ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Άγιος Νεομάρτυς Λουκάς (1802)

Ο άγιος καταγόταν από την Ανδριανούπολη. Έξι χρονών έμεινε ορφανός από πατέρα. Η μητέρα του, λόγω της μεγάλης φτώχειας, τον έδωσε σ' ένα γνωστό της έμπορο, για να εργάζεται κοντά του και σιγά σιγά να μπορέσει, μεγαλώνοντας, να ζήσει μόνος του. Ο έμπορος αυτός πήρε μαζί του τον μικρό Λουκά αρχικά στη Ρωσία και ύστερα στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε και κατάστημα.
Μια μέρα βγήκε έξω ο Λουκάς και έτυχε να μαλώσει μ' ένα τουρκόπουλο και το έδειρε. Οι Τούρκοι που ήσαν παρόντες, μόλις είδαν το περιστατικό ώρμησαν σα θηρία ανήμερα και άρπαξαν τον Λουκά και ήσαν έτοιμοι να τον ξεσκίσουν από την οργή τους. Ο Λουκάς, παιδί δεκατριών ετών, φοβήθηκε πολύ και φώναξε: Αφήστε με και τουρκεύω. Αμέσως ηρέμησαν. Την ίδια στιγμή ένας ονομαστός Τούρκος τον πήρε και με μεγάλη χαρά τον πήγε στο σπίτι του. Εκεί τον πρόσταξε να αρνηθεί τον Χριστό και να αποδεχθεί τη δική του αντίχριστη θρησκεία.
Όταν ησύχασε το παιδί, συνειδητοποίησε το μεγάλο κακό που έπαθε και αμέσως μετανόησε. Έτσι ενώ ο αγάς του έδειχνε εύνοια και του έταζε διάφορα, ο άγιος, αν και μικρό παιδί, δεν εξαπατήθηκε αλλά ένιωσε περιφρόνηση για όλα αυτά. Δεν μπορούσε όμως να φύγει από εκείνο το σπίτι.
Κατάφερε να στείλει μήνυμα στο αφεντικό του μήπως και μπορέσει να τον γλυτώσει, πριν του κάνουν την περιτομή. Το αφεντικό του πρόθυμα έτρεξε στον πρέσβη της Ρωσίας και θερμά τον παρεκάλεσε να λυτρώσει την ψυχή που κινδύνευε. Εκείνος έστειλε αμέσως άνθρωπο δικό του να ζητήσει το παιδί. Ο αγάς του απάντησε όμως πως δεν μπορούσε να το δώσει διότι μόνο του πήγε, δεν το πίεσε καθόλου για να γίνει τούρκος. Έτσι ο απεσταλμένος έφυγε χωρίς αποτέλεσμα.
Ο αγάς τότε επειδή φοβήθηκε μήπως ξαναζητήσουν το παιδί, το έδεσε και του έκανε περιτομή δια της βίας.
Λίγες μέρες μετά ο Λουκάς κατάφερε να φύγει από το σπίτι του αγά και πέρασε στον Γαλατά. Εκεί οι Χριστιανοί του έδωσαν χριστιανικά ρούχα και τον έβαλαν σε ένα καράβι για τη Σμύρνη. Από τη Σμύρνη πήγε στη Θήρα. Εκεί συνέβη να αρρωστήσει και πόνεσαν τα μάτια του. Αυτό τον ανάγκασε να πάει σε ένα πνευματικό και να φανερώσει όσα είχαν γίνει. Ο πνευματικός τον παρηγόρησε πρώτα, κατόπιν τον συμβούλευσε ότι συμφέρον είναι να φύγει από τους τόπους που είναι Τούρκοι και να πάει στο Άγιο Όρος, να επιμεληθεί τη σωτηρία του. Τον άκουσε και έφυγε για το Άγιο Όρος.
Αρχικά επισκέφτηκε την Ι. Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου υπηρέτησε μερικό καιρό στο αρχονταρίκι. Κατόπιν πήγε στη Μονή Ιβήρων, όπου εξομολογήθηκε στον ηγούμενο την κατάστασή του και εκείνος τον έστειλε στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, όπου και έκανε τον κανόνα της διόρθωσης, υπακούοντας στον πνευματικό, και επανεντάχθηκε στην Εκκλησία κατά την τάξη της. Ακολούθως στη Μονή Σταυρονικήτα έλαβε ρασοευχή. Επισκέφθηκε πολλές μονές στο Άγιο Όρος αλλά ο εχθρός της σωτηρίας των ανθρώπων δεν του επέτρεπε να αναπαυθεί κάπου και αναγκαζόταν να φεύγει. Βγήκε από το Άγιο Όρος για ένα διάστημα αλλά και έξω ο πειρασμός δεν τον άφηνε να ηρεμήσει πουθενά και επανήλθε. Τελικά στη Σκήτη της Αγίας Άννης τον δέχτηκε με πολλή αγάπη ένας παπα Βησσαρίωνας, στον οποίο αποκάλυψε την πτώση του αλλά και τον αγώνα του και την επιθυμία του για ομολογία. Ο γέροντας αρχικά προσπάθησε να τον αποτρέψει, παρουσιάζοντάς του τα βασανιστήρια και τον θάνατο ενώ παράλληλα του υπέδειξε τη σωτηρία μέσα από το δρόμο της μοναχικής ζωής. Επειδή όμως ο άγιος επέμενε, τον έστειλε σ' ένα πνευματικό της Σκήτης, τον πατέρα Ανανία, στον οποίο εξέθεσε τον πόθο του για μαρτύριο. Ο πνευματικός αρχικά τον επήνεσε για τη διάθεσή του για ομολογία, παράλληλα όμως του έδειξε και τις δυσκολίες. Ο άγιος επέμενε πως με τη χάρη του Χριστού θα κατορθώσει να τα υπομείνει. Τότε ο πνευματικός του είπε πως πρέπει να προετοιμασθεί πνευματικά και να δοκιμαστεί για ένα χρονικό διάστημα με έντονο πνευματικό αγώνα με τη συμφωνία και τη συμπαράσταση του γέροντα Βησσαρίωνα.
Αφού προετοιμάστηκε με αυστηρή νηστεία, λίγο ψωμί και νερό, μια φορά την ημέρα, μετάνοιες, αδιάλειπτη προσευχή και άλλες δοκιμασίες, εκάρη μοναχός και ξεκίνησαν μαζί με τον γέροντα Βησσαρίωνα, με την ευχή του πνευματικού.
Ύστερα από πολλούς σταθμούς κατέληξαν στη Μυτιλήνη στο χωριό Πάμφιλα. Εκεί ο άγιος προετοιμάστηκε, με συνεχή εξαγόρευση των λογισμών στο γέροντά του, με το μυστήριο του Ευχελαίου και της Θείας Ευχαριστίας, με τη συμπαράσταση του εφημερίου του χωριού Παρθενίου, με τις παρακλήσεις που τελούσαν και τη συνεχή και έντονη προσευχή όλων.
Έπειτα, αφού ο παπα Παρθένιος του φόρεσε κατάσαρκα το καλογερικό παραμάντι, μετά αγιοταφίτικο σάβανο και από πάνω κοσμικά ρούχα, τον σταύρωσε με λάδι από τον Πανάγιο Τάφο και του έδεσε μέσα στα μαλλιά ένα κομματάκι από το ματωμένο πουκάμισο του νεομάρτυρος της Μυτιλήνης Θεοδώρου, ο άγιος ξεκίνησε για την πόλη και εμφανίστηκε στον δικαστή.
Εγώ, του λέει, όταν ήμουν μικρό παιδί, δεκατριών ετών, ξεγελάστηκα από εσάς και ήρθα στη θρησκεία σας, μη μπορώντας να ξεχωρίσω την αλήθεια από το ψέμα. Έμεινα στη θρησκεία σας λίγο καιρό αλλά, όταν ενηλικιώθηκα, κατάλαβα ότι η θρησκεία σας είναι ψεύτικη και αυτός που τον λέτε για προφήτη είναι απατεώνας και παραμυθάς και σας εξαπάτησε όλους σας και τον πιστέψατε. Αφού λοιπόν έμαθα πως η θρησκεία σας είναι σκοτάδι, την αρνούμαι μπροστά σας και ομολογώ τη χριστιανική πίστη μου, που είναι το αληθινό φως. Πιστεύω και προσκυνώ τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, Θεό αληθινό.
Ο δικαστής τον ρώτησε διάφορα και αρχικά με ηρεμία του είπε, σε λυπούμαι, παιδί μου, διότι, αν δεν με ακούσεις, έχεις να υποστείς πολλά βασανιστήρια, που δεν τ' άκουσες ποτέ.
Ο άγιος του απάντησε με πολύ θάρρος, τα σκέφτηκα όλα αυτά τα βάσανα, ό,τι έχετε να μου κάνετε, κάντε το μια ώρα αρχύτερα, μην αργοπορείτε. Χριστιανός είμαι, την πίστη μου δεν την αρνούμαι, τον Χριστό μου προσκυνώ, τον Χριστό μου ποθώ, Χριστιανός θέλω να πεθάνω.
