ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

ΛΟΓΟΙ ΟΣΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ.

Οσιος Πορφύριος: Οταν λέμε 

«Βλέπει ο Θεός», τι εννοούμε;

Ο  έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας.
Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη αυτά να μεταδίδομε.
Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.
Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε.
Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;».
Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο  δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος.Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.
Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός.
Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.
Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσομε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνομε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.
Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς …».

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

ΜΝΗΜΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΧΑΜΑΚΙΩΤΗ.

Ο ελεήμων Παππούλης της Νερατζιώτισσας

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας
17 Αυγούστου, Μνήμη του Αγιου της Νερατζιήτισσας, Γέροντος Αθανασίου Χαμακιώτη
Ο Γέροντας Αθανάσιος, ο ταπεινός λευΐτης της Νερατζιώτισσας στο Μαρούσι, έμοιαζε απόλυτα με το φιλάνθρωπο Κύριό μας. Ήταν η εικόνα της έμπρακτης αγάπης, της ελεημοσύνης, της συμπάθειας, ήταν «εις τύπον και τόπον Χριστού».

Ζούσε πραγματικά σε ένα παροξυσμό ψυχικής κενώσεως στις ανάγκες του πλησίον, αυτοπροσφερόταν στους ενδεείς, στα μοναχικά πρόσωπα, στους αξιοπρεπείς, τους οποίους οι συνθήκες της ζωής κατήντησαν νεοπτώχους, εμπεριστάτους. Και ο Θεός του ελέους και των οικτιρμών δεν άφηνε ποτέ τα χέρια του Γέροντος αδειανά.
-Κοιμάμαι, έλεγε χαριτολογώντας, φτωχός και ξυπνάω πλούσιος. Χρήματα δεν έχω και χωρίς χρήματα δεν μένω.
Και δεν τα υπολόγιζε τα χρήματα ο Γέροντας. Αυτά είναι για να αλλάζουν χέρια και να καλύπτουν ανάγκες, έλεγε. Η μοναδική αξία που έχουν είναι ότι με αυτά μπορούμε να αγοράσουμε Παράδεισο. Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ» (Παρ. ιθ΄ 17). Και τούτο γιατί τίποτα από όσα ο άνθρωπος σκορπίζει σε αυτούς που έχουν ανάγκη δεν πηγαίνει χαμένο. Η «ελεημοσύνη εξιλάσεται αμαρτίας (Σοφ. Σειρ. 3, 30), μας απαλλάσσει από το βάρος πολλών αμαρτιών και μας καθαρίζει και μας αγνίζει. Μας ανοίγει τις πόρτες του Παραδείσου.

Όταν μας έρχονται χρήματα να μην χαιρόμαστε άσκοπα. Να προβληματιζόμαστε για τη σωστή τους χρήση. Άλλωσε και ο ίδιος ο Κύριος με τη γραφίδα του προφητάνακτος Δαβίδ, δεν λέει: «Ο ελεήμων εσκόρπισεν, έδωκε τοις πένησι, η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα» (Ψαλμ. 111, 9) και αλλού πάλι: «Μακάριος ο συνιών επί πτωχόν και πένητα» (Ψαλμ. 40, 1). Γι’αυτό και στην επί του Όρους ομιλία του ο παντελεήμων Θεάνθρωπος διακηρύσσει: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» ( Ματθ. ε΄ 7).
Ο ελεήμων άνθρωπος, μας λέει ο μέγας Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μοιάζει με λιμάνι σε όσους παλεύουν με τα βιοτικά κύματα. Δέχεται όλους ανεξαιρέτως τους ταλαιπωρημένους, τους ναυαγούς, τους κλυδωνιζομένους, τους κινδυνεύοντες και τους απαλλάσσει από τη δίνη. Και είτε είναι κακοί, είτε αγαθοί, είτε ο,τιδήποτε άλλο εκείνοι που κινδυνεύουν, τους δέχεται στην αγκαλιά του, στα γαλήνια νερά του. Μακάριοι οι συνάνθρωποί μας, οι οποίοι γίνονται λιμάνια σε αυτούς που έχουν πέσει στην τρικυμία της φτώχειας, της ανέχειας, της ελλείψεως των αναγκαίων βιοτικών αγαθών.
Τα χρήματα ο Γέροντας Αθανασιος δεν ήθελε να μένουν επάνω του. Τα ένοιωθε μίασμα. Αυτά, έλεγε, σταύρωσαν τον Χριστό μας. Αυτά φέρνουν πρόσκαιρη ευτυχία, αλλά μόνιμη δυστυχία στον κόσμο. Αλλοίμονο σε αυτούς που τα φιλάνε. Έχουν φίδια στον κόρφο τους.
Χαρακτηριστικό της φιλανθρωπίας και της ελεήμονος καρδιάς του Γέροντος είναι το εξής περιστατικό.
Κάποια μέρα τον επισκέφθηκε απελπισμένη μια χήρα γυναίκα. Κινδύνευε να της κάνουν έξωση, επειδή δεν είχε να πληρώσει το ενοίκιο. Ο Γέροντας τη συμπόνεσε, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχε καθόλου χρήματα.

-Παιδί, της είπε, δεν έχω δραχμή στην τσέπη μου. Όμως, μη φύγεις. Κάθησε έξω στους πάγκους να δω τι μπορεί να γίνει.
Ο εύσπλαχνος Γέροντας κατέφυγε με θέρμη στην αγαπημένη του προσευχή.
– Γιατί άφησες, Θεέ μου, τα παιδιά σου να έλθουν σε τέτοια δυστυχία; Λυπήσου, Κύριε, και αυτή τη δούλη σου και μην επιτρέψεις να την πετάξουν στο δρόμο!
Σε λίγο μια ευκατάστατη κυρία κατέφθασε και του παρέδωσε ένα φάκελο με σεβαστό ποσό. Ο Γέροντας ούτε άνοιξε το φάκελο να δεί πόσα χρήματα περιείχε. Φώναξε με χαρά τη χήρα και της τα παρέδωσε. Η γυναίκα ανοίγοντας το φάκελο έμεινε άφωνη. Με το ποσό του περιεχομένου του ξωφλούσε τον ιδιοκτήτη της.

