ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΛΟΓΟΙ ΠΑΤΡΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΝΗΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ
Λένε μερικοί:
-Δεν νηστεύουμε όταν βρισκόμαστε σε μια συγκέντρωση για να μην στενοχωρήσουμε και να μη σκανδαλίσουμε κάποιους με τη στάση μας.
Θα μας σχολιάσουν. Ο ίδιος ο Χριστός δεν είπε να μη δείχνουμε ότι νηστεύουμε όπως οι υποκριτές Φαρισαίοι;
Ο Γέροντας απαντούσε σ’ αυτό τα εξής:        
-Όταν νηστεύουμε, όπως κι’ όταν κάνουμε οποιαδήποτε καλή πράξη, πρέπει να ενεργούμε με ταπεινό φρόνημα, « ως αχρείοι δούλοι», υπακούοντας στις εντολές της Εκκλησίας. Και τούτο ανεξάρτητα αν μας βλέπουν ή δεν μας βλέπουν οι άνθρωποι.. Όπως δεν πρέπει δεν πρέπει και να φοβούμαστε τον ψόγο και τα σχόλια τους, όταν κάνουμε το καθήκον μας προς τις εντολές του Θεού. Δεν είναι δυνατόν να εξαρτώμεθα στο θέμα αυτό από το εάν κάποιος στενοχωρηθεί ή « σκανδαλισθεί».
           Αν εμείς κάνουμε το καθήκον μας, η ευθύνη του σκανδαλισμού βαρύνει τον σκανδαλιζόμενο, οποίος σε τελευταία ανάλυση είτε δεν αναγνωρίζει την αυθεντία του Χριστού και της Εκκλησίας πάνω στη ζωή μας είτε προσπαθεί να δικαιολογήσει τη δική του αδυναμία.Σκεπτόμαστε αυτούς που θα « σκανδαλισθούν», όταν μας δουν να νηστεύουμε, γνωρίζοντας ενδεχομένως τις αρχές του πιστεύω μας.
 Σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση η ευθύνη του σκανδαλισμού βαρύνει εξ ολοκλήρου εμάς, διότι εμείς είμαστε οι παραβάτες της εντολής.
          Εξ άλλου αν αυτή τη  συλλογιστική την επεκτείνουμε και στις άλλες εντολές της Εκκλησίας, καταργούμε όλο τον ηθικό νόμο του Θεού.
  Θέλω λ.χ. να πάω στην Εκκλησία. Πάντοτε θα συναντήσω ανθρώπους στο δρόμο. Σκέπτομαι: αν μπω μέσα και με δουν, αν είναι άθεοι και αντίχριστοι θα ενοχληθούν και θα εξοργισθούν. Αν είναι ευσεβείς πιστοί θα πουν: τι καλός χριστιανός! Πάει στην Εκκλησία! Και ο έπαινος τους θα μου αφαιρέσει την ωφέλεια του εκκλησιασμού. Ας μην πάω, λοιπόν στην Εκκλησία.
  Θα εκκλησιασθώ, όταν δεν θα με δει κανείς. Κι’ έτσι πάει περίπατο ο εκκλησιασμός! Που ακούστηκαν αυτά; Ποιο Ευαγγέλιο λέει τέτοια πράγματα;
(«ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ») 

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΙΕΡΕΩΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ

  Μιλάμε πολλές φορές στον καιρό μας για κρίση στους θεσμούς της κοινωνίας και ανάμεσα σ’ αυτούς περιλαμβάνουμε και την Εκκλησία ως διοίκηση. Σίγουρα το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο και σίγουρα δε σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν διακονεί τον σκοπό της πάνω στη γη. Το παρήγορο και το ενισχυτικό είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι, και στον καιρό μας, που κατορθώνουν να ξεπεράσουν την κακομοιριά μας και να ποδηγετήσουν με το παράδειγμα τους το πλήρωμα της Εκκλησίας.
  Μια τέτοια μορφή ήταν ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 2 Μαρτίου. Γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 και κοιμήθηκε στην Αθήνα το 1932. Θα κάνουμε μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε τον παπα-Νικόλα, τον απλοϊκό ποιμένα των απλοϊκών προβάτων, στις σχέσεις με τους ενορίτες του, όπως φαίνονται από το βιβλίο της μοναχής Μάρθας.    
  Η σχέση που καλλιεργεί ο ιερέας με τους ενορίτες τους είναι το μέτρο με το οποίο μετρά κανείς την προσπάθεια που καταβάλλεται. Μέτρο δεν είναι το πολυπληθές, και συνήθως απαθές, εκκλησίασμα. Ο παπα-Νικόλας αδιαφορεί για το πλήθος κι ενδιαφέρεται για το πώς θα τους κάνει μετόχους της αγιαστικής χάριτος των μυστηρίων. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για το βαθμό των κοινωνικών γνωριμιών των «παιδιών» του και για όλα τα προβλήματα τους «διανυκτέρευε σχεδόν, προσευχόμενος» κι ας είχε λειτουργήσει με το δικό του, μοναδικό τρόπο την προηγούμενη και θα λειτουργούσε και τη μέρα που θα ξημέρωνε (αναφέρεται ότι η λειτουργία παρ’ αυτώ διαρκούσε 9-10 ώρες…)

