρώπους οδήγησε στο δρόμο του Θεού. Το μελίρρυτον του στόματος του, ο πηγαίος αυθεντικός Ορθόδοξος λόγος του, η σοφία του έκαμναν πολλούς ειδωλολάτρες να ασπασθούν το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ο άγιος Ελευθέριος είχε καταπλήξει πολύ γρήγορα πλήθος ακροατών, που έρχονταν κοντά του να ξεδιψάσουν με το αθάνατο νερό της διδασκαλίας του Χριστού.
 Η φήμη του αγίου Ιεράρχη έφθασε και στον βασιλιά, ο οποίος με μανία αναζητούσε τον Άγιο να τον θανατώσει, για να σταματήσει μ' αυτή του την πράξη το επιτελούμενο θεάρεστο έργο του Ελευθερίου. Ο βασιλιάς έστειλε τον Φήλικα, τον στρατηλάτη, να φέρει επειγόντως τον Ελευθέριο στο παλάτι. Ο Φήλικας με πλήθη στρατιωτών περικύκλωσε την Εκκλησία, όπου λειτουργούσε ο Άγιος. Όταν μπήκε ο Φήλικας μέσα στον ναό για να συλλάβει τον άγιο Ελευθέριο συνέβη, καθώς τον άκουε να λειτουργεί και να ομιλεί και να είναι προικισμένος με ποικίλα χαρίσματα, από διώκτης να μεταβάλλεται σε υπερασπιστή του Αγίου και γίνεται μαθητής και υποτάσσεται πνευματικώς στον Άγιο. Ο άγιος Ιεράρχης τον νουθέτησε και τον κατήχησε στην χριστιανική πίστη και τον συμβούλευσε να τον οδηγήσει στον βασιλιά για να μη χάσει το στεφάνι του Μαρτυρίου. Ο Άγιος και ο Φήλικας με όλη την συνοδεία του ξεκίνησαν να πάνε στον βασιλιά, σύμφωνα με την σφοδρή επιθυμία του αγίου Ελευθερίου. Καθ' οδόν, όταν συνάντησαν μία βρύση, ζήτησε ο Φήλικας από τον Άγιο να τον βαπτίσει. Ο Άγιος, διακρίνοντας την μεγάλη επιθυμία και τον πόθο του Φήλικα για να γίνει χριστιανός, με μεγάλη προθυμία τον βάπτισε στο όνομα της Αγίας και ομοουσίου Τριάδος.

 Μετά από αρκετές ήμερες έφθασαν στην Ρώμη. Ο Φήλικας, χριστιανός πλέον, ενώθηκε με τους άλλους χριστιανούς της Ρώμης, ο δε άγιος Ελευθέριος εμφανίστηκε ενώπιον του βασιλέως. Ο βασιλιάς, βλέποντας την ωραιότητα της εμφανίσεως του αγίου, την νεότητα του, την ευταξία του και την κοσμιότητα του, τον συμπάθησε και άρχισε να τον παρακαλεί να ασπασθεί την ειδωλολατρία. Ο Άγιος όμως στις παρακλήσεις του βασιλέως σιωπούσε και δεν έδινε καμιά απάντηση. Ο βασιλιάς, βλέποντας τον άγιο Ελευθέριο να σιωπά, συνέχιζε με λόγια κολακευτικά να του υπόσχεται τιμές και δόξες με αντάλλαγμα να προσκυνήσει τα είδωλα. Τον απειλούσε δε πως, εάν δεν προσκυνούσε, θα ακολουθούσαν διάφορα βασανιστήρια. Ο άγιος όμως Ελευθέριος αρνήθηκε να προσκυνήσει τα είδωλα και τους ψεύτικους θεούς.
Όταν ο βασιλιάς είδε την σθεναρή αντίσταση του αγίου Ελευθερίου να προσκυνήσει τα είδωλα, διέταξε να πυρώσουν χάλκινο κρεβάτι και να θέσουν επάνω τον Άγιο, να έχουν δε υποκάτω του κρεβατιού πολλά κάρβουνα αναμμένα, ούτως ώστε το χάλκινο πυρακτωμένο κρεβάτι να ψήνει το σώμα του αγίου. Όταν διαδόθηκε η απόφαση του βασιλιά για τούτο το μαρτύριο του αγίου Επισκόπου, αγανάκτησε μετά λύπης το πλήθος και λοιδόρησε τον βασιλιά για τούτη την εντολή του. Ο Άγιος επάνω στο πυρακτωμένο κρεβάτι, αντί να καίγεται, δροσίζονταν σαν να βρισκόταν πάνω σε τρυφερά και δροσερά χόρτα. Μετά από πολλή ώρα ο βασιλιάς διέταξε να τον βγάλουν από το πυρακτωμένο κρεβάτι, νομίζοντας ότι ο Άγιος πέθανε. Ο δε άγιος Ελευθέριος σηκώθηκε όρθιος και απαθής, χωρίς να έχει καμιά πληγή και κανένα έγκαυμα, υποδεικνύοντας στον βασιλιά το θαύμα και πως αυτό έγινε με την δύναμη του μόνου αληθινού Θεού. Αυτήν την ομολογία του Μάρτυρος ο βασιλιάς την εξέλαβε ως ύβρη κι αμέσως διέταξε νέο, ισχυρότερο βασανιστήριο. Πρόσταξε να βάλουν τον Άγιο πάνω στο πυρωμένο κρεβάτι και, αφού τοποθετήσουν περισσότερα κάρβουνα κάτωθεν του κρεβατιού, από πάνω να χύνουν λάδι για να ανάβει η φωτιά περισσότερο. Και πάλι όμως ο Θεός επισκίασε τον άγιο Ελευθέριο! Η φωτιά έσβησε και ο χαλκός κρύωσε και ο Άγιος, αντί να καίεται, δροσιζόταν! Μόλις ο βασιλιάς βλέπει αυτά, αντί να πιστεύσει ότι μπροστά στα μάτια του συντελείται ένα ακόμα θαύμα, προστάζει να βάλουν λίπος, κερί και πίσσα μέσα σε ένα δοχείο και να βράσουν τον Μάρτυρα. Όταν το δοχείο έγινε κόκκινο από τη φωτιά, ο βασιλιάς απευθύνθηκε προς τον άγιο Ελευθέριο και του είπε- «εάν θέλεις να σωθείς και να μη χάσεις την ψυχή σου, ομολόγησε πίστη στους θεούς». Ο δε Άγιος με γενναιότητα και άφοβα ήλεγχε τον βασιλιά που σκοτώνει τους πιστούς ανθρώπους. Του έλεγε ακόμη πως κανένα βασανιστήριο δεν θα τον μετέπειθε να αλλάξει την πίστη του στον Τριαδικό Θεό. Τότε ο βασιλιάς διέταξε να τον ρίξουν μέσα στο πυρακτωμένο δοχείο, αλλά και πάλι η δύναμη του Θεού μετέτρεψε την καυτή λάβα σε δροσιά. Ο τύραννος, μπροστά σ' αυτήν την τριπλή αποδοκιμασία και αποτυχία του να κάμει τον Άγιο να δειλιάσει, βρέθηκε σε αμηχανία.