Η φιλανθρωπία και η συμπόνοια του Γέροντος Αθανασίου δεν σταματούσε μόνο στο δόσιμο χρημάτων. Η προσωπική προσφορά είχε μεγαλύτερη αξία. Επιδίωκε να έρχεται αρωγός σε κάθε εμπερίστατο, κάθε κινδυνεύοντα. Ήταν ευσυμπάθητος με τους αρρώστους, με τους ανίατα ασθενείς, τους κατακοίτους ηλικιωμένους, αυτούς που δύσκολα κάνουν ακόμη και στοιχειώδεις κινήσεις. Έτρεχε να βοηθήσει αυτούς οι οποίοι ήθελαν κάποιο δίπλα τους, να τους συμπαρασταθεί στην καθημερινότητά τους. Έχουν αναφερθεί ζωντανά παραδείγματα ασθενών που συχνά επισκεπτόταν ο Γέροντας, και των οποίων οι συγγενείς και οι οικείοι συνέπασχαν μαζί τους. Ήταν ο αρωγός σε ασθενείς και στους συνοδούς τους, που και αυτοί χρειάζονταν στήριξη και αγάπη. Ήταν ο άγγελος παρηγοριάς των εγκαταλειμμένων φυματικών της περιοχής. Τους πήγαινε αυγά και άλλα τρόφιμα και έπαιρνε τα λερωμένα ρούχα τους, τα έπλενε, τα σιδέρωνε και τους τα πήγαινε με τα πόδια από το Μαρούσι στα Μελίσσια. Και όλα αυτά «εν τω κρυπτώ». Η φιλανθρωπία και η προσωπική προσφορά διαλαλείται, δεν διατυμπανίζεται, δεν διαφημίζεται, αφού ο Κύριος μας είπε, «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. στ΄ 3). Όσο, όμως, και αν κρυβόταν, ο Θεός επέτρεπε, προς οικοδομή των πιστών να φανερώνονται οι πάμπολλες ευεργεσίες του. Αν και σίγουρα πολλά έμειναν κρυφά.
Πριν κοιμηθεί τον ύπνο των δικαίων στις 17 Αυγούστου του 1967 έλεγε:
—Γυμνός ήρθα, γυμνός και θα φύγω.
Γι’ αυτό και πριν παραδώσει την ψυχούλα του στα χέρια του παντελεήμονος και πανοικτίρμονος Θεού μας δέχθηκε επίσκεψη της προσωποποιημένης ελεημοσύνης. Η μοναχή που τον υπηρετούσε στις τελευταίες στιγμές του τον ρώτησε ποιος τον επισκέφτηκε, και της είπε:
—Η ελεημοσύνη, παιδί μου!
—Και τι της είπατε, ρώτησε εκείνη;
—Της είπα ότι ο,τι είχα το έδωσα. Δεν έχω τίποτα άλλο!

ΜΝΗΜΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΑΓΙΟΥ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΕΚ ΚΑΠΠΟΥΑΣ
ΒιογραφίαΣτα ζοφερά χρόνια της τουρκοκρατίας, όπως είναι γνωστό από την ιστορία, μαρτύρησαν χιλιάδες χριστιανοί. Ένας λοιπόν, απ' αυτούς είναι και ο άγιος νεομάρτυς της θεσσαλικής Καππούας Κωνσταντίνος, ο οποίος προτού βαπτισθεί και ενταχθεί στους κόλπους της Εκκλησίας μας ήταν μουσουλμάνος γιος Τούρκου αξιωματούχου. Σε ηλικία είκοσι χρόνων μυήθηκε στα χριστιανικά δόγματα από κάποιον λόγιο μοναχό του μοναστηρίου της Καππούας «Άγιος Νικόλαος». Ο μοναχός αυτός όταν έκρινε ότι είχε εδραιωθεί η πίστη του τουρκόπουλου στο Χριστό, το βάφτισε στο μοναστήρι και από Σαΐμ, που ήταν το όνομά του, το μετονόμασε Κωνσταντίνο.
 Η αντίδραση του Τούρκου αξιωματούχου, πατερά του νεοφώτιστου Κωνσταντίνου, υπήρξε κεραυνοβόλος και δυναμική. Θέλησε να τιμωρήσει με θάνατο τους τρεις μοναχούς του μοναστηρίου της Καππούας αλλά δεν το κατόρθωσε, γιατί αυτοί κατάφεραν να δραπετεύσουν και να καταφύγουν στα Μετέωρα, όπου ζήτησαν προστασία από τους εκεί μοναχούς. Η οργή του πατέρα κορυφώθηκε και πυρπόλησε το μοναστήρι. Εξοργισμένος από τη σθεναρή στάση και τη συμπεριφορά του γιου του διέταξε στρατιώτες της φρουράς του να τον ρίξουν στο μπουντρούμι και να μην τον βγάλουν από κει, αν δεν επανέλθει στην πατρώα του πίστη. Οι στρατιώτες έπραξαν συμφωνά με τις εντολές του πατέρα. Έριξαν τον Κωνσταντίνο στο σκοτεινό και μουχλιασμένο μπουντρούμι και πρωί - βράδυ τον ρωτούσαν αν είχε μετανιώσει για την αποστασία του. Ο Κωνσταντίνος, όμως, τους απαντούσε με γλυκύτητα και σταθερότητα: «Το Χριστό μου δεν θα τον αρνηθώ ποτέ ο, τι και να μου κάνετε· δεν φοβάμαι τίποτα· είναι δίπλα μου και με ενισχύει». Τα όρια της υπομονής του πατέρα εξαντλήθηκαν και οργισμένος έδωσε εντολή στους στρατιώτες να τον βασανίσουν σκληρότερα και αν δεν μεταπεισθεί και πάλι, να τον οδηγήσουν στην κρεμάλα. Άλλα και τα νέα σκληρότερα βασανιστήρια δε στάθηκαν ικανά να κάμψουν το φρόνημα και την πίστη του Κωνσταντίνου. Τότε οι στρατιώτες του ανακοίνωσαν την απόφαση του πατέρα του να τον απαγχονίσει, ως τελευταία και κορυφαία απειλή, αλλά και πάλι πήραν την αγέρωχη απάντηση: «Σας λέγω και πάλι· τίποτα δεν μπορεί να με χωρίσει από το Χριστό μου. Τον αγαπώ τόσο πολύ, που δε με νοιάζει αν δώσω για την αγάπη του και τη ζωή μου ακόμη».
 Οι στρατιώτες σύμφωνα με τη διαταγή του πατέρα του, τον οδήγησαν έξω από την πόλη Καππούα, στο σημείο όπου είναι κτισμένο το σημερινό χωριό Καππά. Εδώ έριξαν σχοινί σ’ ένα χοντρό κλωνάρι του «μεγάλου πλατάνου» που υπήρχε στη θέση αυτή, πλησίον του κοινοτικού γραφείου της Καππάς και κρέμασαν τον Κωνσταντίνο. Όμως το θαύμα έγινε· το σχοινί κόπηκε τρεις φορές οπότε οι δήμιοι αναγκάστηκαν, υστέρα από διαταγή του παριστάμενου πατέρα του, να τον αποκεφαλίσουν. Η αγία ψυχή του νεαρού Κωνσταντίνου πέταξε κοντά στην αιώνια αγάπη του, το Χριστό. Το τιμημένο σκήνωμα του το έθαψαν οι χριστιανοί κοντά όταν τόπο του μαρτυρίου του, στην τοποθεσία «Τρία Δέντρα».
Ο Κωνσταντίνος μαρτύρησε στις 18 Αυγούστου 1610 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον  ῏Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Κωνσταντίνον Καππούας, τον νεομάρτυρα, ως στρατιώτην γενναίον της Εκκλησίας Χριστού, μακαρίσωμεν πιστοί και επαιναίσωμεν· ότι δυσέβειαν πατρός καταλείψας σθεναρώς, εκήρυξεν τον Σωτήρα, και νομίμως υπεραθλήσας, την κάραν δέδωκεν ως δώρον Χριστώ.
Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΠΠΑ ΚΑΡΔΙΤΣΗΣ


Ο ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΓΡΕΒΕΝΑ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΝΕΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΚ ΣΑΜΑΡΙΝΗΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ.