 Στη σχέση με τους ενορίτες κυριαρχούσε ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας του προσώπου. Εκτός από την ξεχωριστή σε κάθε λειτουργία μνημόνευση όλων των ονομάτων βλέπουμε να μη συμπεριφέρεται ομοιόμορφα και κατά την εξομολόγηση, Ανάλογα με τις δυνάμεις και την πνευματική προκοπή του εξομολογούμενου καθόριζε τη νηστεία, Για τον κάθε ενορίτη του και πνευματικό παιδί του δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις στιγμές της θλίψεως «κατέβασε τον ουρανό στη γη, από την αδιάκοπη κι εγκάρδια προσευχή». Νιώθει τα ξεχωριστά ατομικά προβλήματα «άκουσε με προσοχή και συμπόνια, …είπε ότι θα προσευχηθεί». Και όταν κάνει παρατηρήσεις τις κάνει με πολύ ευγένεια, διακριτικότητα αλλά και αμεσότητα.
Στους υποτακτικούς του προσπαθεί να δώσει τη σωστή ιεράρχηση των αξιών. Δεν τους πιέζει να συμμετάσχουν πουθενά, αλλά όπου συμμετέχουν πρέπει να συμμετέχουν ολόψυχα. «Ήρθαμε να αγρυπνήσουμε, όχι να κοιμηθούμε…» είπε σε κάποιον που αποκοιμήθηκε κατά την ώρα της αγρυπνίας.
 
  Όταν πρόκειται να κάνει κάτι το καινούργιο, που θα έχει επίπτωση στους γύρω του, ρωτάει «τι λες να συνεχίσουμε και εμείς αυτό; (την προσευχή των Ακοίμητων)» και σέβεται την απάντηση της υποτακτικής του χωρίς να προσπαθήσει να επιβάλλει τη γνώμη του. Δε διστάζει να ζητήσει συγγνώμη από τους συνεργάτες του όταν καταλαβαίνει ότι η προσωπική του επιθυμία και διάθεση για συνέχιση του αγώνα και της προσευχής, τους κουράζει: «σας παιδεύω, παιδιά μου, να με συγχωρέσετε», «να με συγχωρέσεις… είμαι λιγάκι παράξενος!»
   Όλες του οι ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα το γαλήνεμα του εσωτερικού κόσμου όσων τον πλησίαζαν. «Αποφάσισαν να τον φέρουν (ένα δαιμονισμένο) στο μικρό και ήσυχο λιμανάκι, εκεί που κατέφευγαν όλες οι κυματοδαρμένες από τις φουρτούνες της ζωής ψυχούλες». Ακόμη και η κουβέντα που είπε σε κάποιον στεναχωρημένο αμαξά «δεν πειράζει παιδί μου, πηγαίνω με τα πόδια», αντανακλούν τη γαλήνη που έκρυβε μέσα του. Η γαλήνη αυτή έκανε τον άλλον να παραμερίζει οποιαδήποτε εμπόδια και καλλιεργούσε την ειρήνη στις μεταξύ τους σχέσεις.