Μπροστά σ’αυτήν την έκδηλη απορία και στενοχώρια του βασιλιά βρέθηκε ο πολυμήχανος έπαρχος της πόλεως Κορέμων, ο οποίος και πρότεινε στον βασιλιά να αναλάβει ο ίδιος να φέρει εις πέρας την εντολή του. Ο βασιλιάς εμπιστεύθηκε στον Κορέμονα την εκτέλεση της εντολής του για την μεταστροφή του Αγίου στα είδωλα.
Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΕΣ αγιος ελευθεριος βιος Τότε ο έπαρχος πρόσταξε και έφεραν κλίβανο χάλκινο, μέσα στον οποίον είχαν τοποθετήσει από παντού καρφωμένα αιχμηρά σίδερα. Έβαλαν δε και φωτιά για να τον πυρώσουν δυνατά και να ρίψουν τον Άγιο μέσα. Ο έπαρχος Κορέμων γνώριζε περί της χριστιανικής πίστεως, πλην όμως δεν άφηνε την θρησκεία των ειδώλων. Ο Άγιος, καθόλην την διάρκεια της ετοι-μασίας του νέου βασανιστηρίου του, προσευχόταν για τους διώκτες του χριστιανισμού και παρακαλούσε, ώστε ο Θεός να τους φωτίσει και να σώσει τις ψυχές τους. Με θερμή προσευχή παρακαλούσε τον Κύριον και έλεγε: " Ευχαριστώ, Κύριε Ιησού και Θεέ μου, Εσένα πού με ενδυναμώνεις και με αξιώνεις να γευθώ τόσα και τόσα αγαθά, ώστε να μαρτυρήσω για το Πανάγιον Όνομα σου. Συ, Κύριε μου, και τώρα λύτρωσε την ψυχή μου από τα χέρια των εχθρών σου και σώσε με για να γνωρίσουν όλοι, ότι Συ είσαι ο μόνος και αληθινός Θεός και βοήθησε τους να μισήσουν τα αναίσθητα είδωλα και να έλθουν στην μόνη αλήθεια Σου".
Ο Κύριος άκουσε την προσευχή του και με τρόπο θαυμαστό ο πρώην διώκτης έπαρχος Κορέμων και, ενώ ετοιμάζονταν για το βασανιστήριο του Αγίου, πλησιάζει στον βασιλιά και του λέει: "Ποιό κακό έπραξε ο καλός Ελευθέριος και αποφάσισες να τον θανατώσεις;". Ο βασιλιάς άκουσε με έκπληξη την απορία

του εθελοντή βασανιστή και, αφού τον ρώτησε για ποιό λόγο συνέβη αυτή η μεταστροφή, του είπε: "Κορέμων, εγώ σε τίμησα περισσότερο από άλλους και σε ανέδειξα σε έπαρχο της πόλεως μας. Σου χάρισα μεγάλο πλούτο! Κι αν τώρα-από φιλαργυρία-δωροδοκήθηκες με χρυσό από τον Ελευθέριο, εγώ σου δίνω περισσότερα και μεγαλύτερες τιμές και δόξες".
Ο Κορέμων, όμως, φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα και με τις προσευχές του Αγίου και απάντησε στον βασιλιά: «Η τιμή σου ας είναι μαζί με σένα για απώλεια, τα δε χρήματα σου ας τα καύσει το πυρ, το οποίον σε αναμένει στην κόλαση, διότι με το θέλημα σου γίνεσαι τυφλός και δεν βλέπεις την μόνη αλήθεια, που είναι η πίστη στον Θεό του Ελευθερίου και όχι στους θεούς των ειδώλων, οι οποίοι δεν μπορούν κανέναν να γλυτώσουν από την φωτιά, ούτε να λυτρώσουν κανέναν άνθρωπο, όπως ο Χριστός λύτρωσε και λυτρώνει τόσους ανθρώπους με την αναίμακτη θυσία Του, την Θεία Ευχαριστία».
Αυτά όταν άκουσε ο βασιλιάς, θύμωσε τόσο, ώστε την πρωτινή του αγάπη μετέστρεψε σε μίσος και προστάζει να βάλουν στον ετοιμασμένο πυρακτωμένο κλίβανο τον Κορέμονα, τον οποίον είχε προηγουμένως ετοιμάσει ο ίδιος ο Κορέμων για τον Άγιο. Ο Κορέμων, μπροστά στο μαρτύριο του, ζήτησε την ευλογία και την προσευχή του αγίου Ελευθερίου. Όταν οι εκτελεστές του μαρτυρίου έβαλαν τον Κορέμονα στον κλίβανο, αυτός αντί να ξεσχισθεί και να καεί, έμεινε αβλαβής και ευχαριστούσε τον Θεό. Βλέποντας ο βασιλιάς κι αυτό το θαυματουργικό θεϊκό σημάδι δεν ήθελε να πιστεύσει. Διέταξε αμέσως να αποκεφαλίσουν τον Κορέμονα κι έτσι, σε λίγα λεπτά της ώρας, ένας νέος άγιος Μάρτυς ανεδείχθη.