Άρχισαν τότε οι παρόντες Τούρκοι να του τάζουν διάφορα οφέλη από τη μια και από την άλλη να τον φοβερίζουν. Ο δικαστής τον έστειλε στο ναζίρη, τον έφορο των βακουφίων. Στο δρόμο συνάντησαν τον μητροπολίτη τυχαία και ο άγιος του ζήτησε να κάνει δέηση. Πράγματι ο μητροπολίτης έστειλε γράμματα σε όλα τα χωριά να κάνουν παρακλήσεις για χάρη του μάρτυρος. Έτσι σ' όλο το νησί γινόταν προσευχή για την ενίσχυση του αγίου μάρτυρος.
Ο ναζίρης άρχισε τις κολακείες και τα ταξίματα, μάταια όμως. Στο μεταξύ μαζεύτηκαν οι αγάδες του νησιού για να διαβαστεί ένα φιρμάνι του σουλτάνου. Έφεραν και τον μάρτυρα να τον εξετάσουν και τότε ο άγιος όχι μόνο δεν δέχτηκε τις προτάσεις για εξώμοση αλλά, με την θεία φώτιση, έκανε μια θαυμαστή ομολογία πίστεως.
Τον έκλεισαν στη φυλακή, στο τιμωρητικό ξύλο. Ο μητροπολίτης και οι δημογέροντες προσπάθησαν να στείλουν άνθρωπο στη φυλακή να του συμπαρίσταται και να του φέρνει τη Θεία Κοινωνία.
Την Κυριακή 23 Μαρτίου τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον οδήγησαν στο ναζίρη, ο οποίος του έκανε την τελευταία πρόταση για επιστροφή στο ισλάμ. Μετά την αρνητική του απάντηση ο άγιος οδηγήθηκε για απαγχονισμό στην αγορά των Ρωμιών, χαίρων και προσευχόμενος σα να πήγαινε σε γάμο. Ήταν δεκαεννέα ετών.
Το τίμιο λείψανό του έμεινε κρεμασμένο τρεις μέρες, φαινόταν δε σα να κοιμάται. Το θαυμαστότερο είναι πως ανέδιδε μια άρρητη ευωδία, την οποία αισθάνονταν όλοι όσοι περνούσαν από εκεί, αν και δεν μπορούσαν να σταθούν για πολύ, διότι απαγορευόταν με ποινή θανάτου.
Μετά τις τρεις ημέρες κατέβασαν το άγιο λείψανο, το έβαλαν σε μια βάρκα και αφού του έδεσαν μια πέτρα το έριξαν στη θάλασσα. Το μαρτυρικό σώμα όμως δεν βυθίστηκε, μόνο έσερνε τη βάρκα σαν πτερό. Ακολούθησε φοβερή θαλασσοταραχή με αποτέλεσμα το καΐκι να συντριβεί στους βράχους και μόλις γλύτωσαν οι άνθρωποι.
Οι Χριστιανοί και ιδιαιτέρως ο γέροντάς του στεναχωρήθηκαν πολύ διότι δεν μπόρεσαν να ενταφιάσουν τον άγιο. Τη νύχτα όμως παρουσιάστηκε ο άγιος στον ύπνο του παπα Βησσαρίωνα και του είπε, μη λυπάσαι, πάτερ, έξω από τη θάλασσα είμαι. Πράγματι η θάλασσα το είχε βγάλει έξω και κάποιοι Χριστιανοί το ενταφίασαν κρυφά.
Μεγάλα θαύματα και θεραπείες ακολούθησαν, με την πρεσβεία του αγίου νεομάρτυρος Λουκά.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
02.jpg
Ορθοδοξίας ο φωστήρ,
Εκκλησίας το στήριγμα και διδάσκαλε,
των μοναστών η καλλονή,
ων θεολόγων υπέρμαχος απροσμάχητος,
Γρηγόριε θαυματουργέ,
Θεσσαλονίκης το καύχημα,
κήρυξ της χάριτος,
ικέτευε δια παντός, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296. Οι γονείς του κατάγονταν από την Ανατολή και ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, ήταν φίλος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β', δάσκαλος του μετέπειτα αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ' και μέλος της Συγκλήτου. Λίγο πριν πεθάνει έγινε μοναχός. Αργότερα και η μητέρα του Καλλονή έγινε και αυτή μοναχή. Ο Γρηγόριος ήταν το μεγαλύτερο παιδί τους. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, φιλοσοφία, ρητορική, φυσική και λογική. Σε ηλικία 20 χρονών αναχώρησε για το Άγιο Όρος με τα αδέλφια του Μακάριο και Θεοδόσιο. Το φθινόπωρο του 1316 παρέμειναν για να ξεχειμωνιάσουν στο Παπίκιο όρος. Εκεί τους πλησίασαν Μασσαλιανοί μοναχοί (Βογόμιλοι) με σκοπό να τους προσηλυτίσουν αλλά κατόρθωσε να μεταστρέψει πολλούς από αυτούς προς την Ορθοδοξία. Κάποιοι από αυτούς τους αιρετικούς προσπάθησαν να τον δηλητηριάσουν.
Την άνοιξη του 1317 έφθασαν στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στην Λαύρα του Βατοπεδίου κοντά στον έμπειρο μοναχό Νικόδημο από τον οποίο εκάρη μοναχός. Μετά 3 χρόνια αφού πέθανε ο γέροντας του έφυγε για την Λαύρα του Αθανασίου. Υπηρέτησε εκεί 3 χρόνια. Έφυγε από εκεί και πήγε στις ανατολικές πλαγιές του Άθωνα, στην Προβάτα. Οι πειρατές ήταν μεγάλο πρόβλημα για τους ασκητές και αφού έμεινε εκεί 2 χρόνια αναχώρησε με άλλους 12 για τη Θεσσαλονίκη.
Το 1326 εγκαταστάθηκαν κοντά στην Βέροια, αφού χειροτονήθηκε ιερέας. Αυτή την εποχή πέθανε η μητέρα του στην Κωνσταντινούπολη και πήγε για να συμπαρασταθεί στις αδελφές του. Τελικά τις πήρε μαζί του και τις εγκατέστησε σε ησυχαστήριο μέσα στην πόλη της Βέροιας. Το 1331 δυσκόλεψε η κατάσταση και στην Βέροια εξαιτίας της εισβολής του Στέφανου Ντουσάν και ο άγιος Γρηγόριος έφυγε για το Άγιο Όρος. Πήγε στην Μεγίστη Λαύρα και εγκαταστάθηκε σε κελί, στο "φροντιστήριο του θείου Σάββα". Μετά από όραμα άρχισε να γράφει δογματικά έργα ενώ μέχρι τότε έγραφε ασκητικά. (Είδε ότι κρατούσε στα χέρια του σκεύος γεμάτο γάλα το οποίο ξαφνικά φούσκωσε και άρχισε να ξεχειλίζει ενώ ταυτόχρονα μεταβαλλόταν σε εύγευστο ευωδιαστό κρασί. Εμφανίστηκε τότε κάποιος επιφανής άνδρας και τον επιτίμησε λέγοντας του: "Γιατί δεν μεταδίδεις και σε άλλους το θεϊκό αυτό ποτό το οποίο αναβλήζει με θαυμαστό τρόπο αλλά το αφήνεις να χάνεται άδικα;" Κατάλαβε ότι έπρεπε να αρχίσει να γράφει δογματικά). Με ψήφο του πρώτου του Αγίου Όρους τοποθετείται ηγούμενος της μονής Εσφιγμένου μάλλον το 1333. Το 1334 επέστρεψε στο ερημητήριο του στη Λαύρα.
Το 1330 ήρθε από την Καλαβρία (Νότιο Ιταλία) ο ελληνόφωνος φιλόσοφος μοναχός Βαρλαάμ. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός του έδωσε καθηγητική έδρα στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Έκανε μεγάλη εντύπωση αλλά φερόταν με μεγάλη υπεροψία προς τους συναδέλφους του. Σε λίγο καιρό έκανε πολλούς εχθρούς μεταξύ των οποίων και τον Νικηφόρο Γρηγορά και επειδή στην Κωνσταντινούπολη το κλίμα έγινε βαρύ γιαυτόν ο Βαρλαάμ εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη.