Ως καλός ποιμένας γνωρίζει καλά το ποίμνιο του και προσπαθεί να το γνωρίσει ακόμη καλύτερα. Όταν μια φορά είχε μείνει από πρόσφορο και δεν θα μπορούσε να τελέσει τη Θεία Λειτουργία έστειλε να ζητήσουν από τις γυναίκες «που ήξερε πως πάντα είχαν πρόσφορο». Ανακαλύπτει ένα κρυμμένο λεπρό και τον εντάσσει στα πλαίσια των ασχολιών του. Προσπαθεί να νιώσει την ουσία των προβλημάτων και μετά να προσφέρει τη βοήθεια του. Αυτό του δίνει την άνεση να έχει ξεκάθαρη στάση απέναντι τους και να μην τους κάνει να πικραίνονται ποτέ γιατί έβλεπαν ότι ο παπα-Νικόλας δεν έβλεπε τον άνθρωπο μόνο ως ψυχή αλλά και ως σώμα και κατά πρώτον λόγο έπρεπε να καλυφθούν οι σωματικές ανάγκες και μετά να προσεγγιστεί ο πιστός και από την «πνευματική» σκοπιά.
«Προσφέρθηκε να βάλει την περιουσία του ενέχυρο, για να σωθεί ο πλησίον του», «ένα γεροντάκι τον επισκεπτόταν δις της εβδομάδας και τον συντηρεί σχεδόν (ο παπα-Νικόλας)» -βλέπουμε ότι δεν αφήνει στο φιλόπτωχο την υλική συμπαράσταση- «πήρε τον φάκελο κλειστό με σεβαστό ποσόν…, τον έδωσε αμέσων κλειστό σε μια πτωχή, είχε κόψει μισθό σε έντεκα οικογένειες χήρων και ορφανών. …Χρόνια διατηρεί το επίδομα…», «περνούσε πολύ χρήμα από τα χέρια του, αλλ’ αμέσως το διοχέτευε στην ελεημοσύνη», προσεύχεται για να βρει κάποιος οικογενειάρχης δουλειά, προσεύχεται για ν’ απαλλαγεί από τους στομαχικούς πόνους μια ενορίτισσα του, και ακόμη, και μετά το θάνατο του, προσωπικά του αντικείμενα ή και μια ευχή στ’ όνομα του έδιναν λύση σε επείγοντα σωματικά προβλήματα.  
Οι πράξεις του αυτές είχαν καλλιεργήσει ένα σεβασμό του ποιμνίου του, που τον συνόδευε σε κάθε του βήμα. Τον υποδέχονταν με χαρά και προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή μαζί του, να πάρουν την ευλογία του- ακόμη και οι οδηγοί θα είχαν εκείνη τη μέρα περισσότερα κέρδη! Δεν ενδιαφέρονταν για την πτωχική εξωτερική του εμφάνιση, ούτε και για το ότι ήταν κατά κόσμο αμόρφωτος. Όμως και ο παπα Νικόλας καταλάβαινε την αγάπη τους, δεν τη εκμεταλλεύονταν και δεν αδιαφορούσε όταν κάποιο «παιδί του» ετοίμαζε κάτι γι’ αυτόν.
  Πρόθυμα ο παπα-Νικόλας συγχωρεί τις πράξεις των άλλων που τον έχουν ως στόχο. Συγχωρεί τον νεωκόρο που τον μούντζωνε, συγχωρεί αυτούς που θέλουν να τον εμπαίξουν. Αυτό, όμως, που δεν συγχωρεί είναι η ασυγχωρησία: Θεωρούσε ένοχο έναν κληρικό που είχε αφορίσει μια κυρία και πέθαναν και οι δύο ασυγχώρητοι.
  Κυριότερο μέσο αγωγής είχε το παράδειγμα και την έμπρακτη νουθεσία. Εξηγεί σε μια «κόρη του» γιατί να μην θυμώνει και λέει: «και ‘γω δεν ξέρω να μιλήσω; ξέρω, αλλά σκέφτομαι το αποτέλεσμα και έτσι σιωπώ».
  Πηγαίνει νωρίς σ’ ένα σπίτι για να μπορέσει να λειτουργήσει την επόμενη, δίνοντας την αφορμή στο σπιτικό εκείνο να συλλειτουργηθεί μαζί του. Ελέγχει με πολύ όμορφο τρόπο τη συμπεριφορά των άλλων και του κάνει να καταλάβουν το βαθύτερο αίτιο των σφαλμάτων τους, «έβαλε κανόνα» σε ένα αστεφάνωτο ζευγάρι μόνο όταν τους καλλιέργησε πνευματικά, και εξηγεί με πολύ αγάπη σε μια γυναίκα που ζούσε παράνομα για ποιο λόγο δεν μπορεί να αποδεχθεί το πρόσφορο της. Έτσι η γυναίκα καταλαβαίνει ότι δόγμα και ήθος είναι ένα και το αυτό.
  Ακόμη κι όταν βλέπει ότι η αγάπη του δεν βρίσκει ανταπόκριση και η καλημέρα του δεν απαντάται, αυτός συνεχίζει ακάθεκτος την προσπάθεια του για να δείξει ότι η αγάπη καταργεί όλα τα σύνορα: «δεν είχε εχθρό κανένα». Φυσικά, προτιμά να προλάβει μια κατάσταση παρά να τη νουθετήσει εξ υστέρων: ενίσχυε τις νεαρές χήρες «διότι η φτώχεια εξωθεί προς την διαφθορά». Το ενδιαφέρον του ήταν στραμμένο προς τον συνάνθρωπο αδιαφορώντας για την πολιτική του τοποθέτηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν τον ρώτησαν κάτι για τα πολιτικά, αυτός απάντησε: «Ποιος κυβερνάει τώρα;»
  Ποτέ, επίσης, για κάποιο αίτημα του δεν έκρουσε την πόρτα ισχυρών- ούτε ενδιαφερόταν τι θέση κατείχε ο εξομολογούμενο.Ο παπα Νικόλας έκρουε συνεχώς την πόρτα του Θεού. Προσπαθεί να παρηγορήσει για πράγματα που νιώθει ότι στενοχωρούν τους άλλους αλλά δεν τους βλάπτουν πνευματικά: «δεν πειράζει παιδί μου» είπε σ’ έναν αμαξά όταν αφήνιασαν τα’ άλογα του, «μη στεναχωριέσαι» είπε στην ψάλτρια του όταν περπατούσαν στο σκοτάδι, και ο ίδιος δεν στεναχωρούνταν ακόμα και με πράξη που δικαιολογημένα θα έκαναν άλλους να αγανακτήσουν, αλλά διδάσκει την υπομονή και την αγάπη με καλοσύνη και απάθεια.
  Κάναμε μια μικρή προσπάθεια να δούμε μια πλευρά της ζωής μιας από τις νεώτερες μορφές αγίων κληρικών. Όμως η προσωπικότητα του παπα-Νικόλα δεν μπορεί να κλειστεί σε μερικές γραμμές. Μπορεί να μετρηθεί μόνο με το πόσες ψυχές παρασυρμένες από τη ζωή του θα μπορέσουν να φτάσουν πιο κοντά στη Βασιλεία των Ουρανών.
  Την ευχούλα του να 'χουμε!
 