Μετά τον μαρτυρικόν θάνατον του Κορέμονα, πρόσταξε ο βασιλιάς να βάλουν στον κλίβανο τον Άγιο. Αμέσως η φωτιά έσβησε, τα δε σίδερα έστρεψαν προς τα πίσω τα αιχμηρά τους μέρη, ευλαβούμενα κι αυτά το σώμα του αγίου Ελευθερίου. Ο βασιλιάς και μπροστά σ' αυτό το θαύμα έμεινε αναίσθητος και δεν ήθελε να πιστεύσει στην δύναμη του εν Τριάδι Θεού. Αμέσως διατάσσει και βάζει στη φυλακή τον Άγιο. Πολλοί άνθρωποι που είδαν όλες τις θαυματουργίες, που συντελέσθηκαν μπροστά στα μάτια τους, φώναζαν: "Μέγας είναι ο Θεός των χριστιανών".
Ο βασιλιάς διέταξε να αφήσουν τον Άγιο άσιτο και διψασμένο, ώστε να πεθάνει πεινασμένος και διψασμένος. Τον άγιο Ελευθέριο, όμως, έτρεφε καθημερινά ένα περιστέρι -όσον καιρόν ήταν φυλακισμένος- όπως ακριβώς έτρεφε τον Προφήτη Ηλία το κοράκι.
Ο βασιλιάς, βλέποντας ότι οι μεθοδείες του εναντίον του Αγίου δεν πιάνουν, δαιμονίζονταν περισσότερο και προστάζει ένα νέο μαρτύριο. Δίνει εντολή να δέσουν σε ζυγό δύο άγρια άλογα και να δέσουν τον Άγιο πίσω από αυτά και να τον σύρουν επάνω σε πέτρες και βράχια, ούτως ώστε να κατακοπούν οι σάρκες του και να ξεψυχήσει μαρτυρικά. Μάταια όμως τα σχέδια του βασιλιά. Τα υπό τον ζυγών άγρια άλογα στην θέα του Αγίου ηρέμησαν και άγιος Άγγελος λύνει τον μάρτυρα Ιεράρχη από τα δεσμά και τον ανεβάζει πάνω στην άμαξα, την οποία έσερναν τα άλογα, και τον πηγαίνει, χωρίς ταραχή, σε κοντινό βουνό. Εκεί γίνεται ακόμη ένα θαυμαστό σημείο! Καθώς ο άγιος Ελευθέριος διάβαζε τα ιερά γράμματα της ακολουθίας και υμνολογούσε τον Κύριο, μαζεύτηκαν πολλά άγρια ζώα- αρκούδες, λιοντάρια και άλλα πολλά περικύκλωσαν τον άγιο χαίροντας, σκιρτώντας και νεύοντας προς τη γη τα κεφάλια τους σαν να τιμούσαν τον άγιο. Αυτά τα θαυμαστά τα πληροφορήθηκε ο βασιλιάς από μερικούς κυνηγούς που είδαν αυτά τα συμβάντα κι, αντί να μεταστρέψει το φθόνο και την μανία που είχε εναντίον του Αγίου σε ευλάβεια και σεβασμό, γίνεται θηριώδης και αναζητά τον Άγιο. Στέλνει στρατιώτες για να τον βρούνε. Όταν οι στρατιώτες του βασιλιά έφθασαν, τα θηρία όρμησαν με θυμό εναντίον τους και θα τους ξέσχιζαν με τα νύχια και τα δόντια τους, εάν ο άγιος Ελευθέριος δεν τα πρόσταζε να μην βλάψουν κανέναν. Ο Άγιος ακολούθησε τους στρατιώτες και καθ' οδόν τους δίδασκε να πάρουν παράδειγμα από τα άγρια θηρία που ηρέμησαν στο πρόσταγμα εν ονόματι του Κυρίου. Με τις νουθεσίες και το παράδειγμα του αγίου Επισκόπου πολλοί στρατιώτες πίστευαν στον Χριστό. Όταν έφθασαν στη Ρώμη, έκαμε ένα μεγάλο πανηγύρι ο βασιλιάς για να μαζευτούν πολλοί και να δουν τον θάνατον του Αγίου, τον οποίον πρόσταξε να τον ρίξουν στα θηρία. Όμως και πάλι τα πράγματα δεν έγιναν όπως ήθελε ο βασιλιάς, αλλά όπως πρόσταξε ο Θεός. Ο άγιος Μάρτυρας και πάλι με τα άγρια θηρία δεν φοβήθηκε. ΄Ισα-ίσα, τα θηρία τον σέβονταν και τον προσκυνούσαν, στο θέαμα αυτό όλοι οι παρευρισκόμενοι, βλέποντας και πάλι αυτά τα θαυμαστά σημεία, ανέκραζαν: "Μέγας ο Θεός των χριστιανών". Όμως υπήρξαν και πολλοί, άπιστοι και σκληροί στην ψυχή και στην καρδιά που έλεγαν ότι ο άγιος είναι μάγος.
Ο βασιλιάς, βλέποντας ότι δεν μπορεί να νικήσει τον Άγιο με τα διάφορα κολαστήρια και μη γνωρίζοντας κανένα άλλο τρόπο εξοντώσεως του, διατάσσει να τον αποκεφαλίσουν. Με το μαρτύριο αυτού του θανάτου ο άγιος Ελευθέριος παρέδωσε την μακαρία ψυχή του στον Κύριον. Η δε μητέρα του Ανθία αγκάλιασε το σώμα του γιού της και Μάρτυρος και, καταφιλώντας το, τον μακάριζε που με μαρτυρικό θάνατο παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό. Τότε οι δήμιοι και την μητέρα του αγίου Μάρτυρος αποκεφάλισαν, όπως και τον Άγιο.