Ο Βαρλαάμ, που ήταν πλατωνικός, ονόμαζε τους Ησυχαστές ομφαλοψύχους επειδή αρνιόταν την δυνατότητα συμμετοχής του σώματος στην πνευματική ζωή. Το 1337 κάλεσαν στην Θεσσαλονίκη τον άγιο Γρηγόριο και παρέμεινε εκεί γράφων και ομιλών για διάστημα μεγαλύτερο των 3 ετών. Από το 1338 μέχρι το 1341 ο άγιος Γρηγόριος απαντά στις κατηγορίες του Βαρλαάμ εναντίων των Ησυχαστών με τους λόγους του Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων.(Ο Βαρλαάμ αποκαλούσε τους Ησυχαστές Μασσαλιανούς [δηλαδή Ευχίτες ή Βογομίλους. {Αραβικά, μασ + Αλλάχ=φύλαττε Θεέ, ελέησον Θεέ, δηλαδή "Κύριε ελέησον", εξού και η ευχή που λέγεται στην Βόρειο Ελλάδα τουλάχιστον, απομεινάρι της Τουρκοκρατίας, προς τα όμορφα μικρά παιδιά: "Μασαλά", εβραϊκά μιχ εξου και το όνομα Μιχαήλ=μιχ+ηλ=ο Θεός προστατεύει}. {Σλαβικά, Μπογκ + πομίλουϊ = Θεέ ελέησον, δηλαδή "Κύριε ελέησον"}. Ελληνικά Ευχίτες. Επειδή απολυτοποιούσαν την χρήση της "Ευχής" και υποβάθμιζαν την θέση των Μυστηρίων). Οι αγιορείτες επικύρωσαν τις απόψεις του και υπέγραψαν τον Αγιορειτικό Τόμο. Το 1341 έγινε Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη η οποία εξέτασε τις κατηγορίες του Βαρλαάμ κατά των Ησυχαστών. Η Σύνοδος συνεδρίασε στις 10 Ιουνίου 1341. Πρόεδρος ήταν ο Ανδρόνικος Γ'. Συμμετείχαν ο Πατριάρχης, επίσκοποι, αρχιμανδρίτες, ηγούμενοι, ο μεγάλος δομέστικος Ιωάννης Καντακουζηνός, συγκλητικοί και λαός της πόλεως. Η Σύνοδος έληξε αυθημερόν και ο Πατριάρχης γνωστοποίησε με εγκύκλιο του τις αποφάσεις της, σύμφωνα με τις οποίες καταδικάζονταν οι ισχυρισμοί του Βαρλαάμ κατά των Ησυχαστών.
Ο Βαρλαάμ έφυγε για την Ιταλία από όπου είχε έρθει πριν 15 χρόνια. Δίδαξε στον Πετράρχη ελληνικά και τοποθετήθηκε από τον Πάπα στην επισκοπή Ιέρακος αυτός ο άλλοτε πολέμιος των παπικών αξιώσεων.
Την σκυτάλη του αντιησυχασμού πήρε ο Γρηγόριος Ακίνδυνος ο οποίος συμφωνούσε με τον άγιο Γρηγόριο στο θέμα της ησυχαστικής προσευχής αλλά διαφωνούσε στο θέμα της διάκρισης ουσίας και ενέργειας στο Θεό. Παρά την αντίθεση του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα τον Αύγουστο του 1341 Σύνοδος δικαίωσε πάλι τους Ησυχαστές. Έτσι αυξήθηκε πολύ το κύρος του άγιου Γρηγορίου και του πρότειναν την επισκοπή Μονεμβασιάς που όμως αρνήθηκε.
Ο Ανδρόνικος Γ' πέθανε και στο κράτος ξέσπασε διαμάχη μεταξύ του Αλέξιου Απόκαυκου και του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα από την μια και του Ιωάννη Καντακουζηνού από την άλλη μεριά. Υπέρ του Καντακουζηνού ήσαν οι περισσότεροι ηγετικοί παράγοντες της αυτοκρατορίας, οι "πνευματικοί" ηγέτες της εποχής Νικηφόρος Γρηγοράς, Δημήτριος Κυδώνης, Νικόλαος Καβάσιλας, η εκκλησιαστική ηγεσία εκτός από την ομάδα του Καλέκα και οι Ησυχαστές που είχαν την πεποίθηση ότι ο Καντακουζηνός θα υπερασπιζόταν την Ορθοδοξία καλύτερα. Με τους αντίπαλους ήταν οι περιφεριακοί μεγαλοκτηματίες. Μετά την οργανωμένη λεηλασία των περιουσιών των οπαδών του Καντακουζηνού στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεσσαλονίκη πήραν με το μέρος τους και το μεγαλύτερο μέρος του λαού.
Ο άγιος Γρηγόριος έχασε την εύνοια του Πατριάρχη Καλέκα και της αυτοκράτειρας Άννας. Τον Απρίλιο του 1343 συνελήφθη και κλείστηκε στην φυλακή των ανακτόρων για σχεδόν 4 χρόνια με άλλους πολιτικούς κρατούμενους. Αυτή ήταν η πολυγραφότερη περίοδος της ζωής του. Ο Καντακουζηνός μπήκε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Φεβρουαρίου 1447. Ο άγιος Γρηγόριος εργάστηκε για την συμφιλίωση των δύο παρατάξεων.
Το 1347 ο άγιος Γρηγόριος εκλέγεται μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και ο φίλος και μαθητής του Ισίδωρος, Πατριάρχης. Δεν έγινε δεκτός στην Θεσσαλονίκη επειδή υποστήριζε τον Καντακουζηνό και αναγκάστηκε να αποσυρθεί στο Άγιο Όρος. Εκεί ο Στέφανος Ντουσάν του ζήτησε να τον χρίσει αυτοκράτορα ώστε να καταλάβει την Θεσσαλονίκη και να την κάνει πρωτεύουσα του. Ο άγιος δεν δέχτηκε.
Στην Θεσσαλονίκη μπόρεσε να πάει το 1350 μετά παρέμβαση του Καντακουζηνού. Συμφιλίωσε τις πολιτικές μερίδες της πόλης, εξύψωσε το φρόνημα του κλήρου και αναζωογόνησε την λειτουργική ζωή. Έμεινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης μέχρι τον θάνατο του το 1359.
Ο Γρηγόριος Ακίνδυνος πέθανε και την ηγεσία της αντιησυχαστικής μερίδας ανέλαβε ο Νικηφόρος Γρηγοράς. Στις 28 Μαΐου 1351 συνεκλήθη νέα Σύνοδος. Ολοκλήρωσε τις εργασίες της τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου και δικαίωσε τον άγιο Γρηγόριο. Συνετάχθη τόμος ο οποίος συμπεριελήφθη στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας και έγινε δεκτό από ολόκληρη την Εκκλησία.
Ο Ιωάννης Παλαιολόγος, γιος της Άννας, συνεννοήθηκε με τον Στέφανο Ντουσάν και δεν επέτρεψε στον άγιο Γρηγόριο να επιστρέψει στην Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς όμως η μητέρα του τον έπεισε να ακυρώσει την συμφωνία και προσκάλεσαν τον οι δυο τους, μητέρα και γιος, τον άγιο Γρηγόριο στην Θεσσαλονίκη. Ο Παλαιολόγος τον παρακάλεσε να πάει στην Κωνσταντινούπολη για πετύχει νέα συμφιλίωση με τον Καντακουζηνό. Καθυστέρησε όμως να φτάσει, ένα χρόνο, επειδή στην Καλλίπολη πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους τον Μάρτιο του 1354. Συζήτησε τότε και με μουσουλμάνους θεολόγους τους Χιόνας. Ο μουλάς Τασιμάνης προέβλεψε ότι κάποτε θα έρθει καιρός που οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί θα συμφωνήσουν και ο άγιος ευχήθηκε ο καιρός εκείνος να έρθει το συντομότερο δυνατόν. Μετά ένα χρόνο ο Ορχάν τον άφησε ελεύθερο αφού πήρε πολλά λύτρα ή από τον Στέφανο Ντουσάν ο οποίος ακόμα ήλπιζε, ή από τον Καντακουζηνό.
Μόλις ελευθερώθηκε πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Καντακουζηνός πλέον είχε παραιτηθεί και είχε καρεί μοναχός. Πατριάρχης ήταν πλέον ο φίλος και βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος. Οργανώθηκε δημόσια συζήτηση με τον αντιησυχαστή Γρηγορά ενώπιον του αυτοκράτορα και υπερίσχυσε ο άγιος Γρηγόριος.
Το φθινόπωρο του 1355 επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια χωρίς προβλήματα πλέον μέχρι την κοίμησή του. Δυο μαθητές του, οι Μάρκος και Δωρόθεος Βλατής ίδρυσαν κοντά στην ακρόπολη της πόλης την μονή Βλατάδων. Μετά βαρειά ασθένεια εκοιμήθη στις 14 Νοεμβρίου του 1359. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Νοεμβρίου και την δεύτερη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