Ο νεομάρτυς άγιος Δημήτριος από την Σαμαρίνα .

images (1)Στίς 18 Αὐγούστου ἡ Ἱερά Μητρόπολις Γρεβενῶν καί ὁλόκληρο τό Ἑλληνορθόδοξο Γένος μας  τιμά τήν μνήμη τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Νέου ἀπό τήν Σαμαρίνα η οποῖα ἀνήκει ἐκκλησιαστικῶς καί διοικητικῶς στά Γρεβενά.
Οἱ Βλαχόφωνοι Ἕλληνες εἶναι ἀπόγονοι τῶν γηγενῶν κατοίκων τῆς Βορείου Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι κατά τήν διάρκεια τῆς ρωμαϊκῆς κατακτήσεως ὑπέστησαν μία ἀλλοίωση στό γλωσσικό τους ἰδίωμα καί συνήθισαν νά μιλοῦν τά Βλάχικα, δηλαδή μία διάλεκτο ἑλληνολατινική. Ἡ γλωσσική αὐτή ἰδιομορφία δέν τούς ἀπεμάκρυνε ἀπό τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοοδοξη Ρωμηοσύνη.
Παρά τίς προσπάθειες διαφόρων ἐθνικιστικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν προπαγανδῶν ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν Βλάχων παρέμεινε ριζωμένη στήν ἑλληνικότητα καί στήν Ὀρθοδοξία. Οἱ Βλάχοι, δηλαδή οἱ Βλαχόφωνοι Ἕλληνες, μᾶς ἔδωσν μεγάλους Ἐθνικούς Εὐεργέτες, οἱ ὁποῖοι πλούτισαν μέν ἐκτός Ἑλλάδος, ἀλλά ἔστειλαν τά χρήματά τους γιά νά κτισθοῦν Ναοί, Σχολεῖα καί περικαλλῆ ἱδρύματα στήν Ἑλλάδα.
Ὁ Εὐ. Ζάππας ἔκτισε τό Ζάππειο, ὁ Γ. Ἀβέρωφ χρηματοδότησε τό θωρηκτό Ἀβέρωφ, πού κατενίκησε τούς Τούρκους στούς Βλκανικούς Πολέμους, ὁ Σίμων Σίνας ἔστειλε τά χρήματα γιά τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἑλληνόβλαχοι ἀπό τό Μέτσοβο ἔκαναν τήν δωρεά γιά τήν ἀνέγερση τοῦ Ἐθνικοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου κλπ. Ἀκόμη κι ἄν μιλοῦσαν τό βλάχικο ἰδίωμα στό σπίτι τους ἐν τούτοις στήν Θεία Λειτουργία οἱ Βλάχοι χρησιμοποιοῦσαν μόνον τήν ἑλληνική γλῶσσα.
Σε ἕνα τέτοιο περιβάλλον ἐμπνευσμένο ἀπό τήν ἀγωνιστικότητα τῶν μαρτύρων καί ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀπό τήν ἑλληνική παιδεία , ἡ ὁποία διδάσκει τούς συνεχεῖς ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους μας κατά τῶν κατακτητῶν, γεννήθηκε καί ἀνετράφη ὁ Νεομάρτυς Δημήτριος ἀπό τήν Σαμαρίνα. Ἡ πατρίδα μας ζοῦσε κάτω ἀπό τήν τυραννία τῶν Ὀθωμανῶν καί ἡ περιοχή τῆς Σαμαρίνας εἶχε ὑπαχθεῖ κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων. Ὁ Δημήτριος ἀφιερώθηκε ἀπό μικρός στό μοναστῆρι τῆς περιοχῆς του , τήν Ἁγάι Παρασκευή. Ἀπό τούς γονεῖς του, καί τούς μοναχούς –διδασκάλους του γαλουχήθηκε μέ τήν πίστη πρός τόν Χριστό καί μέ τήν φλόγα γιά τήν ἀπελρευθέρωση τοῦ Γένους. Μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ὁ παπᾶ -Εὐθύμης Βλαχάβας ἑτοίμαζε ἐξέγερση τῶν κλεφταρματωλῶν μέ ἐπίκεντρο τά Ἅγια Μετέωρα ὁ νεαρός μοναχός ἔγινε στενός καί ἔμπιστος συνεργάτης του.
Τό κίνημα τοῦ Βλαχάβα ἐξερράγη τόν Μάϊο τοῦ 1808, ἀλλά ἀπέτυχε, πιθανόν κατόπιν προδοσίας. Ὁ Δημήτριος ὄχι μόνον βοήθησε στήν πνευματική προετοιμασία τῶν ἐξεγερθέντων, ἀλλά καί μετά τήν ἀτυχῆ ἔκβαση συνέχισε νά περιέρχεται τά χωριά καί νά κηρύττει τήν ἐλπίδα, τήν πίστη, τήν ὑπομονή καί τήν ἐμμονή στίς πατροπαράδοτες ἑλληνορθόδοξες ἀξίες. Παρά τό νεαρόν τῆς ἡλικίας του ἦταν δυναμικός ρήτωρ καί ἐθνεγέρτης. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀλῆ Πασᾶς ζήτησε καί ἐπέτυχε νά συλληφθεῖ ὁ Δημήτριος μαζί μέ τόν ἀρχηγό του, τόν ἀγέρωχο ἱερέα καί ὁπλαρχηγό π. Εὐθύμη Βλαχάβα. Σύρθηκαν σιδηροδέσμιοι μέχρι τά Ἰωάννινα καί ρίχθηκαν στά σκοτεινά κελλιά τοῦ φοβεροῦ Σαραγιοῦ.
Τά μαρτύρια πού ἀκολούθησαν τά εἶδε καί τά περιέγραψε ὁ Γάλλος Πρόξενος καί περιηγητής Φραγκίσκος Πουκεβίλλ. Ὁ νεαρός Δημήτριος ὑπέστη διάφορα εἴδη βασανισμῶν. Ὁ Ἀλῆ Πασᾶς προσπαθοῦσε νά ἐκμαιεύσει πληροφορίες γιά ἐνδεχόμενη ὑποστήριξη πού εἶχε τό κίνημα τοῦ Βλαχάβα ἀπό ξένες δυνάμεις, ἐννοῶντας κυρίως τήν Ρωσία. Ὁ Δημήτριος ἀρνήθηκε νά ἀπαντήσει κάί συνεχῶς ἐπεκαλεῖτο τόν Χριστό γιά νά ἐνισχύεται καί νά ἀντιμετωπίζει τόν πόνο. Ὁ Ἀλῆς τοῦ ζήτησε νά ἀφαιρέσει τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τήν ὁποία ἔφερε στό στῆθος του ὁ Δημήτριος, ἀλλά ἐκεῖνος ἀρνήθηκε. Ἡ μανία τοῦ τυράννου καί τῶν βασανιστῶν ἔγινε μεγαλύτερη καί ἐπενόησαν κάθε μορφῆς βασανιστήρια γιά νά κάμψουν τόν Δημήτριο. Τοῦ ἔδεσαν τήν κεφαλή μέ σιδερένια ἁλυσίδα, τήν ὁποία συνέσφιγγαν συνεχῶς, ὅμως μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας, ὁ μάρτυς ἔθραυσε τήν ἁλυσίδα. Τόν κρέμασαν ἀνάποδα καί τοῦ ἔψηναν τήν κεφαλή ἐπάνω στήν φωτιά, ἀλλά ἐκεῖνος ὑπέμενε καί ἐπέμενε. Ἕνας Τοῦρκος ἀπό τήν Καστοριά βλέποντας τήν πίστη καί τό θάρρος τοῦ Ἁγίου ἐπίστευσε στόν Χριστό καί ἀμέσως θανατώθηκε ἀπό τούς δημίους τοῦ Ἀλῆ.
Τελικά ὁ Ἀλῆ Πασᾶς διέταξε νά κτίσουν τό σῶμα τοῦ μάρτυρος μέσα σέ τοῖχο! Ἄφησαν σκοπίμως ἔξω ἀπό τόν τοῖχο τό κεφάλι γιά νά τόν τρέφουν καί ἔτσι νά τοῦ δημιουργοῦν δυσφορία καί νά ἐπιτείνουν τόν πόνο. Ὁ μάρτυς ἐπέζησε 10 ἡμέρες προσευχόμενος καί βασανιζόμενος διά τοῦ ἐντοιχισμοῦ. Στίς 18 Αὐγούστου1808 παρέδωσε τό πνεῦμα καί ἀμέσως ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του διεδόθη μεταξύ τῶν Χριστιανῶν. Ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες μετά τό μαρτύριό του ἄρχισαν νά ἀναφέρονται θαύματα μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του. Ὅπως συνέβη στήν περίπτωση τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ἔτσι καί γιά τόν Νεομάρτυρα Δημήτριο ἡ συνείδηση τοῦ λαοῦ ἔκανε τήν πρώτη ἀνεπίσημη ἁγιοκατάταξη. Τό παράδειγμά του στερέωσε τήν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων καί τό αἶμα του πότισε τό δέντρο τῆς λευτεριᾶς, ἡ ὁποία ἦλθε μετά ἀπό λίγα χρόνια μέ τήν Ἐθνεγερσία τοῦ 1821.
Ὁ μεγάλος ποιητής Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης ἀφιέρωσε στόν Νεομάρτυρα Δημήτριο καί στόν Ἐθνομάρτυρα παπᾶ - Εὐθύμη Βλαχάβα ( ἐτεμαχίσθη τό σῶμα του μέ ἐντολή τοῦ Ἀλῆ) τό περίφημο ἐπικό ποίημα «Τά Μνημόσυνα». Τό 1984 ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐνέκρινε τήν Ἀσματική Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου, ἡ ὁποία συνετέθη ἀπό τόν μοναχό Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη κατόπιν αἰτήματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γρεβενῶν. Τό 2007 ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γρεβενῶν κ. Σέργιος συνέγραψε τό βιβλίο «Οἱ τρεῖς Ἅγιοι τῶν Γρεβενῶν». Ἐκεῖ κάθε φιλέρευνο πνεῦμα μπορεῖ νά μάθει περισσότερα γιά τόν Ἅγιο Δημήτριο τόν ἐκ Σαμαρίνης καθώς καί γιά τόν Ὅσιο Νικάνορα, τόν κτίτορα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ζάβορδας τόν θαυματουργό (+1519), καί γιά τόν Νεομάρτυρα Γεώργιο ἀπό τό Τσοῦρχλι (νῦν Ἅγιος Γεώργιος) Γρεβενῶν, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στά Ἰωάννινα τό 1838.
Θανών ὁ Δημήτριος ἔνδον τοῦ τοίχου῏Τεῖχος ἀπροσμάχητον πιστοῖς ἐδείχθη.
Μερικά επίσης στοιχεία
Το μαρτύριο τοῦ Ὁσιομάρτυρα Δημητρίου, ἀντέγραψε κατόπιν ὁ μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Να σημειώσουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ Δουκάκης και ὁ Ἅγιος Νικόδημος στους Συναξαριστές τους καθώς και ὁ Σ. Εὐστρατιάδης στο Ἁγιολόγιό του δεν ἀναφέρουν την μνήμη τοῦ νεομάρτυρα αὐτοῦ. Στην τοπική ἁγιολογία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γρεβενῶν, ἕνα Ἡμερολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (1963), σελ. 306, ἀναφέρει την μνήμη τοῦ Ἁγίου την 18η Αὐγούστου. Το Μέγα Εὐχολόγιο ὅμως, καθώς και ὁ Otto Meinardus, ἀναφέρουν τη μνήμη τοῦ την 17η Αὐγούστου). 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης. Σαμαρίνης τον γόνον εὐσεβῶν το κραταίωμα, τον νεοφανῆ Ἀθλοφόρον, τοῦ Σωτῆρος Δημήτριον, τιμήσωμεν συμφώνως οἱ πιστοί· ἀθλήσας γαρ στερρῶς ὑπέρ Χριστοῦ, Ἐκκλησίας ἀνεδείχθη νέος ἀστήρ, και τῶν βοώντων πρόμαχος· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τῷ σε θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐκλπηροῦντι δια σοῦ, ἡμῶν τα αἰτήματα. 
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον. 
Ἡ ἁγία μνήμη σου ἁγιασμόν χορηγοῦσα, τοῖς πιστοῖς ἐπέφανεν, Ὁσιομάρτυς Κυρίου· βίῳ γάρ, και λόγῳ θείῳ πιστούς στηρίξας, ἤθλησας, ὑπέρ τῆς δόξης Χριστοῦ ἀνδρείως, και θεόθεν ἐκοσμήθης, διπλῷ στεφάνῳ μάκαρ Δημήτριε. 
Μεγαλυνάριον. Χαίροις τῆς Ἠπείρου θεῖος βλαστός, χαίροις Θεσσαλίας, λαμπαδοῦχος ὁ φαεινός· χαίροις ὁ ἀθλήσας, στερρῶς ὑπέρ Κυρίου, Ὁσιομάρτυς χαῖρε, Χριστοῦ Δημήτριε.
2
1