Όσοι δε από τους πιστούς βρέθηκαν εκεί στην Ρώμη από τον Αυλώνα, δηλαδή την έδρα της Επισκοπής του αγίου Ελευθερίου, πήραν και τα δύο λείψανα και, αφού τα περιποιήθηκαν και τα τίμησαν δεόντως, με θρησκευτική κατάνυξη και ευλάβεια τα ενταφίασαν εις δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του ενός και μόνου Θεού εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΛΕΥΚΙΟΥ & ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ.

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΛΕΥΚΙΟΥ,ΘΥΡΣΟΥ,ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ,
ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ,ΑΡΡΙΑΝΟΥ,
ΘΕΟΤΥΧΟΥ & ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩΝ

«Οι άγιοι αυτοί έζησαν επί της βασιλείας του Δεκίου, όταν ηγεμόνας ήταν ο Κουμβρίκιος, ο οποίος κίνησε διωγμό κατά των Χριστιανών στα μέρη της Νικομηδείας και της Νίκαιας και της Καισαρείας της Βιθυνίας. Ο άγιος Λεύκιος από μόνος του προσήλθε στον ηγεμόνα, ομολογώντας την πίστη του στον Χριστό και διακωμωδώντας τη ματαιότητα των ειδώλων. Κρεμάστηκε λοιπόν με την προσταγή του ηγεμόνα, καταξέστηκαν οι σάρκες του με φοβερό τρόπο, κι επειδή επέμενε με σταθερότητα στην ευσεβή πίστη των Χριστιανών, του κόψανε το κεφάλι. Έπειτα, καθώς πορεύτηκε ο ηγεμόνας στον Ελλήσποντο, ο μέγας αθλητής Θύρσος τον συνάντησε, ανακηρύσσοντας με παρρησία ότι ο Χριστός είναι Θεός και ελέγχοντας τον τύραννο ότι απονέμει σεβασμό κατά παράλογο τρόπο σ’ αυτούς που δεν είναι θεοί. Γι’ αυτό γρονθοκοπείται, του σπάνε τα πλευρά, του δένουν και του συντρίβουν τα χέρια και τα πόδια, του τρυπάνε τα βλέφαρα των οφθαλμών και τους ίδιους του οφθαλμούς, του σπάνε με χάλκινους στρόβιλους τα πόδια και του χύνουν καυτό μολύβι στην πλάτη. Το μολύβι που χύθηκε μάλλον έβλαψε τους υπηρέτες παρά τον άγιο. Επειδή με τη χάρη του Χριστού διαφυλάχτηκε αβλαβής από όλα τα φοβερά που του έκαναν, τον έδεσαν με σιδερένια δεσμά. Καταστρέφει όμως με την προσευχή του όλα τα σεβάσματα των ειδώλων. Έπειτα τον έβαλαν με το κεφάλι κάτω μέσα σε κάποιο αγγείο γεμάτο νερό, το οποίο όμως έσπασε αμέσως. Τον έριξαν στη συνέχεια από ένα ψηλό τοίχο, ενώ είχαν βάλει στο μέρος που θα έπεφτε, μυτερά καρφιά και σίδερα, αλλά και από αυτά με τη δύναμη του Χριστού διαφυλάχτηκε πάλι αβλαβής.
Αργότερα, αφού έφυγαν από τη ζωή αυτή με άσχημο τρόπο ο Κουμβρίκιος και ο Σιλβανός, ήλθε στην ηγεμονία ο Βάβδος. Αυτός βλέποντας τον άγιο να μένει σταθερός ακόμη στην πίστη του Χριστού, τον έβαλε μέσα σε σάκο και τον έριξε στη θάλασσα. Έσπασε όμως ο σάκος με τη δύναμη αγγέλου και οδηγήθηκε ο άγιος στην ξηρά. Έπειτα τον κτύπησαν με σφοδρότητα, αλλά αυτός και πάλι με την προσευχή του έριξε κάτω τα ξόανα, ενώ όταν τον έβαλαν για να φαγωθεί από άγρια θηρία, αυτά δεν του έκαναν τίποτε. Και πάλι τον κτύπησαν τόσο πολύ, ώστε να κομματιαστούν οι σάρκες του και να πέφτουν στη γη. Τότε τράβηξε στην πίστη του Χριστού και τον άγιο Καλλίνικο, που ήταν ιερέας των ειδώλων, γιατί σκέφτηκε αυτός ότι μεγαλύτερος από όλους είναι εκείνος ο Θεός, που με την επίκλησή Του πέφτουν τα είδωλα. Φτάνοντας ο άγιος Θύρσος στην Απολλωνία, τράνταξε τους ναούς των ματαίων θεών με την προσευχή και τα έριξε στη γη. Το ίδιο θαυματούργησε και ο άγιος Καλλίνικος, ο οποίος αφού έριξε το είδωλο, δέχτηκε το τέλος του με ξίφος.
   Ο δε άγιος Θύρσος, αφού τον έβαλαν μέσα σε κιβώτιο, ώστε να τον κομματιάσουν με πριόνι, κι επειδή οι υπηρέτες δεν μπόρεσαν να μετακινήσουν το πριόνι, ο άγιος παρέμεινε και πάλι αβλαβής. Εκεί παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, ενώ ακούστηκε από τον ουρανό εκείνη την ώρα φωνή σ’ αυτόν, που του φανέρωνε τα αγαθά που του έχουν ετοιμαστεί. Τελείται δε η σύναξη των αγίων στο Μαρτυρείο τους, που είναι κοντά στους Ελενιανούς».
 Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΑ ΑΓΙΟΥ ΘΥΡΣΟΥ 
          Η αγία Εκκλησία μας σήμερα, επί τη μνήμη των αγίων αυτών μαρτύρων, μας προσφέρει ένα μπουκέτο από λουλούδια ευωδιαστά, που ευωδιάζουν τη χάρη του αγίου Πνεύματος. Πρόκειται για την ευωδία που λέει ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή οι πιστοί στον Χριστό αποτελούν οσμή ζωής, την οποία όμως μπορούν να οσφρανθούν μόνον οι επίσης πιστοί, ενώ η ίδια αυτή ευωδία λειτουργεί ως οσμή θανάτου για εκείνους που έχουν αποστρέψει το πρόσωπό τους από τον Θεό, λόγω της μεταποίησης που προκαλεί στις πνευματικές αισθήσεις τους η «χαλασμένη» διάνοιά τους. Με απλά λόγια, η αγιότητα άλλους, τους πιστούς, τους ωθεί σε δοξολογία του Θεού, ενώ άλλους, τους απίστους και μη καλοπροαιρέτους ανθρώπους, τους ωθεί σε βλασφημία και δυσανασχέτηση. Την αλήθεια αυτή προβάλλει απαρχής σχεδόν η ακολουθία των σημερινών αγίων μας. «Άνθη ωραιότατα εν τω λειμώνι εξήνθησαν των Μαρτύρων οι ένδοξοι, του Πνεύματος πέμποντες θείαν ευωδίαν, και τας διανοίας ευωδιάζοντες πιστώς, των ετησίαις μνήμαις τιμώντων αυτών». (Οι ένδοξοι άγιοι άνθησαν σαν ωραιότατα άνθη μέσα στον κήπο των μαρτύρων, στέλνοντας τη θεϊκή ευωδία του αγίου Πνεύματος, και ευωδιάζοντας τις διάνοιες αυτών που τους τιμούν κάθε χρόνο με πίστη).
  Ποια είναι η ωραιότερη ευωδία που μας έρχεται από την αγία ζωή των μαρτύρων; Ασφαλώς εκείνη που φανερώνει και το «μυστικό» τους, να μπορούν δηλαδή να αντέχουν τα βάσανα και όλες τις θλίψεις τους με τρόπο που κυριολεκτικά μας καταπλήσσει: ο πόθος της θεϊκής ομορφιάς, τέτοιος που όλα τα τερπνά και ωραία του βίου αυτού τα θεώρησαν ως ένα τίποτε. «Κάλλος το θείον ποθούντες, βίου τερπνά εις ουδέν ηγήσασθε, Αθλοφόροι του Χριστού». (Ποθώντας το θεϊκό κάλλος, όλα τα τερπνά της ζωής αυτής τα θεωρήσατε σαν ένα μηδενικό, αθλοφόροι του Χριστού). Κι είναι εύλογο: ποιος λογικός άνθρωπος, έχων σώας τας φρένας του, καθώς λέμε, μπορεί να θέσει σε ίση μοίρα αυτά που προσφέρει ο κόσμος αυτός με αυτά που προσφέρει ο ίδιος ο Δημιουργός; Όταν μάλιστα γνωρίζει ότι οι ομορφιές του κόσμου υφίστανται ως δωρεές του Θεού, προκειμένου μέσω αυτών να αναχθούμε σ’ Εκείνον; Αν υπάρχει τόση ωραιότητα στον κόσμο, ας φανταστούμε την απείρως μεγαλύτερη ωραιότητα Εκείνου που την δημιούργησε. Κι ακόμη: όλα τα τερπνά του βίου αυτού είναι φθαρτά και παρερχόμενα, οι προσφορές όμως του Κυρίου είναι αιώνιες και αθάνατες.
  Αν λοιπόν αυτονομηθούν τα τερπνά του βίου, χωρίς αναφορά στον Δημιουργό, ποιο το νόημά τους; Και βεβαίως ο πόθος αυτός των σημερινών αγίων για τον Χριστό, που αποτελεί κοινό τόπο σε όλους τους αγίους της Εκκλησίας μας, στοιχεί στο επίπεδο ζωής του αποστόλου Παύλου, ο οποίος πρώτος εξ όλων διακήρυσσε: «Ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω». Όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό.
Ο άγιος υμνογράφος, ο Θεοφάνης, επισημαίνει όμως και κάτι ακόμη, που πράγματι και αυτό έρχεται ως ευωδία αγιασμού. «Το σώμα, λέει, ξέοντες δεινώς οι του σκότους προστάται, λογισμού σου τον τόκον ουκ εχαύνωσαν, στοργή τη θεϊκή δυνατώς εν αγάπη, Θύρσε, κρατυνόμενον». (Ξύνοντας το σώμα σου με φοβερό τρόπο οι προστάτες του σκοταδιού, Θύρσε, δεν μάραναν τον τοκετό του λογισμού σου, ο οποίος ενισχυόταν δυνατά με αγάπη, από τη θεϊκή στοργή). Η αλήθεια που προβάλλει εν προκειμένω ο άγιος Θεοφάνης είναι πράγματι εξόχως σημαντική: ο πιστός χριστιανός πρέπει να βρίσκεται πάντοτε σε μία κατάσταση τοκετού των λογισμών του, δηλαδή να γεννά, να προεκτείνει την αγάπη του Θεού που (πρέπει να) διακατέχει την ύπαρξή του. Με άλλα λόγια, ο λογισμός μας, αν είμαστε, χριστιανοί, πρέπει να βρίσκεται πάντοτε στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Οι λογισμοί μας πρέπει να είναι αδιάκοπα σε κατάσταση «εγκυμοσύνης» του καρπού του αγίου Πνεύματος. Να μη γινόμαστε στείροι και άκαρποι. Πρόκειται για διαφορετική διατύπωση της εικόνας που απεκάλυψε ο ίδιος ο Κύριος, ότι Εκείνος είναι το αμπέλι και ο Θεός Πατέρας ο γεωργός. «Και παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν αίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρον καθαίρει αυτό, ίνα πλείονα καρπόν φέρη». Κάθε κλήμα, κάθε χριστιανός δηλαδή, που δεν μένει ενωμένο με το αμπέλι που είναι ο Χριστός, ο Θεός Πατέρας το κόβει και το πετά. Ενώ κάθε κλήμα που μένει ενωμένο με το αμπέλι, το καθαρίζει, ώστε να φέρει περισσότερο καρπό. Είναι μία εικόνα, που τον Χριστιανό δεν τον αφήνει σε ησυχία. Καλούμαστε να βρισκόμαστε πάντοτε σε αέναη πορεία αυξήσεως και καρποφορίας. Δεν το κάνουνε; Δεν γεννάμε αυτό που μας προσφέρει ο Χριστός; Δυστυχώς, αυτό που μας περιμένει είναι το σάπισμα και το πέταμα


Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ.