 Όσιος Ιννοκέντιος του Βολογκόντσκυ

 03.jpg
 Υιός του βογιάρου Οχλιέμπινιν της Μόσχας. Μαθητής και συνασκητής του οσίου Νείλου της Σόρα, τον οποίο ακολούθησε από τη μονή του οσίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης στις ιεραποδημίες του στην Ανατολή. Στον Άθωνα έμειναν αρκετά στη μονή του Ξυλουργού, κοντά στη σημερινή σκήτη του Προφήτη Ηλία (φωτ. κάτω).
          03.jpg
Όταν επέστρεψε στη Ρωσία, ίδρυσε μονή πλησίον του ποταμού Βολογκόντσκ στο Βολογκντά, με την ευλογία του αγαπητού του διδασκάλου οσίου Νείλου, ο οποίος του έγραφε: «Είτε ζεις σαν ερημίτης, είτε σαν κοινοβιάτης, πρόσεχε τις θείες Γραφές και ακολούθησε τα βήματα των Πατέρων ή θέσε τον εαυτό σου κάτω από υπακοή σε κάποιον που γνωρίζεις σαν πνευματικό άνθρωπο, τόσο στη ζωή, όσο και στο λόγο και την κρίση του. Η Αγία Γραφή είναι αυστηρή μόνο για κείνον που δε θέλει να ταπεινωθεί ...». Ο όσιος Νείλος προφήτεψε την προκοπή του κοινοβίου του οσίου Ιννοκεντίου, το οποίο λειτουργούσε με τους αυστηρούς αγιορειτικούς κανόνες που είχε διδάξει στον μαθητή του. Ήταν αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και συγκέντρωσε πολυάριθμη αδελφότητα. Στη Διαθήκη του αναφέρει: «Γονυπετώ μπροστά σας, πατέρες και αδελφοί, και σας προτρέπω ν' αποφεύγετε κάθε φιλονικία και έριδα, να πρυτανεύει ανάμεσά σας η αγάπη του Χριστού και η εν πνεύματι ειρήνη, ακολουθώντας πιστά τις υποδείξεις του αγίου Γέροντα Νείλου».
Ανεπαύθη ειρηνικά στις 19.3.1521.
Το 1764 τα λείψανα του θαυματουργού οσίου Ιννοκεντίου τοποθετήθηκαν στη μονή Σπασο - Πρεομπραζένσκυ (Μεταμορφώσεως του Σωτήρος) του Βολογκόντσκ.
Πηγή:
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Εκδόσεις Μυγδονία
Θεσσαλονίκη, 2007

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Όσιος Μακάριος του Κολαζίνσκ

10.jpg
Καταγόταν από οικογένεια ευγενών και γεννήθηκε στο χωριό Γκρίμπκοβα, κοντά στην πόλη Κασίν της Ρωσίας. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ματθαίος. Από μικρός αγαπούσε να διαβάζει τα ιερά βιβλία, που του άναψαν τον θείο πόθο. Παρά την ευσέβεια των γονέων του, δεν του επέτρεψαν να μονάσει και τον οδήγησαν στον γάμο. Ο διετής έγγαμος βίος του ήταν πλουτισμένος από την ευσέβεια και την εγκράτεια. Μετά τον θάνατο των γονέων και της συζύγου του, αναχωρεί από τον κόσμο, αφού πούλησε όλα τα υπάρχοντά του και τα έδωε στους φτωχούς.
Κοινοβίασε στη μονή Γκλομπούκοφσκυ και ως μοναχός έλαβε το όνομα Μακάριος. Διακρίθηκε για την ταπείνωση που έδειξε σε όλα τα διακονήματα που του δόθηκαν. Τις νύχτες αγρυπνούσε με προσευχή και μελέτη και προσπαθούσε να μιμηθεί τα κατορθώματα των παλαιών ασκητών. Με την ευλογία του ηγουμένου του αναχώρησε για την έρημο. Τα άγρια θηρία πλησιάζοντάς τον ημέρευαν.
Σύντομα ήλθαν κοντά του αρκετοί μοναχοί να υποταχθούν. Εκεί συγκρότησαν μονή κι έκτισαν ναό της Αγίας Τριάδος - Κοζαλίνσκ, ζώντας μ' ένα αυστηρό τυπικό, κατά τα πρότυπα του Αγίου Όρους. Ως ηγούμενος ο Μακάριος συνέχισε την ασκητική του ζωή.
Ένας από τους θαυμαστές του Μακαρίου ήταν ο σύγχρονός του άγιος Ιωσήφ του Βολοκολόμσκυ και ο μεγάλος στάρετς Μητροφάνης, που έζησε στο Άγιον Όρος. Μαθητής του Μακαρίου ήταν ο όσιος Κασσιανός ο Έλληνας του Ούγκλιτς (+1504), που ήταν συγγενής του, και ο όσιος Παΐσιος του Ούγκλιτς (+1504), που ίδρυσε μονή της Αγίας Σκέπης.
Ο άγιος Μακάριος έζησε εννέα έτη στο Άγιον Όρος. Εκοιμήθη στις 17.3.1483 αναφωνώντας «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» και δίνοντας ευχές, ευλογίες και συμβουλές στα πνευματικά του τέκνα. Η εύρεση των τιμίων λειψάνων του έγινε στις 26.5.1521 και αποτέλεσαν πηγή πολλών θαυμάτων. Στη Σύνοδο της Μόσχας του 1547 ο άγιος Μακάριος κατετάγη στο Ρωσικό Αγιολόγιο.
Πηγή:
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Εκδόσεις Μυγδονία
Θεσσαλονίκη, 2007