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΡΤΙΟΥ


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΗΝΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ
ΣΑΒΒΑΤΟ 01/03/14 ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ
ΩΡΑ 07:00 Π.Μ. – ΑΓΑΠΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΟΥ – ΟΣΙΑΣ ΕΥΔΟΚΙΑΣ
ΟΡΘΡΟΣ-ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΜΙΚΡΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ-Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.
ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ
ΩΡΑ 08:00Μ.Μ.- ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ.
 
ΤΕΤΑΡΤΗ 05/03/14
                             ΩΡΑ 06:00Μ.Μ.- ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ      
ΩΡΑ 06:30Μ.Μ.- ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Θ΄ΩΡΑΣ & ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 07/03/14
ΩΡΑ 06:15Μ.Μ.- ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ
ΩΡΑ 07:00Μ.Μ.- ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ - ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Α΄ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ
ΣΑΒΒΑΤΟ 8/03/14  
ΩΡΑ 07:00 Π.Μ.-ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ἀναμνηση τοῦ δια κολλύβων θαύματος τῶν Ἁγίων Θεοδώρων.
(Εὐλόγηση Κόλλυβων Ἁγίων Θεοδώρων)
ΚΥΡΙΑΚΗ  09/03/14 Α΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ(ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)(Λιτάνευση τῶν ἱερῶν εἰκόνων.)
ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
ΩΡΑ 07:00Π.Μ.- ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 
ΤΕΤΑΡΤΗ 12/03/14
ΩΡΑ 06:00Μ.Μ.- ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ
ΩΡΑ 06:30Μ.Μ.- ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Θ΄ΩΡΑΣ & ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ -  ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ.
 
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 14/03/14
ΩΡΑ 06:15Μ.Μ.- ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
ΩΡΑ 07:00Μ.Μ.- ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ - ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Β΄ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ
ΣΑΒΒΑΤΟ 15/03/14
ΩΡΑ 07:00Π.Μ.- ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ) 16/03/14 
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΠΑΤΜΩ
ΩΡΑ 07:00Π.Μ.- ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΤΕΤΑΡΤΗ 19/03/14
                             ΩΡΑ 06:00Μ.Μ.- ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ      
ΩΡΑ 06:30Μ.Μ.- ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Θ΄ΩΡΑΣ – ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21/03/14
ΩΡΑ 06:15Μ.Μ.- ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑ
ΩΡΑ 07:00Μ.Μ.- ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ - ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Γ΄ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ

ΣΑΒΒΑΤΟ 22/03/14
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΞ ΑΓΚΥΡΑΣ
ΩΡΑ 07:00Π.Μ.- ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ
ΩΡΑ 07:00 Π.Μ.-ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΤΡΙΤΗ 25/03/14/ - ΩΡΑ 07:00 Π.Μ.-ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΤΕΤΑΡΤΗ 26/03/14
ΩΡΑ 06:00 Μ.Μ.-ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ
ΩΡΑ 06:30Μ.Μ.-  Θ΄ΩΡΑ & ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
 
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ – 28/03/14
ΩΡΑ 06:15Μ.Μ.- ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΩΡΑ 07:00 Μ.Μ.-ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ - ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Δ΄ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ
 
ΣΑΒΒΑΤΟ 29/03/14
ΩΡΑ 07:00 Π.Μ.- ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ 30/03/14 (ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΗ)
ΩΡΑ 07:00 Π.Μ.-ΟΡΘΡΟΣ & ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

 

 

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΝΙΚΟΛΑΟΝ ΤΟΝ ΠΛΑΝΑ

ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ
επι τη μνήμη του
ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ

 Το Σάββατο 1η Μαρτίου και ώρα 06:30μ.μ.εώς 01:00π.μ.
 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ
ΩΡΑ 06:30 μ.μ. - ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ
ΩΡΑ 07:00 μ.μ. - ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Θ΄ΩΡΑΣ - ΜΙΚΡΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ & ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ
ΩΡΑ 08:00 μ.μ. - ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ- ΛΙΤΗΣ & ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑΣ
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ - ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ &  ΤΑ ΚΟΛΛΥΒΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ.
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ
ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΑΣ ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΥΡΙΟΣ 
Ἐπανερχόμενοι, ὅπως ὑποσχεθήκαμε, στὴν αἵρεση τοῦ Γνωστικισμοῦ, θὰ ἀναφερθοῦμε σήμερα ἐν συντομίᾳ στὴν βασική του διδασκαλία περὶ κακοῦ θεοῦ καὶ κακοῦ κόσμου, ἀφήνοντας στὴν συνέχεια τὸν σύγχρονό μας ἅγιο Πορφύριο νὰ διασκεδάσει ἁγιοπνευματικῶς τὴν θέση αὐτὴ μὲ τὸν δικό του ξεχωριστό,ἁπλοϊκό,ἀλλὰ τόσο ἄμεσο καὶ γλαφυρὸ τρόπο. Ὁ Γνωστικισμός,θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε,εἶναι ἕνα πολὺ ἀρχαῖο καὶ παγκόσμιο φιλοσοφικοθρησκευτικὸ σύστημα, ποὺ φθάνει μέχρι τὶς ἡμέρες μας.Ὀνομάζεται Γνωστικισμὸς καὶ οἱ ὀπαδοί του Γνωστικοί, διότι ἐπιδιώκουν τὴν ἀπολύτρωση μέσῳ τῆς γνώσεως. Γιὰ τὸν Γνωστικισμὸ ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του κακός. Δημιουργὸς αὐτοῦ τοῦ (κακοῦ) κόσμου εἶναι ἕνας κατώτερος, κακὸς θεός. Συνεπῶς, ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ λυτρωθεῖ, θὰ πρέπει νὰ παλέψει ἐναντίον τοῦ κακοῦ θεοῦ καὶ νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς κακῆς ὕλης. Αὐτὸ θὰ γίνει μέσῳ τῆς γνώσεως. 
Καταλαβαίνει εὐθὺς ἐξ  ἀρχῆς ὁ ἀγαπητὸς ἀναγνώστης ὅτι ἡ ἀντίληψη αὐτὴ εἶναι παντελῶς ἀπάδουσα πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κόσμος γιὰ μᾶς εἶναι δημιούργημα τοῦ ἑνὸς ἁγίου τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του καλός. Τίποτε κακὸ δὲν ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτοῦ μέσα στὴν κτίση. Αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἐμεῖς κακὸ εἰσῆλθε στὸν κόσμο ἐξ αἰτίας τῆς ἀνταρσίας τῶν λογικῶν ὄντων ἐνάντια στὸν δημιουργὸ Θεό. Ἡ πηγὴ δηλαδὴ τοῦ κακοῦ θὰ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ στὴν ἐλεύθερη βούληση τῶν πνευματικῶν ὑπάρξεων καὶ ὄχι στὴν ὕπαρξη κάποιου κακοῦ δημιουργοῦ θεοῦ, ἀφοῦ πουθενὰ στὴν κλίμακα τῶν ὄντων τὸ κακὸ δὲν ἐντοπίζεται ὡς ἰδιαίτερη ὕπαρξη, ὡς οὐσία ἢ φύσις, ἀλλὰ ὡς ἡ κατάστασις μιᾶς φύσεως. Τὸ κακὸ δὲν εἶναι πρᾶγμα, δὲν ἔχει ὑπόσταση, εἶναι «παρυπόστασις», ὅπως λέγει καὶ ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης. Κανεὶς κακὸς θεὸς συνεπῶς δὲν δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ κανεὶς ἄλλος πέραν τοῦ ἀληθινοῦ τριαδικοῦ μας Θεοῦ δὲν ὑπάρχει. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐναντίον καμμιᾶς κακῆς ὕλης δὲν ἔχει νὰ παλέψει ὁ ἄνθρωπος, παρὰ μόνον ἐναντίον τοῦ κακοῦ του ἑαυτοῦ· «ὅτι πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον· ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως» (Α΄ Τιμ. δ΄ 4-5). Ὅλα εἶναι ἅγια, ὅταν τὰ δεχόμεθα μετ’ εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν δωροδότη Θεόν.
Ὁ γέροντας Πορφύριος, ποὺ προσφάτως ἀνακηρύχθηκε ἅγιος, μιλοῦσε γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς κτίσεως. «Νὰ χαίρεσθε», ἔλεγε, «ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς περιβάλλουν. Ὅλα γύρω μας εἶναι σταλαγματιὲς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὰ ἔμψυχα καὶ τὰ ἄψυχα καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ καὶ τὰ βουνὰ καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὸ ἡλιοβασίλεμα καὶ ὁ ἔναστρος οὐρανός. Εἶναι οἱ μικρὲς ἀγάπες, μέσα ἀπ' τὶς ὁποῖες φθάνουμε στὴν μεγάλη ἀγάπη, τὸν Χριστό. Τὰ λουλούδια, γιὰ παράδειγμα, ἔχουν τὴν χάρη τους, μᾶς διδάσκουν μὲ τὸ ἄρωμά τους, μὲ τὸ μεγαλεῖο τους. Μᾶς μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Σκορποῦν τὸ ἄρωμα τους, τὴν ὀμορφιά τους σὲ ἁμαρτωλοὺς καὶ δικαίους. Νὰ ἐκμεταλλεύεσθε τὶς ὡραῖες στιγμές. Οἱ ὡραῖες στιγμὲς προδιαθέτουν τὴν ψυχὴ σὲ προσευχή, τὴν καθιστοῦν λεπτή, εὐγενική, ποιητική. Ξυπνῆστε τὸ πρωΐ, νὰ δεῖτε τὸν βασιλιᾶ ἥλιο νὰ βγαίνει ὁλοπόρφυρος ἀπ' τὸ πέλαγος. Ὅταν σᾶς ἐνθουσιάζει ἕνα ὡραῖο τοπίο, ἕνα ἐκκλησάκι, κάτι ὡραῖο, νὰ μὴ μένετε ἐκεῖ, νὰ πηγαίνετε πέραν αὐτοῦ, νὰ προχωρεῖτε σὲ δοξολογία γιὰ ὅλα τὰ ὡραῖα, γιὰ νὰ ζεῖτε τὸν μόνον Ὡραῖον. Ὅλα εἶναι ἅγια, καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὸ μπάνιο καὶ τὸ φαγητό. Ὅλα νὰ τὰ χαίρεσθε. Ὅλα μᾶς πλουτίζουν, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὴν μεγάλη Ἀγάπη, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὸν Χριστό. Νὰ ζεῖτε μέσα σὲ ὅλα, στὴν φύση, στὰ πάντα. Ἡ φύση εἶναι τὸ μυστικὸ Εὐαγγέλιο. Ὅταν, ὅμως, δὲν ἔχει κανεὶς ἐσωτερικὴ χάρη, δὲν τὸν ὠφελεῖ ἡ φύση. Ἡ φύση μᾶς ξυπνάει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς πάει στὸν Παράδεισο».
Ἂς ἀκολουθοῦμε, ἀδελφοί, τὶς διδαχὲς τῶν ἁγίων μας καὶ ὄχι ἐκεῖνες τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὰ φληναφήματα καὶ τὶς κακοδοξίες τους βλασφημοῦν τὴν ἱερότητα τῆς κτίσεως καὶ τῆς ζωῆς.