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

ΑΛΗΘΕΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Η ΚΥΡΑ ΦΩΤΕΙΝΙΩ........


Η ΚΥΡΑ ΦΩΤΕΙΝΙΩ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ή κυρά Φωτεινή



 π. Αρσένιος Σιναΐτης 
 ...«Πριν δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια γνώρισα μία Ψυχή. Μία Αγία Ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ… 
Ή εγώ την λέω Φωτεινιώ. Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε με οικογένεια στο σπίτι της μητέρας μου, εκεί που φιλοξενούμουνα τότε γιατί δεν είχα σπίτι και είχανε τακτοποιήσει τότε το χώρο, -καλοσύνη της η μητέρα μου-, είχε κάνει ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα. Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ιδίαν.
Ήρθαν λοιπόν ένα απόγευμα αυτό το ζευγάρι, τέσσερα άτομα και έφεραν μαζί τους την κυρά Φωτεινιώ. Θα ταν εξηντατριό, εξήντα τεσσάρων χρονών. Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο. Και μου λέει: “Πάτερ μου, έμαθα οτι είστε από το Σινά. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω Εσάς γιατί φοβούμε οτι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: “Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».
Καθίσαμε λοιπόν στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται οτι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτί την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν. Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλλες, -τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.
Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.» Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν πεδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: “Θειά παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ Κύριε;» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».
Έτσι, η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε».
Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωι, πρωι-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα χαρτζιλίκι έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.
Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε ένα Μοναστήρι, μαζί με την κυρα-παππαδιά και με την Ενορία, στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει Μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν γιατί ήταν ανήλικη. Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός οτι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο, άρον άρον την παντρέψανε. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα οτι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.
Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι ότι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με Νουθεσία Κυρίου. Αυτός όμως όποτε γύριζε από το καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κανα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω»Ποτέ δεν παραπονέθηκε.
Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «’Ελα σε μας στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε. Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο... Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιγνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρα-Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε»
Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: “Πέρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα”. Και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεμένα τα φορούσες;» «Οχι» λέει, «τα άλοιφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»
Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ-Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν, εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους για να πάνε να γιορτάσουν τα Κούλουμα έξω στην ύπαιθρο, σηκώνεται μπουρινιασμένος ο κυρ-Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Και ετοίμασε την ψησταριά, γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε και να φάμε όλοι μαζί.» Και τόλμησε η κακομοίρα η κυρά-Φωτεινιώ να πει: «Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανοί όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για την Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;” “Ρε, εσύ θα με πεις, πανούκλα, Εβραίο, εσύ θα με πεις...» και εκεί που άρχισε να την φωνάζει και να την βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει...τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι υψηλό και πέφτει κατάχλωμος κάτω. Άρχισε να τρέμει, μαζευτήκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιός να φωνάζει στην μάνα του «Εσύ φταις ρε μάνα γιατί τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;”…Ήταν κατάσταση τραγική. Ήταν και τεράστιος ο κυρ-Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίστωσε ήταν ότι, δυστυχώς, είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλίας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει. Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: “Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την γιουχάρανε, την κοροιδεύανε, της κάναν τα ίδια, εκείνη υπέμενε λέγοντας πάντοτε: “Ευχαριστήσομεν  τω Κυρίω». Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ-Ανέστης. Λέω: “Πώς τα κατάφερνες κυρά Φωτεινιώ;” “Τι να κανα;” λέει «πάτερ μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν το μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε. Και δεν με άφησε πάρα μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε.» «Και το κανες αυτό συχνά κυρά Φωτεινιώ;» «Ε, Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανα δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει άγχος». Και δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.
Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Και αφού η κακομοίρα πήρε τον μικρό Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το Καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπα-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Και όντως πέρασε ο παπα-Βασίλης. Και άγιασε το σπίτι. Και ήθελε- δεν ήθελε ο κυρ-Ανέστης τον διάβασε μια Ευχή, μουγκρίζοντας ο κυρ-Ανέστης γιατί δεν αγαπούσε τους παπάδες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, πού να πάει να σηκωθεί αφού ήταν παράλυτος;  Τον διάβασε ο παπάς όμως και έφυγε.
Στο κατόπι όμως του παπα-Βασίλη, έρχεται ο Θεοφάνης. Ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρωμοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι, μούχλα, εσύ. Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιατά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιατά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το Καντήλι, πετάει τις Εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγαίνει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνεται στο σαλόνι από την κουζίνα γιατί είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίτες γιατί θα ρχόντουσαν την άλλη μέρα να την ευχηθούν και εκείνη και τον γιό της και να μην την δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από τα χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι. Η κακομοίρα από τον πόνο λιποθύμισε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτόνισσες να την συνεφέρουν, της βάλαν και μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της. Και είχε αρχίσει να μελανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στεναχωρήθηκα. Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; Πώς θα πάω μελανιασμένη; Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; Καλά ο άντρας σου. Αλλά τα παιδιά; Θα με κουτσομπολεύουν και θα στεναχωριούνται". "Τι έκανες, καλέ κυρά-Φωτεινιώ;» «Έβαλα όλη τη νύχτα κομπρέσα, παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από έκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω έτσι όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στη άκρη. Να μην πάω στην θέση που πήγαινα στην Εκκλησία.» «Και το κανες, κυρά-Φωτεινιώ"; Λέει:«Ναι. Σηκώθηκα πρωί πρωί». Σηκώθηκε η κακομοίρα, τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ-Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδι για την Εκκλησία. «Μα σαν μπήκα, λέει, παπά μου μες στην Εκκλησία, ένα Ουράνιο Φως είδα μες στην Εκκλησία. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια ήταν σβηστά» Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, κυρά-Φωτεινιώ»; "Λευκογάλαζο, παπά μου. Άστραφτε το Φως. Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. “Ευχαριστώ συ, Κύριε".