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΙΜΩΝ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ (1/1/1901 – 4/3/1988)

Σήμερα 4 Μαρτίου δημοσιεύουμε ένα κείμενο για τον όσιο Γέροντα Σίμωνα Αρβανίτη, επειδή κοιμήθηκε σαν σήμερα πριν 21 χρόνια.
Γέροντας Σίμων Αρβανίτης (1901-1988)
Κατοικητήριο της Χάριτος
Κατερίνα Μπαρδάκα, θεολόγος, Αθήνα Μάρτιος 2009
Ο Γέροντας Σίμων Αρβανίτης καταγόταν από την Τριάδα Εύβοιας από όπου ο πατέρας του Αθανάσιος Αρβανίτης μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε στο χωριό Κουκουβάουνες Αττικής, την σημερινή Μεταμόρφωση και παντρεύτηκε την μητέρα του Κυριακή. Απέκτησαν τέσσερα αγόρια, τον Ιωάννη, τον Παναγιώτη -τόν αργότερα Γέροντα Σίμωνα- τον Δημήτριο και τον Κωνσταντίνο.
Ο Παναγιώτης γεννήθηκε ανήμερα την Πρωτοχρονιά του 1901 και μεγαλώνοντας βοηθούσε τον πατέρα του κάνοντας διάφορες δουλειές. Όταν έγινε δεκατριών ετών ήταν πλανόδιος μανάβης σηκώνοντας τσουβάλια 80-85 κιλών αδιαμαρτύρητα. Κατά καιρούς εργαζόταν σε περιβόλια, αμπέλια και κτήματα δουλεύοντας σκληρά χωρίς να δυσκολεύεται καθόλου, καθώς η μυική του δύναμη ήταν πολύ μεγάλη. Ο ίδιος έλεγε ότι το τσαπί το έπαιζε στο χέρι όπως μια κοπελίτσα το τοπάκι της. Μόλις σταματούσε να ξεκουραστεί άνοιγε «τό βιβλίο του Χριστού», όπως έλεγε το Ευαγγέλιο, και μελετούσε. Η αγάπη του για τον Θεό ήταν φωλιασμένη στην καρδιά του από πολύ μικρός.
Ο αδερφός του διηγεῑται ότι τον Παναγιώτη τον έχαναν το Σάββατο από το σπίτι. Μόλις τελείωνε την δουλειά έφευγε και πήγαινε στα εξωκκλήσια, όπου προσευχόταν και μελετούσε. Γύριζε στο σπίτι την Κυριακή το βράδυ, οπότε και έτρωγε. Έμενε όλο το εικοσιτετράωρο νηστικός. Όταν δεν πήγαινε σε εξωκκλήσι ξυπνούσε όλη την οικογένεια με την πρώτη καμπάνα για τον εκκλησιασμό. Φοβέριζε μάλιστα ότι, όποιον δεν ξυπνούσε αμέσως, θα τον κατάβρεχε με μια κανάτα πού είχε δίπλα του γεμάτη με νερό.
Μοναχική κλήση
simon-arvanitis-2Ο Παναγιώτης επισκέφθηκε πολλές φορές το Άγιον Όρος. Μια από αυτές, στα Καυσοκαλύβια, συνάντησε τον μητροπολίτη Νεκτάριο Κεφαλά, τον μετέπειτα άγιο Νεκτάριο, και όταν πήγε να πάρει την ευχή του ο άγιος τον κράτησε από το χέρι και του είπε ότι θα γίνει πνευματικός και θα σώσει πολλές ψυχές.
Ο Παναγιώτης αποφάσισε μαζί με δύο καρδιακούς του φίλους να φύγουν κρυφά από τις οικογένειές τους και να ασκητέψουν. Έτσι το 1925 έφυγαν για την Εύβοια, όπου κλείστηκαν σε μια σπηλιά χωρίς κανένα εφόδιο, ρούχα ή τροφή. Οι φίλοι του δεν άντεξαν παρά δύο μέρες και πήραν την απόφαση να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο Παναγιώτης όμως πού άκουσε τα σχέδιά τους έφυγε πριν ξυπνήσουν εκείνοι και πήγε στην Μονή Αγίου Χαραλάμπους στην Λεύκα Αυλωναρίου. Ασκήτευε στην σπηλιά του αγίου Γρηγορίου, όπου πηγάζει αγίασμα και προσευχόταν νύχτα-μέρα. Όταν ο μητροπολίτης πληροφορήθηκε γι’ αυτόν από ανθρώπους που πήγαιναν στην σπηλιά για αγίασμα και έμαθε για την αυστηρή του άσκηση, τον αναζήτησε και τον έκανε αμέσως μοναχό στο μοναστήρι του αγίου Χαραλάμπους με το όνομα Σίμων. Ο π. Σίμων όμως και πάλι κλείστηκε σε μια σπηλιά και δεν έτρωγε τίποτα. Τον εύρισκαν πολλές φορές οι βοσκοί εξαντλημένο από την πείνα, πεσμένο στο έδαφος και τον πήγαιναν στο μοναστήρι, αλλά εκείνος πάλι έφευγε. Ο ίδιος αργότερα έλεγε: «Στην σπηλιά του αγίου Γρηγορίου έπινα ένα ποτήρι του κρασιού αγίασμα μετά την δύση του ηλίου επί τριάντα μέρες. Είχε φύγει όλο το σώμα μου. Ζύγιζα γύρω στα τριάντα κιλά». Τελικά επενέβη ο Μητροπολίτης πού τον υποχρέωσε να μείνει στο μοναστήρι. Διακόνημά του ήταν να καλλιεργεί τους κήπους και με την μεγάλη του σωματική δύναμη εντυπωσίαζε τους πάντες. Όταν εργαζόταν στους κήπους είχε βοηθό του ένα παιδί, το οποίο αρρώστησε βαριά. Όταν το είπαν στον π. Σίμωνα παράτησε το τσαπί και έφυγε για να προσευχηθεί στο βουνό. Δεν προχώρησε όμως πολύ και οι πατέρες του φώναξαν να γυρίσει πίσω, γιατί το παιδί είχε γίνει καλά. Ήταν ένα πρώτο δείγμα της αποτελεσματικότητας της προσευχής του Γέροντα.
Ο μητροπολίτης βλέποντας τις αρετές του τον χειροτόνησε ιερέα παρά τις αντιρρήσεις του το 1936 και τον έστελνε σε διάφορες εκκλησίες για την Θ. Λειτουργία. Ο κ. Δ. Κουλουρίδης διηγείται ότι στο χωριό του το Κληματάρι Ευβοίας έστελναν συχνά τον π.Σίμωνα για την Θ. Λειτουργία. Τον χειμώνα όμως, το χιόνι ήταν τόσο πυκνό πού τον απέκλειε καταμεσίς του δρόμου. Όταν οι χωρικοί έβλεπαν ότι δεν έχει φτάσει ο ιερέας, τον αναζητούσαν και τον έβρισκαν κάτω από το χιόνι, με τα χέρια ψηλά να προσεύχεται. Όσο και αν ξεπάγιαζε και αν δυσκολευόταν να συνέλθει από το κρύο δεν άφηνε τα χωριά χωρίς Θ. Λειτουργία και πήγαινε πάλι την άλλη Κυριακή παρά τους πάγους και τα χιόνια.
Το 1942 εστάλη στην Μονή Μεταμορφώσεως ως πνευματικός. Εκεί κοντά βρίσκεται το εκκλησάκι των Ταξιαρχών. Το 1943 συνέβη ένα συγκλονιστικό θαύμα την παραμονή των Ταξιαρχών. Είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου για την εορτή σε μια εποχή πού όλους τους θέριζε η πείνα λόγω της Κατοχής. Ο Γέροντας, όταν είδε τόσο κόσμο μαζεμένο για την αγρυπνία, είπε να ετοιμάσουν φαγητό. Υπήρχε μόνο ένα τσουβάλι κρεμύδια και έδωσε εντολή να τα καθαρίσουν όλα, ενώ εκείνος άρχισε να προσεύχεται. Ξαφνικά ένας μεγάλος λαγός σαν αρνί κατέβηκε από το βουνό και μπήκε μέσα στο μαγειρείο μόνος του. Έτσι, θαυματουργικά εξασφαλίστηκε τροφή για όλο τον κόσμο και περίσσεψε και για το μοναστήρι.