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.
Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
  Ο Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, Επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου εορτάζεις τις 12 Δεκεμβρίου.
Ανήκει στην ιερή φάλαγγα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων.
Γεννήθηκε το 270 μ.Χ. και έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306 - 337) και του γιου του Κωνστάντιου (337 - 361).
Γενέθλια πατρίδα του ο Άγιος Σπυρίδων είχε όχι την Τριμυθούντα της Κύπρου, όπως γράφουν πολλοί και που σήμερα είναι ένα μικρό χωριό με το όνομα Τρεμετουσία, αλλά την γειτονική της κωμόπολη Άσσια.
Αυτό μας λέγει ο Άγιος Τριφύλλιος, πρώτος Επίσκοπος της Λευκωσίας και μαθητής του Αγίου Σπυρίδωνος. «Ούτος ουν ο Άγιος Σπυρίδων αγροίκος μεν ην ειπείν κατά την ανατροφήν, εν χωρίω Ασκία καλουμένω γεννηθείς εις την Κυπρίων επαρχίαν». Το χωριό Ασκία (πιο σωστά Άσκια) είναι η γνωστή κωμόπολη της Άσσιας, που είναι κοντά στην Τριμυθούντα. «Αγροίκος» σημαίνει άνθρωπος απλοϊκός, άνθρωπος που δεν σπούδασε, δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει καλά.
Άνθρωπος, όπως λέμε εμείς σήμερα του βουνού και του κάμπου. Άνθρωπος της υπαίθρου• και τέτοιος πραγματικά ήταν ο Άγιος μας. Τέτοιοι ήσαν και οι γονείς του. Άνθρωποι αγρότες, φτωχοί, αλλά πολύ ενάρετοι και πιστοί. Γι' αυτό και το παιδί τους το ανέθρεψαν με προσοχή και φόβο Θεού. Το ανέθρεψαν, όπως λέγει και ο θείος Παύλος για τον μαθητή του Τιμόθεο, ότι τον ανέθρεψε η γιαγιά του Λωΐδα και η μητέρα του Ευνίκη «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

Μόρφωση και ζωή
Γράμματα ο Άγιος δεν έμαθε πολλά. Ούτε φοίτησε σε ανώτερες Σχολές, όπως οι άλλοι μεγάλοι ιεράρχες της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή όμως, το βιβλίο του Θεού, ήταν ο καθημερινός και αχώριστος σύντροφός του. Όπου πήγαινε, μαζί του την έπαιρνε. Μαζί του στο σπίτι. Μαζί του και όταν οδηγούσε τα πρόβατα στη βοσκή, γιατί ήταν βοσκός. Μέσα στο σακίδιό του, την γνωστή κυπριακή βούρκα στην οποία είχε βαλμένο το λιτό του γεύμα, είχε και το Ευαγγέλιό του. Πόσο συγκινητική, μα και αξιομίμητη αλήθεια ήταν τούτη η συνήθειά του! Μιλάει μόνη της.
Τούτο προσθέτουμε:
Εκεί στον κάμπο τον πλατύ, όταν τα πρόβατα βοσκάνε, ο Σπυρίδων καθισμένος κάτω από τον ίσκιο κάποιου δένδρου ή πάνω σε κάποιο ψήλωμα μελετούσε μ' ευφροσύνη τα λόγια του Θεού και σαν τον Δαβίδ έψαλλε και δοξολογούσε τα μεγαλεία του. Πολλές φορές ακόμη καλούσε κοντά του τους άλλους βοσκούς και με στοργή και αγάπη παραδειγματική τους δίδασκε του Θεού τον νόμο, και αγωνιζόταν ώρες να οδηγήσει τις ψυχές τους στα χλοερά λιβάδια της χριστιανικής πίστης.
Από τα πρώτα του βήματα το λουλούδι αυτό του Ουρανού και όργανο του Αγίου Πνεύματος φρόντιζε να σκορπίσει παντού της Ορθοδοξίας τα αρώματα. Κάθε μέρα που περνούσε, ο ζήλος του για την σωτηρία των γύρω του, μα και η αγάπη και η ταπείνωσή του, τον ανέβαζε και σε ψηλότερες βαθμίδες αρετής και ηθικής τελειώσεως. Και γινόταν για τις δύσκολες ημέρες της εποχής του, εποχής σκληρών διωγμών και ειδωλολατρίας, πρότυπο θάρρους και χριστιανικής ομολογίας. Στον διωγμό, που εξαπέλυσε ενάντια στους Χριστιανούς ο Μαξιμίνος (308 - 313) συνελήφθη και ο ιερός Σπυρίδων. Ο φλογερός και υπέρμαχος της χριστιανικής αλήθειας του Θεού επίσκοπος δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Τα βασανιστήρια πολλά. Σ' ένα απ' αυτά όπως μας λέγει κάποιος συναξαριστής, είχε εξαρθρωθεί και το πόδι του και είχε βλαφθεί και το ένα του μάτι.