Πήγα λοιπόν στη ακριανή πόρτα που είναι στα αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία τόσο αυτό το Φως αύξαινε. Και όχι μόνο αύξαινε, παπά μου, αλλά έπεφτε και μια χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου; Είχε… Έβγαινε Αυτό το Φως από το Φωτοστέφανο του Χριστού μας, από το Πρόσωπό Του, τα χεράκια Του, το Άγιο Ευαγγέλιο… και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Στους άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε. Και την ρώτησα: «Ήρθε και σε σένα το Φως; Ήρθε στη γωνιά σου, στην γωνίτσα σου το Φως;» «A!Αμ, καλοήρθε παπά μου. Ήρθε.» «Πώς το αισθάνθηκες, κυρά-Φωτεινή;» Σαν ένα χέρι που με θώπευε. Με άγγιζε από το μέτωπο, με χάιδευε στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα. Και άνοιξε η καρδιά μου παπά μου και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου μετά.
Και όχι μόνον αυτό. Αλλά το Χέρι Αυτό μου επούλωσε τις πληγές, μού έκλεισε τις πληγές όλες. Τριανταπέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, τους βιασμούς, το ξύλο, την ταπείνωση… όλα μου τα επούλωσε ο Χριστός. Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μια απέραντη ευφορία. Αλλά και κάτι άλλο, παπά μου. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα τα γινούμενα στη Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη Είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα τη Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παραδεισο… Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίσουν να κινούνται και κατάλαβα οτι πάμε για να κοινωνήσουμε. Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; Το Χέρι μου είχε κάνει καλά και το καρούμπαλο! Δεν είχα ούτε καρούμπαλο! Είχε φύγει το καρούμπαλο. Και με μεγάλη χαρά ότι δεν θα εκτεθώ στην γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος Κοινωνάει; Ο παπά-Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπά-Γιάννης; και ξαφνικά, παπά μου… Ούτε ο παπα-Βασίλης ήτανε. Ούτε ο παπα-Γιάννης.
Ένας Δεσπότης... Μα τι Δεσπότης...Τι χρυσά Άμφια φορούσε! Τι διαμάντια και μπριλάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του! Άστραφτε ολόκληρος! Και φορούσε μια Κορώνα...Όχι σαν Αυτές των Δεσποτάδων. Μια Βασιλική Κορώνα. Που άστραφταν χιλιάδες τα μπριλάντια και τα διαμάντια. Και πάνω στην Κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο Παραστάτες Αγγέλους που κρατούσαν το Μάκτρο. Με έπιασε τρόμος. Τα Χέρια Του, το Πρόσωπό Του, έφεγγαν σαν τον Ήλιο. Και κρατούσε μια χρυσή λαβίδα. Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. Και η δόλια, λέω, η κακομοίρα, τι θα κάνω; Πώς θα Κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια Τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις Φωνές στον κόσμο; «Και τι έκανες, βρε κυρά-Φωτεινιώ; Δεν Κοινώνησες;» «Όχι, λέει. Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα “Περάστε. Περάστε και εσείς.” Ε. Περάσανε καμια εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά...Μετά δεν είχε άλλο ‘περάστε’. Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά". "Τι έκανες, κυρά-Φωτεινιώ"; "Τι έκανα λέει; Πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το Πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια Του παπά μου χρυσά ήτανε. Και οι ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΙΠΛΑ Του σαν να μην πατούσαν στη γη. Και είπα: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΥ. Άντε, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ. Ας Είσαι ΕΣΥ και ας καώ. ΕΣΥ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα Κοινωνήσω. Έκλεισα τα μάτια μου, έβαλα το Μάκτρο (κόκκινο ύφασμα που κρατάμε κάτω από το στόμα μας κατά την Θεία Μετάληψη)  κάτω από το στόμα μου και άνοιξα το στόμα μου". «Κοινώνησες, κυρά-Φωτεινιώ"; «Κοινώνησα παπά μου». "Κάηκες κυρά Φωτεινιώ"; "Όχι, παπά μου. Δροσίστηκε η Ψυχή μου. Άνοιξε η Καρδιά μου. Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου: “Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Σε Ευχαριστώ, Συ Κύριε. Και άρχισα φαίνετε να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπα-Βασίλη να μου λέει: “Κυρά-Φωτεινιώ, είσαι καλά"; Και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπά-Βασίλη που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και σκέπαζε με το Μάκτρο.
Και λέω: "Παναγία μου, θα ρεζιλευτώ”….και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα: "Όλα αυτά που είδα, παπά μου, ήταν αληθινά; Λες να 'ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελή"; Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρούχα μου, για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι. Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω; Η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις Εικόνες. Στη θέση Τους οι Εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. Και μου λέι η κόρη μου: "Χρόνια πολλά, μάνα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάσουμε, μιας και σου αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια, μας έφερες αντίδωρο"; κι εγώ έμεινα... και σκεφτόμουν: “τριανταεφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι δεν μου ζητήσανε ποτέ Αντίδωρο”. Και απαντούσα στην κόρη μου: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"! Κι έρχεται και ο γιός μου από το κατόπι μου στο πλάι και σκύβει ταπεινά και μου φυλάει το χέρι και μου λέει: “Συχώρα με μάνα. Συχώρα με.” Και εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω". Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι και τον βλέπω καθήμενο στο κρεβάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα είχε μια ιλαρότητα το πρόσωπό του και μια γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου, νομίζοντας θέλει να καθίσει και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε. Μέσα και έξω, παπά μου μου το φιλούσε κλαίγοντας και μου λεγε με το μισό του στόμα: "Συχώρα με, Φωτεινιώ. Συχώρα με να χαρείς". Και έρχεται πίσω το παιδί… Και εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω” και έρχεται το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει: "Συχώρα με, μάνα. Δεν θα το ξανακάνω. Την Ευχή σου να χω, μάνα”. Κι εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"!
Κι εδώ σταμάτησε η διήγηση της κυρά-Φωτεινιώς. Για είκοσι λεφτά πλάνταξε στο κλάμα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μια παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο: "Πάτερ μου, είμαι κουζουλή; Τρελάθηκα; Λες να με κλείσουν στο Δρομοκαίτειο; Λες να είμαι για δέσιμο και είδα τόσες φαντασίες; Λες να είμαι τρελή; Τι θα πεις, Πάτερ; Τι γνώμη έχεις; Είμαι κουζουλή; Κουζουλάθηκα"; Κι εγώ απάντησα:"Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή σου, κυρά-Φωτεινιώ, τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"!
  Η κυρά-Φωτεινιώ δεν ήταν ο Άγιος Χρυσόστομος, ούτε ο Άγιος Νείλος, ούτε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ούτε ο Μέγας Παϊσιος. Ήταν μια Ψυχή σαν κι εσάς, σαν κι εμάς. Απλώς έμαθε καλά στην καρδιά της να λέει: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και ο Θεός την πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Θα σας πω και την έκβαση γιατί ξέρω πως θα χαρείτε. Σήμερα, χήρα πια η κυρά-Φωτεινιώ, είναι Μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο. Και έχω την χαρά μια φορά τον χρόνο να πάω κι εγώ να της φιλάω το χέρι. Και εκείνη κάθεται εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με την χρυσή Λαβίδα το Τίμιο Φρικτό Σώμα και Αίμα Του.
Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει την Καρδιά μας με την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει από τα κατάβαθα, τα τρίσβαθα της καρδιάς μας, αναβαθμίζοντας την δική μας παιδική Προσευχή σε ευχαριστιριακή, να λέμε κι εμείς, δίνοντας το μπόλι της καρδίας και του σώματος: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω, πάντων ένεκεν».