Το 1946 ο Γέροντας αποφάσισε να φύγει από την Κύμη για την Αθήνα λόγω μεγάλων προβλημάτων με τα μάτια του. Μόλις ανέλαβε καθήκοντα στην ενορία της αγίας Βαρβάρας, αποφάσισε να χτίσει μεγαλύτερο ναό, γιατί ο παλιός δεν χωρούσε όλο τον κόσμο. Συνάντησε πολλές δυσκολίες και μεγάλο πόλεμο λόγω της έλλειψης χρημάτων και συκοφάντησης του έργου. Η ίδια η αγία παρουσιάστηκε στον Γέροντα και του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει. Πράγματι, όταν τα χρήματα τελείωναν βρίσκονταν εντελώς ξαφνικά πρόσωπα πού πρόσφεραν το συγκεκριμένο ποσό πού χρειαζόταν για την συνέχιση των εργασιών. Όταν τελείωσε το έργο υπέβελε την παραίτησή του από εφημέριος, γιατί το πρόβλημα με τα μάτια του μεγάλωνε και επιθυμούσε να ιδρύσει δικό του μοναστήρι. Με μεγάλη θλίψη οι ενορίτες του τον αποχαιρέτησαν, γιατί τον είχαν αγαπήσει και τους είχε σταθεί σαν πατέρας όλα αυτά τα χρόνια.
Κτίτορας της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος Πεντέλης
simon-arvanitis-4Ύστερα από επίμονη αναζήτηση χώρου για ίδρυση μοναστηριού ο Γέροντας κατέληξε στο εξωκκλήσι του αγίου Παντελεήμονα στην Πεντέλη, πού ανήκε στην Μονή Πετράκη. Αφού εξασφάλισε την συγκατάθεση του ηγουμένου της Μονής Πετράκη Χαράλαμπου Βασιλόπουλου, άρχισε το κτίσιμο ενός κελλιού, ενός αχυρώνα και ενός φούρνου δίπλα στο υπάρχον εκκλησάκι. Όμως ο διάβολος πολέμησε την ίδυση του μοναστηριού. Φανερώθηκε στον Γέροντα και του είπε ότι θα τον πολεμήσει μέχρι τέλους και δεν θα τον αφήσει να στεριώσει το μοναστήρι. Πράγματι οι βοσκοί της περιοχής απείλησαν τον Γέροντα με τις γκλίτσες τους λέγοντας ότι ο τόπος ήταν δικός τους. Η υπόθεση πήγε στο δικαστήριο όπου ο Γέροντας δικαιώθηκε. Τα πνευματικά παιδιά του Γέροντα βοηθούσαν στο σκάψιμο κατά την θεμελίωση της Μονής. Τα υλικά τα κουβαλούσαν με το γαϊδουράκι από μακριά, αφού δρόμος δεν υπήρχε. Και σαν να μην έφτανε αυτό όταν έσκαβαν φυσούσε πάντα τόσο δυνατά πού έφερνε την σκόνη στα μάτια τους. Παρά τις αντιξοότητες το κελλί , ο φούρνος και ο αχυρώνας τελείωσαν και κτίστηκαν και κελλιά για τους μοναχούς πού θα έρθουν, όπως είπε ο Γέροντας, καθώς και ξενώνας.
Ο εργολάβος της οικοδομικής δραστηριότητας και συγγενής του Γέροντα, Γιώργος Πανταζής, διηγείται: «Για να κτίσουμε το μοναστήρι είχαμε 50.000 δραχμές. Κάποια στιγμή ήθελα να αφήσω την εργολαβία, γιατί δεν έβρισκα εργάτες. Κανείς δεν ερχόταν να δουλέψει τόσο μακριά. Είδα στον ύπνο μου όμως την αγία Βαρβάρα και μου υποσχέθηκε ότι θα με βοηθήσει εκείνη. Πράγματι το άλλο πρωί μαζεύτηκαν δέκα εργάτες στο σπίτι μου για να δουλέψουν στο μοναστήρι, γιατί είχε πέσει ανεργία στις δουλειές τους». Συνεχίζει ο μαστρο-Γιώργος: « Όταν ρίχναμε την πλάκα και ετοιμάσαμε το μισό αστάρωμα διαπιστώσαμε ότι το νερό τελείωσε. Το παίρναμε από το πηγαδάκι, το οποίο άνοιξε ο Γέροντας σε γούρνα πού έβγαζε ελάχιστο νερό. Εκθέσαμε στον π. Σίμωνα το πρόβλημα και αυτός μάς διαβεβαίωσε ότι αφού φάμε το φαγητό πού είχε ετοιμαστεί θα έρθει νερό. Και ενώ ήταν καλοκαιρία, όσο τρώγαμε έπιασε δυνατή βροχή και χαλάζι και γέμισε με νερό ένας λάκος δυόμισι μέτρα βάθος. Όταν ολοκληρώθηκε και ο ξενώνας είδα πώς ξόδεψα μόνο 49.500 δραχμές. Τα υλικά τα πλήρωνε ο π. Σίμων και στοίχησαν και αυτά 49.500 δραχμές. Είναι θαύμα πώς τόσο μεγάλο έργο κόστισε τόσο λίγο».
Όταν άρχισε να πηγαίνει πολύς κόσμος άνοιξαν χωράφια γύρω από το μοναστήρι και καλλιεργούσαν διάφορα κηπουρικά για την αδελφότητα, αλλά και τους προσκυνητές. Ο Γέροντας ήταν πολύ φιλόξενος και επέμενε να παίρνουν όλοι κάτι για ευλογία. Και η ευλογία πού είχε το μοναστήρι ήταν θαυμαστή. Τα τρόφιμα δεν έλλειψαν ποτέ. Η μεγάλη διάθεση φιλοξενίας του Γέροντα έγινε αιτία να πλησιάσει πολύς κόσμος το μοναστήρι και να σωθούν πολλές ψυχές. Ο Γέροντας ήθελε να τον πλησιάζουν όλοι, να βοηθάει όλους στις δυσκολίες τους και να τους οδηγεί στον δρόμο της σωτηρίας. Ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης από την Εύβοια εκτιμούσε πολύ τον π. Σίμωνα και επισκέφθηκε το μοναστήρι να πάρει την ευχή του.
Ο π. Ζωσιμάς, μαθητής του Γέροντα Σίμωνα, αναφέρει σε ένα από τα βιβλία του πού έχει γράψει για τον Γέροντα:
«Πολλές φορές ενώ κοιμόμουν κοντά του για να τον προσέχω, επειδή δεν έβλεπε πλέον, τον άκουγα να μιλάει. Όταν τον ρωτούσα με ποιόν μιλούσε μου έλεγε:
– Νομίζεις ότι κοιμάμαι; Πολύς κόσμος έρχεται όλη την νύχτα.
Και άλλη φορά μια κυρία μου είπε ότι το προηγούμενο βράδυ επικαλέστηκε τον Γέροντα για κάποιο πρόβλημά της και εκείνος μπήκε στο σπίτι της, της έδωσε την λύση και χάθηκε. Εγώ της είπα ότι δεν είναι δυνατόν να συνέβη αυτό, γιατί κλειδώνω το κελλί το βράδυ και κρατάω το κλειδί ώστε να αναγκάζεται ο Γέροντας να με ξυπνάει και να τον συνοδεύω έξω για να μην χτυπήσει, αφού δεν βλέπει. Τότε ο Γέροντας φωνάζει από το κελλί του:
– Ζωσιμά, εσύ πές ό,τι θέλεις. Εγώ το βράδυ φεύγω απ’ εδώ.
Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, μου φωνάζει να του φέρω το πετραχήλι. Του το πήγα, το φόρεσε όπως ήταν ξαπλωμένος και άρχισε να προσεύχεται πολλή ώρα. Κατά την μία παρά τέταρτο έφτασε αγριεμένος κάποιος γνωστός μας από την Πεντέλη. Ήταν κυριευμένος από θυμό και φώναζε:
– Θα σκοτώσω άνθρωπο απόψε. Θα κάνω έγκλημα.
Και ο Γέροντας τον έβαλε να σκύψει κάτω από το πετραχήλι για να του διαβάσει την ευχή. Μα ο άλλος διαμαρτυρόταν ότι ήθελε να εξομολογηθεί πρώτα. Και ο Γέροντας του αποκάλυψε ότι δεν χρειαζόταν να του πεί τίποτα, γιατί τα έβλεπε όλα από την ώρα πού άρχισε να μαλώνει στο σπίτι του.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Aγιος Νικόλαος, επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης

 00.jpg
Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς της κεντροδυτικής Σερβίας. Ήταν το πρώτο από τα εννέα τέκνα των ευσεβών αγροτών Δραγομίρου και Αικατερίνης. Ασθενικός στη σωματική του διάπλαση και κράση, επέδειξε από μικρός την ευφυΐα του, την μεγάλη του αγάπη προς την Εκκλησία και το Θεό και την κλίση προς τον μοναχικό βίο. Σπούδασε, παρά το γεγονός της μεγάλης πτωχείας της οικογενείας του, στη θεολογική σχολή του Βελιγραδίου, ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Θεολογίας στη Βέρνη της Ελβετίας (1908), διδάκτωρ στην Οξφόρδη της Αγγλίας (1909) και στο Χάλλε της Γερμανίας (1911). Γνώριζε επτά γλώσσες μεταξύ των οποίων και στην ελληνική.
Ο Νικόλαος λάτρευε τον Θεό εξ όλης της καρδίας, ισχύος και διάνοιας αυτού, και ο Θεός του έδωσε στόμα και σοφία ασυναγώνιστα και ακαταγώνιστα. Εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη μονή Ρακόβιτσα, κοντά στο Βελιγράδι, το Δεκέμβριο του 1909. Είχε αρρωστήσει βαριά από δυσεντερία και έταξε, εάν ο Κύριος τον θεραπεύσει, να Του αφιερωθεί δια βίου με όλη του την ύπαρξη, όπως κι έγινε.
Κατά την περίοδο 1915- 1919 απεστάλη στην Αμερική και την Αγγλία για να συντρέξει και να ενισχύσει τον πολύπαθο Σερβικό λαό.
Έκανε πολλά ταξίδια. Τα σημαντικότερα θεωρούσε στο Άγιον Όρος. Ερχόταν για πολλά χρόνια, κάθε χρόνο και επί πολύ. Ξεκίνησε να έρχεται το 1920. Κυρίως παρέμενε στη μονή Αγίου Παντελεήμονος, όπου γνωρίσθηκε και συνδέθηκε με τον όσιο Σιλουανό (+1938), του οποίου νωρίς αντελήφθη κι έκανε γνωστή την αγιότητα. Η επίδραση του Αγίου Όρους και των απλών μοναχών του και κυρίως του οσίου Σιλουανού ήταν αρκετά δυνατή επάνω του, μεγαλύτερη των λαμπρών σπουδών του, όπως έλεγε. Εδώ γνωρίσθηκε και με τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993), εξαιρετικό βιογράφο του οσίου Σιλουανού, τον οποίο και χειροτόνησε διάκονο.
Το 1919 εξελέξη επίσκοπος Ζίτσης στην κεντρική Σερβία και το 1920 μεταφέρθηκε στην Αχρίδα, όπου ανέπτυξε ένα τεράστιο ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό έργο.
Ο Επίσκοπος Νικόλαος, παρά την τεράστια μόρφωσή του και τα πολλά του χαρίσματα, διακρινόταν για την απλότητα του ήθους του, την καλοσύνη και την αγάπη του. Η αρετή, η οποία κατ' εξοχήν τον στόλιζε, ήταν η ταπείνωση. Η μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας και η συναναστροφή του με Αγιορείτες Πατέρες πλούτιζαν την πνευματικότητά του. Με τα συγγράμματά του και την πνευματική του καθοδήγηση ο λαός αναγεννάται πνευματικά και ο μοναχισμός ανθίζει.
Το 1941, οι αρχές κατοχής της χώρας του, οι Γερμανοί, τον συλλαμβάνουν, τον περιορίζουν και το 1944 τον στέλνουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου της Γερμανίας, όπου υπέστη πάνδεινα βασανιστήρια. Ο δούλος του Κυρίου εβάσταζε τα στίγματα του μαρτυρίου στο σώμα, που όλο είχε γίνει μια πληγή. Μάλιστα δέρμα στην πλάτη και στα πέλματα δεν υπήρχε.
Μετά την απελευθέρωσή του, το Μάϊο του 1945, δεν θέλησε πλέον να επιστρέψει στην πατρίδα του. Το τότε καθεστώς τον θεωρούσε ανεπιθύμητο πρόσωπο. Πήγε, λοιπόν, στην Αμερική και παρά την κλονισμένη υγεία του συνέχισε το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο του Χριστού. Δίδαξε στην ιερατική σχολή της μονής του Αγίου Σάββα στο Λίμπερτβιλ του Ιλλινόϊς και από το 1951 εγκαταστάθηκε στη ρωσική μονή του Αγίου Τύχωνος στην Πενσυλβάνια, όπου καθοδηγούσε τους μοναχούς και διηύθυνε το θεολογικό σεμινάριο της μονής. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα δεν τον αποθάρρυναν ποτέ. Αισθανόταν έντονα την παρουσία της Θείας Πρόνοιας στο βίο του και αυτό του έδινε δύναμη, ανδρεία και χαρά.
Η προσευχή του ήταν αδιάλειπτη και έρεε ως ποταμός του παραδείσου. Πενθούσε αβίαστα και έχυνε δάκρυα μετάνοιας, παρακλήσεως, μεσιτείας και δοξολογίας.
Προσευχόμενος το πρωί της Κυριακής 5 Μαρτίου του 1956 στο ταπεινό κελλί του και προετοιμαζόμενος να λειτουργήσει, κοιμήθηκε με ειρήνη.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΙΕΡΕΥΣ ΠΛΑΝΑΣ ΕΚ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΝΑΞΟΣ

O Ἅγιος παπα-Νικόλας Πλανάς. (Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης)



undefined
Ο άγιος Νικόλαος Πλανάς[1], ο άγιος παπα-Νικόλας Πλανάς, όπως χαρακτηρίζεται, γεννήθηκε μέσα του 19ου αι. στη Νάξο και κοιμήθηκε στην Αθήνα το 1932.
Γιορτάζει στις 2 Μαρτίου, ημέρα της χειροτονίας του και, μετά από χρόνια, του θανάτου του, που ήταν λουσμένος σε οπτασία θεϊκού φωτός. Ήταν απλός και ταπεινός ολιγογράμματος ιερέας στο ναό του αγίου Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης στην Αθήνα, περιφρονημένος από πολλούς ως «αγράμματος». Έγγαμος και πατέρας και φίλος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Η αγάπη, η αθωότητα, η πραότητα και η ταπεινότητά του έφτανε στο απροχώρητο. Πολλές φορές έπεφτε θύμα εκμεταλλευτών, που τον πλησίαζαν προσποιούμενοι τους ευσεβείς και του έπαιρναν ακόμη και τα λεφτά απ’ την τσέπη.