Τους παλμούς της καρδιάς του και την αγάπη του όμως στον Χριστό τίποτα δεν μπόρεσε να μειώσει. Μια ευφροσύνη πλημμύριζε ολόκληρο το είναι του, σαν σκεφτόταν ότι έπασχε για την πίστη του στον Σωτήρα Χριστό. «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἠμᾶς». (Ρωμ. η΄ 18), έλεγε και επαναλάμβανε από μέσα του, σαν δεχόταν τα ραπίσματα και τους άλλους εξευτελισμούς.
Μετά την έκδοση του «εδίκτου του Μεδιολάνου» (313), του διατάγματος δηλαδή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του Λικινίου με το οποίο επιβαλλόταν στην αυτοκρατορία η ανεξιθρησκεία, ο άγιος Σπυρίδων επέστρεψε στην Τριμυθούντα.

Ο Άγιος δημιουργεί οικογένεια
Μα και στις ημέρες της ευτυχίας και της οικογενειακής θαλπωρής που απολάμβανε μετά την απελευθέρωσή του, που έγινε πιθανόν ύστερα από την κυκλοφορία του διατάγματος των Μεδιολάνων, η φλόγα της πίστεώς του στον Χριστό έμεινε αμείωτη και η αγάπη του πάντα υποδειγματική. Είπα στις ημέρες της οικογενειακής θαλπωρής, γιατί νέος ο Άγιος μας, κατόπιν πιέσεως των γονιών του δημιούργησε οικογένεια. Δυστυχώς όμως πολύ νωρίς έχασε την προσφιλή του σύντροφο. Την κάλεσε ο Κύριος κοντά του. Έτσι ο Σπυρίδων έμεινε μόνος με συντροφιά την χαριτωμένη κόρη του, την Ειρήνη του. Ο πόνος υπήρξε μεγάλος.
Όμως, ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τα λόγια του πολύαθλου Ιώβ ήταν πάντα στο στόμα του. «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο. Ὡς τῷ Κυρίω ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο. Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰώνας» (Ιώβ α΄ 21). Παρηγοριά στην θλίψη του βρήκε πάλι στα λόγια του Θεού. Γιατί μόνο τα λόγια του Θεού τις στιγμές αυτές είναι ικανά να ξεκουράσουν ψυχικά τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν στην σωτηρία.
Η πανθομολογουμένη από όλους ευσέβεια και αρετή του κατέστησε τον Άγιο σεβαστό και αγαπητό, όχι μονάχα στην πόλη του, μα και στα γύρω χωριά. Σ' αυτόν έβρισκαν καταφύγιο οι δυστυχισμένοι. Αυτόν είχαν προστάτη οι πονεμένοι. Αυτόν έβλεπαν πατέρα τα ορφανά. Σε κάθε ανάγκη σ' αυτόν κατέφευγαν όλοι, γιατί στο πρόσωπό του ήταν βέβαιοι πως θα βρίσκανε αυτό που ήθελαν, αυτό που ποθούσαν. Την παρηγοριά και την ανακούφιση.
  Ο Σπυρίδων ποιμένας ψυχών
Έτσι, όταν κάποτε πέθανε ο ιερέας του τόπου εκείνου, μικροί και μεγάλοι μ' ένα στόμα τον Σπυρίδωνα κάλεσαν και τον έπεισαν να χειροτονηθεί ποιμένας των ψυχών τους.
Αργότερα κλήρος και λαός με τις παρακλήσεις τους πάλι ανέδειξαν τον Άγιο πρώτο Επίσκοπό της Τριμυθούντος. Και την θέση αυτή τίμησε και δόξασε όσο κανένας άλλος ο απλοϊκός βοσκός. Την τίμησε και την δόξασε, γιατί ήταν ο πράος και ταπεινός. Τα λόγια του θείου Διδασκάλου «μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πράος εἰμί καί ταπεινός τή καρδία» (Ματθ. ια΄ 29) ήταν γι' αυτόν σύνθημα ζωής, ήταν καθημερινό βίωμα.
Ο Σπυρίδων ήταν ακόμη η προσωποποίηση της αγάπης και καλοσύνης. Η πόρτα του σπιτιού του ήταν πάντα ανοιχτή για κάθε ξένο και περαστικό, και για κάθε οδοιπόρο. Τα λόγια του θείου Παύλου «τήν φιλοξενίαν διώκετε» ήταν γι' αυτόν τρόπος ζωής. Ο Άγιος αγαπούσε τον κάθε άνθρωπο. Όποιος ερχόταν σπίτι του έπρεπε να καθίσει να ξεκουραστεί, να διανυκτερεύσει, να φάει και να πιεί. Πολλές φορές ο ίδιος ο Επίσκοπος μιμούμενος τον Κύριο έφερνε νερό και έπλενε με αγάπη τα πόδια των κουρασμένων στρατοκόπων για να τους ξεκουράσει. Σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του ο ταπεινός και πράος εκπρόσωπος της νέας πίστεως ήταν ο γνήσιος ακόλουθος Εκείνου, που ήταν και είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή». Η αγιότητά του υπήρξε θαυμαστή. Γι' αυτό και ο Πανάγαθος Θεός πλούσια τον αντάμειψε από τον καιρό που ήταν ακόμη στη ζωή.
Άπειρα είναι τα θαύματα που έκαμε με τη βοήθεια του Χριστού. Θαύματα μεγάλα, αναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια η Εκκλησία του έδωκε την προσωνυμία του Θαυματουργού. Αξίζει να δούμε και να γνωρίσουμε όλοι οι χριστιανοί, πόσο χαριτώνει ο Κύριος εκείνους, που με σταθερότητα και ειλικρίνεια αληθινή του δίδουν την καρδιά τους.