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΑΝΟΡΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΑΝΩΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΤΟΥ & ΚΤΙΤΟΡΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΖΑΒΟΡΔΑΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ.
 
Ο Όσιος Νικάνωρ γεννήθηκε το 1491 στη Θεσσαλονίκη από πλούσιους γονείς, τον Ιωάννη και τη Μαρία, οι οποίοι δυσκολεύτηκαν να αποκτήσουν παιδιά. Η πίστη τους όμως, η οποία συνοδεύονταν από δεήσεις και αγαθοεργίες, τους έκανε να ευτυχήσουν και να αποκτήσουν μετά από χρόνια το Νικόλαο, όπως ήταν το κοσμικό όνομα του Οσίου. Οι γονείς του από την αρχή προσπάθησαν να τον αναθρέψουν σύμφωνα με τα διδάγματα του Ευαγγελίου. Αλλ’ ενώ ο Νικόλαος ήταν 20 χρονών, πεθαίνει ο πατέρας του και μετά από λίγα χρόνια και η μητέρα του.
Όταν πέθαναν οι γονείς του, ο Όσιος Νικάνωρ βρέθηκε να είναι κληρονόμος μεγάλης περιουσίας, όμως ήδη η εκκλησία τον είχε κερδίσει. Μία νύχτα, ενώ προσεύχονταν ουράνια φωνή του παρήγγειλε «να πορευθεί εις το του Καλλιστράτου όρος, για να αγωνιστεί εκεί καλώς».
Αφού μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, ξεκίνησε για τον προορισμό του μαζί τον Όσιο Διονύσιο, τον εν τω Ολύμπω. Στη διαδρομή οι δρόμοι τους χώρισαν και ο Όσιος Νικάνωρ έφθασε μόνος του στο Καλλίστρατον όρος – γνωστό ως όρος Βέρμιον (Γρεβενά) – όπου με πολύ κόπο έκτισε το ασκηταριό του στη Μονή που προϋπήρχε, το οποίο και σώζετε μέχρι και σήμερα, στους δύσβατους βράχους, στις όχθες του Αλιάκμονα ποταμού. Παρ’ όλα αυτά συχνά κατέβαινε και εμψύχωνε το λαό των γύρω πόλεων και χωριών, να μένουν σταθεροί στην πίστη τους ακόμα και με θυσία της ζωής τους.
Κάποια νύχτα την ώρα που προσεύχονταν άκουσε και πάλιουράνια φωνή, που τον καλούσε να πάει στην κορυφή του όρους και να βρει την εικόνα του Σωτήρος, η οποία ήταν κρυμμένη εκεί από την εποχή των εικονομάχων και να κτίσει στο σημείο αυτό μοναστήρι. Πράγματι, την επόμενη ημέρα τα λεγόμενα της φωνής επαληθεύτηκαν και ο Νικάνωρ στο σημείο εκείνο έκτισε εκκλησία και μοναστήρι στο όνομα της Μεταμόρφωσης του Κυρίου.
Η προσφορά του μοναστηριού ήταν ανεκτίμητη σε όλους τους Εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες, λόγω της στρατηγικής θέσεως, αλλά και της οικονομικής ακμής που απέκτησε, τόσο όταν ζούσε ο Όσιος Νικάνωρ όσο και όταν εκοιμήθη στις 7 Αυγούστου του 1549, σε ηλικία 58 ετών. Το σεβάσμιο λείψανό του, τάφηκε στο παρεκκλήσι του τιμίου Προδρόμου.
  Το μοναστήρι της Ζάβορδας φημιζόταν για τη φιλοξενία του και πολλά μονοπάτια, από Γρεβενά, Σιάτιστα, Κοζάνη, Σέρβια, Δεσκάτη και άλλες πόλεις και χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, οδηγούσαν στο μοναστήρι της Ζάβορδας. Η παράδοση αυτή ήταν ιερή από την εποχή που ζούσε ο Όσιος Νικάνορας και διατηρήθηκε όλα τα χρόνια λειτουργίας του, οπότε οι φιλοξενούμενοι και οι περαστικοί έβρισκαν πάντα ένα πιάτο φαγητό και ένα ποτήρι κρασί, από τα μεγάλα αμπάρια που υπήρχαν σ’ αυτό.
Ανεκτίμητη ήταν όμως και η προσφορά του Οσίου, τόσο όταν ήταν εν ζωή όσο και μετά που εκοιμήθη, καθώς η πίστη σ’ αυτόν και την εκκλησία οδήγησαν σε μία σειρά θαυμάτων μέχρι και σήμερα, τα οποία έχουν σχέση με τις επιδημίες και τις αρρώστιες. 
Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκης εἴληφας, ἄφθαρτον στέφος, πάτερ ὅσιε, παρὰ τοῦ Κτίστου, τῶν σῶν ἀγώνων ἀντάξιον ἔπαθλον· τὴν γὰρ πατρίδα λιπὼν τὴν ἐπίγειον, τῆς οὐρανίου οἰκήτωρ γεγένησαι· ὅθεν πάντες σὲ πίστει καὶ πόθῳ γεραίρομεν· χαίροις Νικάνορ, Ὁσίων ὁμόσκηνε.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ & ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ ΔΟΜΕΤΙΟΥ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΦΙΛΟΘΕΪΤΗ
& ΑΓΑΘΩΝΟΣ ΤΟΥ ΚΤΗΤΟΡΟΣ.

ΑΛΗΘΕΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ - ΜΑΡΙΟΣ Ο ΛΑΒΩΜΕΝΟΣ ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ!!!!!

+ Ο Μάριος...Ένα 17χρονο χαρισματικό παιδί...(1987-2003)

Φωτογραφία της Valeria Raikou.
Ο Μάριος Νάσιος γεννήθηκε της Υπαπαντής, (2 Φεβρουαρίου 1987, ημέρα Κυριακή). Σε ηλικία 5 ετών άρχισε να παρουσιάζει δυσκολία κατά την βάδιση, αστάθεια, κουραζόταν εύκολα, και είχε δυσκολία για να ανέβει σκάλες ή να σηκωθεί από κάτω. Σε ηλικία 7 ετών ετέθη η διάγνωση: Μυϊκή δυστροφία τύπου Duchenne. Είναι μια σπάνια αρρώστια κληρονομική, που εμφανίζεται στα αγόρια, έχει εξελικτική πορεία και οι ασθενείς στο τέλος ακινητοποιούνται και, λόγω αδυναμίας των μυών της αναπνοής, παθαίνουν αναπνευστική ανεπάρκεια.
Ο Μάριος πέρασε από αυτά τα στάδια, όμως ήταν ένα παιδί χαρισματικό. Αριστούχος μαθητής μέχρι το Λύκειο που πρόλαβε να πάει (17 χρόνων κοιμήθηκε).
Από την ηλικία των 8 ετών ήταν σε αναπηρικό καροτσάκι. Με αυτό έκανε παρέλαση, ως σημαιοφόρος, κρατώντας τη σημαία, με καμάρι. Είχε πηγαίο χαμόγελο, σοφία κατά Θεόν, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης και ήταν όλο μ΄ ένα ευχαριστώ προς τον καθένα: στη μητέρα του που τον φρόντιζε, στους συμμαθητές, στους δασκάλους, στον πνευματικό του πατέρα Γερβάσιο.
Έλεγε: «Είμαι πολύ καλά. Δεν μου λείπει τίποτα. Αισθάνομαι πλήρης. Είμαι μια χαρά έτσι. Νιώθω να αγαπάω όλο τον κόσμο. Για να μή με κάνει καλά ο Θεός, κάτι ξέρει, ίσως έτσι είναι καλύτερα. Ευχαριστώ το Θεό, που μου έδωσε μυαλό και μπορώ να επικοινωνώ με τους ανθρώπους. Πού μπορώ να διαβάζω. Πού μπορώ να καταλάβω τα πάντα. Εάν δεν είχα μυαλό, τί να έκανα τα χέρια; Ο παράλυτος, που έχει το μυαλό του και κάνει υπομονή, είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος του κόσμου… Μαμά ο Θεός μας αγαπάει. Είναι για το καλό της ψυχής μας, και αν δεν μας δίνει την υγεία μας, μας λύνει, όμως, άλλα προβλήματα».
Λόγω προσβολής και του καρδιακού μυός άρχισε να παρουσιάζει και ταχυσφυγμία. Με 128 σφυγμούς κάθε μέρα ξεκινούσε για το σχολείο. Μέσα στις δυσκολίες έλεγε: «Άλλα παιδιά, άρρωστα σαν έμενα, αναγκάζονται να σταματήσουν το σχολείο, γιατί δεν υπάρχουν προσβάσεις. Πόσα δώρα έχω εγώ!».
Οι συμμαθητές του, οι δάσκαλοι, πάντα θυμούνται το πρόσωπό του, που έλαμπε από χαρά. Βοηθούσε με τις συμβουλές και την γνώμη του πολλούς φίλους του, δίνοντας μαθήματα αξιοπρέπειας και σεμνότητος. Είχε απόθεμα ψυχής, θάρρους, δύναμης. Δεν έδειχνε να ενοχλείται από την αναπηρία του. Ήταν αυθόρμητος, με πηγαίο χιούμορ και έκανε τους άλλους να γελάνε, να χαίρονται. Είχε διάκριση και αγάπη και έλεγε στη μητέρα του: «Συγνώμη μαμά που σε κουράζω. Συγνώμη μανούλα που σε ταλαιπωρώ. Τα πόδια σου είναι και δικά μου πόδια. Είμαστε δύο άνθρωποι και έχουμε μόνο δύο πόδια. Τα δικά σου. Και αυτά χειρουργημένα. Τα μεσημέρια εγώ θα διαβάζω τα μαθήματα μου. Εσύ να πηγαίνεις να ξεκουράζεσαι. Και όπως εσύ με προσέχεις το βράδυ, εγώ θα σε προσέχω το μεσημέρι!».
Κάθε Κυριακή κοινωνούσε, με λαχτάρα και πόθο. Ήταν ετοιμόλογος. Κάποτε τον ρώτησαν, σε ποιά ομάδα ανήκεις; Και είπε «Στου Παραδείσου» και συνέχισε:
 «Ποια ομάδα μπορεί να συγκριθεί με την ομάδα του Παραδείσου;»
Ο πόνος εξευγενίζει τον άνθρωπο...