Όταν ο εγωισμός των ανθρώπων τον ταπείνωνε για τη φτώχεια και την αγραμματοσύνη του, έκλαιγε σαν παιδί (μα η ψυχή του ήταν παιδική) αλλά ποτέ δεν τον είδαν να θυμώνει ή να μαλώνει με κανέναν ή να αμύνεται για το δίκιο του. Γι’ αυτόν ίσχυε ο πρώτος μακαρισμός, όπως είχε γράψει ο Παπαδιαμάντης· με τα ανθρώπινα μέτρα ήταν ένας πτωχός τω πνεύματι, όχι χαζός, αλλά καλός, που η ψυχή του ήταν ένας παράδεισος αγάπης.



Για 52 χρόνια (1880-1932) λειτουργούσε κάθε μέρα και σ’ ένα ξωκλήσι της Αθήνας. Ήξερε όλα τα ξωκλήσια, τρύπωνε μέσα και λειτουργούσε μόνος του ή έκανε ολονυχτίες με μικρή συντροφιά φίλων (ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης ήταν συχνά οι ψάλτες του)· ένιωθε έτσι ότι επισκέπτεται τους φίλους του, τους αγίους, που χαίρονται με την παρουσία των ανθρώπων στο σπίτι τους.

Από αγάπη στο Θεό λειτουργούσε κάθε μέρα, νήστευε όλες τις σαρακοστές και, επιπλέον, από 1 έως 14 Σεπτεμβρίου προς τιμήν του Σταυρού και από 1 έως 8 Νοεμβρίου προς τιμήν των αρχαγγέλων.
Από αγάπη στους ανθρώπους προσευχόταν ατελείωτα (αν κάποιος του έλεγε ότι έχει πρόβλημα, προσευχόταν γι’ αυτόν όλη νύχτα), ανεβοκατέβαινε σε επαύλεις και υπόγεια για να τελέσει ευχέλαια και αγιασμούς, ελεούσε τους φτωχούς με τα φιλοδωρήματα των πλουσίων (τότε οι παπάδες δεν έπαιρναν μισθό από το κράτος), και, στις λειτουργίες, μνημόνευε χιλιάδες ονόματα ζώντων και νεκρών, που του είχαν δώσει οι χριστιανοί.
Τύλιγε τα χαρτιά του σε δυο μαντήλια (χωριστά τα ονόματα ζωντανών και νεκρών) και τα κουβαλούσε όπου πήγαινε. «Τί κουβαλάς στον κόρφο σου παπα-Νικόλα;» τον πείραζαν. «Τα γραμμάτια και τα συμβόλαιά μου» απαντούσε.
Έτσι, μνημόνευε επί ώρες και, όταν μνημόνευε αγίους, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, καλούσε τα ονόματα αμέτρητων αγίων, για να τους τιμήσει, σε σημείο που το εκκλησίασμα παραπονιόταν: «Τελείωνε, παπα-Νικόλα! Πες “και πάντων των αγίων”!». Δεν οργιζόταν ποτέ, αλλά απαντούσε: «Ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω» (=θα ψάλλω για το Θεό μου μέχρι να ζω)[2].

Έτσι, κατά τις μαρτυρίες ανθρώπων, αξιώθηκε σε θαύματα, επικοινωνία με αγγέλους και αγίους, επικοινωνία ακόμη και με ζώα, ενώ πολλές φορές τα παιδιά τον έβλεπαν να περπατά χωρίς να πατάει το χώμα και να ακτινοβολεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, σημάδι του πνευματικού του αναστήματος.
Ο τάφος του βρίσκεται στην αυλή του Αγίου Ιωάννη στη Βουλιαγμένης και τα οστά του φυλάσσονται σε ειδική λάρνακα κάτω από τον επισκοπικό θρόνο του ναού (ο σημερινός ανακαινισμένος ναός του αγίου Ιωάννη δεν είναι ο ίδιος με τον ταπεινό μικρό ναό των λίγων και πάμπτωχων ενοριτών, στον οποίο λειτουργούσε ο παπα-Νικόλας).
__________

[1] Βλ. Μάρθας Μοναχής, Ο παπά Νικόλας Πλανάς, ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1965, Νικοδήμου, μητροπολίτου Πατρών, «Παπά Νικόλαος, ο νέος άγιος της Ορθοδοξίας», εφημ. «Εκκλησιαστική Αλήθεια», φ. 337, 1991, του ίδιου, Ασματική Ακολουθία του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου (Πλανά) του εκ της νήσου Νάξου, έκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1992, Δημ. Φερούση, Ο Παπακαλόγερος Νικόλαος Πλανάς, ο άγιος ποιμένας, εκδ. «Αστέρος», Αθήνα 1992, αρχιμ. Νικ. Ι. Πρωτοπαπά, Ο νέος άγιος της Εκκλησίας μας ιερεύς Νικόλαος Πλανάς, συνοπτική έκδ. της Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1993.

[2] Στίχος από ψαλμό, που λέγεται στα αντίφωνα της λειτουργίας.
____________________

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
"Τα αλεξικέραυνα του θανάτου"
Σύγχρονοι άγιοι και όσιοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Ό Όσιος Αγάπιος από τη Σκήτη της Κολιτσούς μετά τεσσάρων οσίων


           0011.jpg
Ο όσιος Αγάπιος μόναζε με τον Γέροντα του στη Βατοπαιδινή Σκήτη της Κολιτσούς. Κατά τον Γεράσιμο Σμυρνάκη (*) η περιοχή ονομάσθηκε έτσι από τον Γέροντα του οσίου Αγαπίου ησυχαστή Κολέτσιο. Όταν κάποτε ο όσιος κατέβηκε στην παραλία για κάποια συγκεκριμένη εργασία, αιχμαλωτίσθηκε από πειρατές. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει πώς ήταν Σαρακηνοί και πώς ο όσιος τους μετέβαλε και βάπτισε. Άλλοι αναφέρουν πώς ήταν Αγαρηνοί και τον πούλησαν ως δούλο σε σκληρό Αγαρηνό, που τον κρατούσε δεμένο με αλυσίδες επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια, χρησιμοποιώντας τον συγχρόνως σε σκληρές και βαρειές εργασίες.
Τόπος της δουλείας του αναφέρεται ή Μαγνησία. Παρά τη σκληρότητα του αφέντη του ο όσιος εργαζόταν ευσυνείδητα και πρόθυμα. Παρακαλούσε πάντοτε την Παναγία να τον ελευθερώσει. Με τη βοήθειά της θαυμαστά ελευθερώθηκε και επέστρεψε στον Γέροντα του. Όταν εκείνος πληροφορήθηκε όσα πικρά δεινά συνέβησαν στον υποτακτικό του, τον νουθέτησε να επιστρέψει στον αφέντη του, θεωρώντας ότι δεν ήταν σωστό να φύγει δίχως τη συγκατάθεση του, αφού τον είχε αγοράσει. Ο υπάκουος μοναχός επέστρεψε στον κύριό του, αναφέροντας όσα τον συμβούλεψε ο Γέροντάς του. Εκείνος εξεπλάγη για την ειλικρίνεια, υπακοή, αφοσίωση και ευσυνειδησία του, και ζήτησε να πληροφορηθεί περισσότερα για την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Πρόθυμα ο όσιος του είπε τα πρέποντα. Μαζί του κατήχησε και τους δύο υιούς του. Και οι τρεις μαζί ζήτησαν να βαπτισθούν χριστιανοί και ν' ακολουθήσουν τον όσιο Αγάπιο στη Σκήτη της Κολιτσούς.
Στη Σκήτη εκάρησαν μοναχοί και μέχρι της μακαρίας κοιμήσεώς τους έζησαν οσιακή βιοτή. Ο χρόνος της ασκήσεως τους είναι άγνωστος. Ακολουθία συνέθεσαν ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης και ο κ. Χαραλάμπης Μπούσιας.
Οι πέντε όσιοι συντιμώνται την 1η Μαρτίου.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι,Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2007