Συμμετοχή σε Συνόδους
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που υπάρχουν ο άγιος Σπυρίδων έλαβε μέρος στις εργασίες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, πού συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας το έτος 325, από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Είναι η εποχή κατά την οποία διάφοροι εκκλησιαστικοί άντρες ασχολούνταν με το ζήτημα της θεότητας του Ιησού Χριστού. Ο πλέον συστηματικός πολέμιος της θεότητας του Χριστού υπήρξε ο Άρειος, πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Αν και ο Άρειος καθαιρέθηκε από τον Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και η διδασκαλία του αποδοκιμάστηκε από τοπική Σύνοδο, ο ίδιος και οι οπαδοί του συνέχισαν να αναστατώνουν την Εκκλησία με τις αιρετικές απόψεις τους. Έτσι ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α΄ οικουμενική Σύνοδο, στην οποία μεταξύ των 318 πατέρων ήταν και ο άγιος Σπυρίδων, ο οποίος μάλιστα διεκρίθη. Και να πως η χάρη και ο φωτισμός του Θεού χρησιμοποίησαν τον χωρίς σπουδαία μόρφωση άγιο Σπυρίδωνα να υποστηρίξει τη θεότητα του Ιησού Χριστού: Ο Άρειος και όσοι τον ακολουθούσαν, χρησιμοποιούσαν τη λογική και τη φιλοσοφία προκειμένου να στηρίξουν τα κατά της θεότητας του Χριστού επιχειρήματα τους. Τότε ο άγιος Σπυρίδων, ο απλός και ταπεινός αυτός επίσκοπος, θέλοντας να αποδείξει ότι ο Θεός είναι τριαδικός και ο Υιός είναι «ὁμοούσιος τῷ Πατρί», και ότι «ἐγεννήθη ἐκ τοῦ Πατρός πρό πάντων τῶν αἰώνων», άρα δεν είναι κτίσμα του, πήρε στα χέρια του ένα κεραμίδι. Κάνοντας δε το σημείο του σταυρού, σφίγγει το κεραμίδι λέγοντας! «Εις το όνομα του Πατρός», και από το κεραμίδι βγαίνει μία φλόγα• «Και του Υιού», και από το κεραμίδι στάζει νερό• «Και του Άγιου Πνεύματος», και στο χέρι του μένει το χώμα. Και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων εξηγεί με λόγια απλά: Το χώμα, το νερό και η φωτιά, δηλαδή τρία υλικά στοιχεία, έκαναν το ένα κεραμίδι. Το ίδιο συμβαίνει και με την Άγια Τριάδα. Είναι ένας Θεός, αποτελείται όμως από τρία Πρόσωπα• τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ομοούσια μεταξύ τους. Άρα ο Υιός δεν είναι κτίσμα του Πατρός. Έτσι η Α΄ οικουμενική Σύνοδος, με τη συμβολή και του αγίου Σπυρίδωνος, θέσπισε την ομοουσιότητα του Χριστού με τον Θεό Πατέρα και αναθιμάτισε τον Άρειο και όσους υποστήριξαν τις αιρετικές του απόψεις.
Ο άγιος Τριμυθούντος έλαβε μέρος και στις εργασίες της Συνόδου που συνεκλήθη το 342-43 στη Σαρδική (σημερινή Σόφια) και υπέγραψε τα Πρακτικά της, όπως αναφέρει στη Β΄ Απολογία του ο Μέγας Αθανάσιος.
 Το μακάριο τέλος
Ήλθε όμως ο καιρός, η ευλογημένη αυτή ζωή, μια ζωή υποδειγματικής πραότητας και ταπεινοφροσύνης, μια ζωή άδολης αγάπης και καλοσύνης, μια ζωή γεμάτη από θεία χάρη να εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο και να μεταπηδήσει από το επίγειο στο ουράνιο θυσιαστήριο του Κυρίου, για να συνεχίσει εκεί τις υπηρεσίες του. Αυτό έγινε το 348 μ.Χ. με τον θάνατο του Αγίου στην επισκοπή του στην Τριμυθούντα. Έφυγε ο καλός ποιμήν. Έφυγε από το ποίμνιό του. Η αγάπη όμως και το ενδιαφέρον του για τα λογικά πρόβατα του Χριστού που ζητάνε την μεσιτεία του και τις πρεσβείες του προς τον Κύριο, δεν σταμάτησαν. Συνεχίζονται ως σήμερα. Και θα συνεχίζονται μέχρι που θα θέλει ο Τριαδικός Θεός.
Τα πνευματικά του παιδιά θρήνησαν για καιρό την κοίμησή Του. Το λείψανό του στην ανακομιδή που έγινε μετά από πολλά χρόνια είχε μείνει άφθαρτο και ευωδίαζε. Γι' αυτό και οι κάτοικοι της προνομιούχου πόλεως, που τον είχε ποιμένα ψυχών, το έβαλαν σε μία μαρμάρινη λάρνακα, που έστησαν δίπλα στην είσοδο του ναού από τον νάρθηκα, για να είναι προσκύνημα των πιστών.
Η λάρνακα βρίσκεται ακόμη στο ίδιο μέρος αλλά χωρίς τον θησαυρό. Χωρίς το άγιο λείψανο. Όταν άρχισαν οι αραβικές επιδρομές η επιδρομές των Σαρακηνών (648 μ.Χ.) το λείψανο για ασφάλεια μεταφέρθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί λίγο καιρό πριν να πέσει η βασιλίδα των πόλεων στα χέρια των Τούρκων, ένας ιερέας που ονομαζόταν Γρηγόριος Πολύευκτος, το πήρε από τον ναό που φυλασσόταν μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας και το μετέφερε μέσον της Θράκης, Μακεδονίας και Σερβίας στην Παραμυθιά της Ηπείρου και ύστερα στην Κέρκυρα γύρω στο 1460. Επί τρία ολάκερα χρόνια ο ευσεβής εκείνος ιερέας περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Σ' όλο αυτό το διάστημα τα δύο λείψανα τα είχε κρυμμένα σε δύο σακιά άχυρα για τα οποία, σαν τον ρωτούσε κανείς έλεγε, πως τα άχυρα εκείνα ήταν τροφή για το υποζύγιό του.