Όταν το 1995, που πέρασε ο Μάριος από Υγειονομική Επιτροπή και τότε η Ασφάλεια του δεν έδινε επίδομα σ΄ αυτούς που υπέφεραν από μυασθένεια, η μητέρα του στεναχωρήθηκε και ο μικρός Μάριος της είπε:
- Μαμά, δεν αξίζει να στεναχωριέσαι γι’ αυτή τη ζωή. Εμείς για την άλλη ζωή πρέπει να στεναχωριόμαστε. Δεν θέλω να στεναχωριέσαι και να κλαις. Όπως ο Θεούλης τρέφει τα πουλάκια, έτσι και εμάς θα μας θρέψει. Έτσι και εμάς θα μας φροντίσει. Ναι, στ΄ αλήθεια!
Άλλοτε που η μητέρα του κ. Μαρία τον ρώτησε, εάν επιθυμούσε να καλέσουν μία ομάδα μορφωμένων ανθρώπων, που κάνουν συντροφιά σε παιδιά, όπως αυτόν, για να τα χαροποιήσουν, εκείνος απάντησε:
- Όχι, μαμά. Δεν έχω ανάγκη από τέτοια παρέα εγώ. Έχω εσένα. Έχω τα βιβλία μου… Με βγάζεις έξω και βλέπω τα χωράφια. Την εκκλησία της Μεταμόρφωσης. Τα λουλούδια που φύτεψες στην αυλή μας. Βλέπω τους συμμαθητές μου που πηγαίνουν στο φροντιστήριο. Πού παίζουν. Τί άλλο να θέλω; Δεν έχω ανάγκη από παρέα. Είμαι πάρα, μα πάρα πολύ καλά έτσι. Θέλω να το καταλάβεις αυτό καλά. Είμαι πάρα πολύ καλά. Δεν μου λείπει τίποτε.
Κάποια μέρα, μία κοινωνική Λειτουργός, εκτιμώντας την ψυχική δύναμη του Μάριου, πρότεινε να οργανώσουν μία συνάντηση παιδιών με παρόμοια προβλήματα, στην οποία θα εξηγούσε με ποιόν τρόπο ξεπερνάει ο ίδιος το πρόβλημά του και είναι πάντα χαρούμενος.
- Όχι, απάντησε ο Μάριος. Αν δεν πιστεύσουν στο Θεό, όσες ώρες και αν τους μιλάω με αποδείξεις, δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν την αρρώστια τους και τα άλλα προβλήματά τους.
Ο διδακτός Θεού Μάριος έλεγε:
* «Εγώ δεν είμαι τίποτα. Και άλλωστε οι άνθρωποι δεν πρέπει να χαίρονται πολύ, αλλά και ούτε να θλίβονται πολύ. Να έχουμε σεμνότητα…

* «Με το Θεούλη θα τα βάλουμε; Αφού θέλει ο Θεός να βρέξει, ας βρέξει. Ζάχαρη άλλωστε είμαστε;»
* «Μανούλα, μας αγαπάει ο Θεός. Νοιάζεται για μας. Μας δίνει βέβαια δυσκολίες, αλλά και μας βοηθά. Και δύναμη μας δίνει να τα ξεπεράσουμε. Δεν βλέπεις πόσο ενδιαφέρεται για μας; Φροντίζει για τα πουλάκια και δεν θα Τον νοιάζει για μας; Να! Άνθρωποι πολλοί, άγνωστοι πριν σε μας, τώρα μας περιβάλλουν με αγάπη».
* «Ο ήλιος της αγάπης, εάν φώτιζε τον κόσμο, θα ήταν πάρα πολύ ωραίος και καλύτερος. Γιατί ο ήλιος της αγάπης είναι ο ίδιος ο Χριστός». (Αυτή η πρόταση γράφτηκε σε έκθεση του Μάριου όταν ήταν μαθητής της Δ΄ Δημοτικού).
* «Τί κρίμα. Δεν πρέπει να ζητούν εκδίκηση οι συγγενείς. Αντίθετα, να προσεύχονται για την ανάπαυση της ψυχής του δικού τους ανθρώπου, αλλά και για την ψυχή του φονιά. Ο Θεός είναι ο μόνος Κριτής».
* Δεν μπορώ να καταλάβω, πως δεν πηγαίνουν στην Εκκλησία…
Σκέψεις για την προσευχή

Η προσευχή είναι το μοναδικό μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων με το Θεό.
Το να προσευχόμαστε (χωρίς απόσπαση) μας βοηθάει να αφήνουμε τις γήϊνες διαστάσεις και να ανεβαίνουμε ψηλά στον ουρανό, όπου υπάρχει η επουράνια βασιλεία του Θεού. Μας ενισχύει ψυχικά, για το δύσκολο αγώνα στο δρόμο της βασιλείας του Θεού και για τα γήινα προβλήματα, που απασχολούν εμάς και την οικογένεια μας.
Ο Θεός εισακούει όλες τις προσευχές που κάνουμε, αν και δεν ανταποκρίνεται πάντα σε αυτό που του ζητάμε.
Δεν πρέπει να τον παρεξηγούμε, γιατί έχει και Αυτός το σχέδιο του για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ξέρει πως, πού και πότε θα ανταποκριθεί στις παρακλήσεις μας, έτσι ώστε να μας βγουν σε καλό. Αν ανταποκρινόταν αμέσως, ίσως να μας έβγαιναν σε κακό και γι΄ αυτό δεν ανταποκρίνεται.
Η προσευχή πρέπει να βγαίνει μέσα από την καρδιά μας και όχι μόνο από το μυαλό μας. Να γίνεται με θέρμη και με συγκίνηση και όχι με ψυχρότητα, όπως κάνουμε συνήθως.
Ακόμη, η προσευχή πρέπει να γίνεται σε ήσυχο χώρο και όχι σε χώρο φασαρίας, γιατί ο θόρυβος σε αποσπάει συνέχεια και δεν μπορείς να προσευχηθείς ήρεμα.
Καλό θα ήταν όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο να προσεύχονται σήμερα που ο κόσμος μας έχει χάσει κάθε επαφή με το Θεό, κι όχι μόνο να ζητούμε, αλλά και να τον ευχαριστούμε και να τον δοξολογούμε...
Ομολογώ πως συγκλονίζομαι με το θεοφώτιστο πνεύμα και τη δύναμη αυτού του επίγειου αγγέλου...
Στις 5 Αύγουστου 2003 έπαθε πνευμονικό οίδημα. Νοσηλεύτηκε στην εντατική του Νοσοκομείου, όπου η συμπεριφορά του, παρ΄ όλη την κρισιμότητα της καρδίας του με 145 σφυγμούς, προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Τους ευχαριστούσε συνεχώς όλους, δίχως να παραπονεθεί για κάτι. Μάλιστα, θεώρησε το σοβαρό αυτό επεισόδιο της υγείας του, ευκαιρία γνωριμίας και άλλων ανθρώπων.

Τρεις μήνες αργότερα, έκανε το πρώτο επεισόδιο καρδιακής ανακοπής. 
Στις 25 Νοεμβρίου 2003 κοιμήθηκε.

Την ήμερα της κηδείας, ενώ είχαν προγραμματίσει να γίνει η εκφορά με το ειδικό αυτοκίνητο, η νεκροφόρα ξαφνικά, σταμάτησε. Αδύνατο να προχωρήσει, παρ΄ όλο που καμιά βλάβη δεν εντοπίστηκε. Ανεξήγητο! Ήθελαν οι συμμαθητές του να μεταφέρουν με τα δικά τους χέρια τον Μάριο, και τελικά εισακούστηκαν. Θεωρήθηκε το περιστατικό σημαδιακό. Και έγινε η συγκινητική εκφορά του Μάριου με τα χέρια των συμμαθητών του.
Στο κοιμητήριο κατά την νεκρώσιμη ακολουθία, έψαλαν το Χριστός Ανέστη!
Οι τελειόφοιτοι μαθητές του Λυκείου, στο ενθύμιο αποφοίτησης εκείνης της χρονιάς, έβαλαν πάνω – πάνω, ξεχωριστό, υπερτονισμένο, το όνομα ΜΑΡΙΟΣ.
«Μεγάλη τιμή και χαρά που σε γνωρίσαμε εδώ σ’ αυτή τη γη Μάριε. Μεγαλύτερη τιμή και ευτυχία να συναντηθούμε και στην άλλη ζωή, την αιώνια»...
Από το βιβλίο «ΜΑΡΙΟΣ, ο λαβωμένος σημαιοφόρος της χαράς»