Ἐκ τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων τῆς Ἱ. Μητροπόλεως  

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

 ΕΝΑ ΘΕΛΩ,ΕΝΑ ΕΠΙΘΥΜΩ,ΕΝΑ ΖΗΤΩ,ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ
Ν' άγαπάμε τόν Χριστό καί μόνη έλπίδα καί φροντίδα μας νά είναι Αυτός.
Ν' άγαπάμε τόν Χριστό μόνο γι' αuτόν Ποτέ γιά μας. 'Άς μας βάλει όπου θέλει.
'Άς μας δώσει ο,τι θέλει. Νά μήν Τόν αγαπαμε γιά τά δώρα Του.
  Είναι έγωισμός νά λέμε: «Θά μέ βάλει ό Χριστός σέ μία ώραία μονή, πού εχει φτιάξει. Τήν εχει έτοιμάσει ό Χριστός, τό λέει τό Ευαγγέλιο: "'Εν τη οικία του Πατρός μου μοναί πολλαί εισίν... 'ίνα όπου είμι έγω και ύμεις ητε"».
 Τό σωστό είναι νά λέμε: «Χριστέ μου, ο,τι θέλει ή αγάπη Σου' αρκείνά ζω στήν αγάπη Σου» 'Εγώ ό καημένος, τί νά σας πω ... είμαι πολύ άδύνατος. Δέν εχω κατορθώσει ν' αγαπήσω τόσο πολύ τόν Χριστό, νά Τόν λαχταρήσει ή ψυχή μου. Αίσθάνομαι ότι είμαι πολύ πίσω.
  'Έτσι τό αισθάνομαι. Δέν εχω φθάσει εκεί πού θέλω, δέν ζω αυτή τήν αγάπη. Άλλά δέν άποθαρρύνομαι. 'Εμπιστεύομαι τήν αγάπη του Θεοϋ. Λέω στόν Χριστό:«Τό ξέρω, δέν είμαι αξιος.
  Στείλε με όπου θέλει ή αγάπη Σου. Αύτό έπιθυμω, αύτό θέλω. Στή ζωή μου πάντα Σέ λάτρευα».
 Όταν ήμουν άρρωστος βαριά καί θά εφευγα γιά τούς ουρανούς, δέν ηθελα νά σκέπτομαι τίς άμαρτίες μου. "Ήθελα νά σκέπτομαι τήν αγάπη του Κυρίου μου, του Χριοτοϋ μου, καί τήν αίωνια ζωή.
  Δέν ηθελα νά εχω φόβο. 'Ήθελα νά πάω στόν Κύριο καί νά σκέπτομαι τήν αγαθότητά Του, τήν αγάπη Του. Καί τώρα, πού πλησιάζει τό τέλος της ζωης μου, δέν εχω αγχος, αγωνία, αλλά σκέπτομαι ότι, όταν παρουσιασθώ στη
  Δευτέρα Παρουσία καί μου πεϊ ό Χριστός: «Έταιρε, πως είσηλθες ώδε, μη εχων ενδυμα γάμου;»θά σκύψω τό κεφάλι καί θά πω: «"Ο.τι θέλεις, Κύριέ μου, ο.τι θέλει ή αγάπη Σου.
  Τό ξέρω, δέν είμαι αξιος. Στείλε με όπου θέλει ή αγάπη Σου. Γιά τήν κόλαση είμαι αξιος. 
 Καί στήν κόλαση νά μέ βάλεις, αρκεί νά είμαι μαζί Σου.
Ένα θέλω, ενα έπιθυμω, ενα ζητώ; νά είμαι μαζί Σου, όπου καί οπως θέλεις 'Εσύ».
Προσπαθώ νά δοθώ στήν αγάπη καί στή λατρεία του Θεοϋ. 'Έχω τή συναίσθηση της άμαρτωλότητος, αλλά ζω μέ τήν έλπίδα. Είναι κακό ν' άπελπίζεσαι, διότι ό άπελπισμένος πυκραίνεται καί χάνει τήν προθυμία καί τή δύναμή σου. 'Ενω αυτός πού ελπίζει, προχωρεϊ πρός τά έμπρός.
 'Επειδή αισθάνεται ότι είναι φτωχός, προσπαθεί νά πλουτίσει. Τί κάνει ό φτωχός; 'Όταν είναι εξυπνος, προσπαθεί νά βρεϊ εναν τρόπο νά πλουτίσει. Παρόλο πού νιώθω ετσι άδύναμος καί δέν εχω κατορθώσει αυτό πού ποθώ, έν τούτοις δέν άπελπίζομαι. Μέ παρηγορεί, όπως σας είπα, οτι δέν παύω άπό του νά προσπαθω διαρκως.
  'Όμως δέν κάνω αυτό πού θέλω. Κάνετε προσευχή καί γιά μένα. Τό θέμα είναι οτι δέν μπορώ ν' άγαπήσω άπόλυτα τόν Χριστό χωρίς τήν χάρι Του.
 Ό Χριστός δέν άφήνει νά έκδηλωθει ή άγάπη Του, αν ή ψυχή μου δέν εχει κάτι πού νά Τόν τραβήξει. Κι 'ίσως αυτό τό κάτι μου λείπει, γι' αυτό παρακαλώτόν Θεό καί λέω: «Πολύ άδύνατος είμαι, Χριστέ μου.
 Μόνον 'Εσύ θά κατορθώσεις μέ τήν χάρι Σου νά μ' άξιώσεις ετσι, σάν τόν 'Απόστολο Παύλο πού χαιρόταν καί καυχιόταν, νά λέγω κι έγώ μαζί του: "Ζω δε ουκέτι έγώ, ζη δε έν έμοι Χριστος ».Μ' αυτά άσχολοϋμαι.
  Προσπαθώ νά βρίσκω τρόπους ν' άγαπήσω τόν Χριστό. Δέν χορταίνεται αυτή ή άγάπη, "0σο άγαπάεις τόν Χριστό, τόσο νομίζεις ότι δέν Τόν άγαπάεις κι όλο λαχταράεις περισσότερο νά Τόν άγαπήσεις. Χωρίς, όμως, νά τό καταλαβαίνεις, πηγαίνεις πιό ψηλά, πιό ψηλά!
Από το βιβλίο: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΙΒΙΤΟΥ Βίος καί Λόγοι - Θ' ΕΚΔΟΣΗ 

ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ

ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΑΡΡΩΣΤΩΝ
 
Χθες βράδυ, την ώρα πού πήγαινα στον ναό για την αγρυπνία, είδα σε μια άκρη έναν πατέρα με ένα παιδάκι σε αναπηρικό καροτσάκι. Πλησίασα, αγκάλιασα τον μικρό καί τον φίλησα. «Είσαι ένας άγγελος, του είπα, το ξέρεις;». Καί στον πατέρα του είπα: «Μεγάλη τιμή για σένα να υπηρετείς έναν άγγελο. Να χαίρεστε, γιατί θα πάτε καί οι δύο στον Παράδεισο.» Έλαμψαν από χαρά τα πρόσωπά τους, γιατί ένιωσαν την θεϊκή παρηγοριά...
   Αυτοί πού διακονούν αρρώστους, αναπήρους κ.λ.π. με αγάπη καί υπομονή, αν έχουν αμαρτίες, σβήνουν τις αμαρτίες τους με την θυσία πού κάνουν — αν δεν έχουν αμαρτίες, αγιάζονται. Κάποτε μια γυναίκα μου διηγήθηκε μερικά γεγονότα από την ζωή της πολύ θαυμαστά.
  Απόρησα, γιατί ήταν καταστάσεις πού συναντούμε στους βίους των Αγίων καί αυτή ήταν μια απλή γυναίκα. Όταν μου είπε πως είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής της, είδα ότι όλη η ζωή της ήταν μια θυσία. Από νέα ακόμη υπηρετούσε αρρώστους, γιατί στο πατρικό της σπίτι είχαν καί τον πάππου καί την γιαγιά, πού ήταν άρρωστοι.
   Όταν παντρεύτηκε, έμενε με τον πεθερό καί την πεθερά της, πού ήταν επίσης άρρωστοι. Μετά αρρώστησε ο άνδρας της, έμεινε κατάκοιτος και τον υπηρετούσε. Όλη την ζωή της δηλαδή αυτή η γυναίκα την πέρασε διακονώντας αρρώστους. Διψούσε όλα αυτά τα χρόνια να μελετήσει,να πάει σε κάποια αγρυπνία, αλλά δεν είχε χρόνο. Επειδή όμως ήταν δικαιολογημένη, ο Θεός στο τέλος της έδωσε μαζεμένη την Χάρη Του.
 - Γέροντα, μερικοί άνθρωποι, όταν αρρωσταίνουν, αποκτούν πολλές παραξενιές.
- Ναί, αυτό συμβαίνει, αλλά καί οι υγιείς πρέπει να δικαιολογούν λίγο την ανησυχία, την γκρίνια ή την ιδιοτροπία των αρρώστων, γιατί αυτά είναι φυσικά στους αρρώστους. Ειδικά, όποιος δεν έχει αρρωστήσει, δεν μπορεί να καταλάβει τον άρρωστο, γιατί δεν έχει πονέσει καί η καρδιά του είναι λίγο σκληρή.
  Όσοι υπηρετούν έναν άρρωστο, έναν κατάκοιτο, χρειάζεται πολύ να προσέξουν να μην τον κάνουν να γογγύσει. Μπορεί να τον υπηρετούν για χρόνια, αν όμως μια φορά στο τέλος τον κάνουν να γογγύσει, τα χάνουν όλα. Είναι βαρύ να φύγει η ψυχή με γογγυσμό από αυτόν τον κόσμο. Αλλά καί εκείνους μετά ο πονηρός θα τους βασανίζει, λεπταίνοντας δήθεν την συνείδησή τους.
— Γέροντα, ο ψυχικός παράγων πόσο μπορεί να επηρεάσει την σωματική υγεία;
- Όταν κανείς είναι ψυχικά καλά, ο σωματικός πόνος ελαφρώνει. Όταν δεν είναι καλά ψυχικά, η άσχημη ψυχική κατάσταση επιδεινώνει την υγεία του. Πάρε έναν καρκινοπαθή πού τον έχουν ξεγραμμένο οι γιατροί. Αν πιστεύει στον Θεό καί βρεθεί σε μια χαρούμενη πνευματική ατμόσφαιρα, μπορεί να ζήσει περισσότερο, ενώ διαφορετικά μπορεί να λειώσει από την στενοχώρια του καί να σβήσει μέσα σε λίγες εβδομάδες.
  Καμιά φορά μπορεί κάποιος από ιατρικής πλευράς να είναι υγιής, οι εξετάσεις να μη δείχνουν τίποτε, αλλά, αν έχει κάτι πού τον σακατεύει ψυχικά, τότε να μην είναι πραγματικά καλά.
  Γιατί οι περισσότερες αρρώστιες από την στεναχώρια ξεκινούν. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποιο ευαίσθητο σημείο. Μια στεναχώρια άλλον θα τον χτυπήσει στο στομάχι, άλλον στο κεφάλι.
  Το καλύτερο φάρμακο για μια αρρώστια είναι η πνευματική χαρά, γιατί σκορπάει την θεία Χάρη στην ψυχή. Η πνευματική χαρά έχει την μεγαλύτερη ιαματική δύναμη για όλες τις αρρώστιες. Είναι η θεϊκή αλοιφή πού επουλώνει τις πληγές, ενώ η στενοχώρια τις ερεθίζει...
Από το βιβλίο «Λόγοι» Τόμος Δ' - Σουρωτή Θεσσαλονίκης 
 

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Τα κουταλάκια και η λαβίδα!

Υπάρχουν χριστιανοί που φοβούνται να μεταλάβουν για να μην κολλήσουν μικρόβια!
Αν ηταν έτσι, δεν θα ζούσε κανένας απο τους ιερείς, επειδή στο τέλος καταλύουν το περιεχόμενο του Αγίου Ποτηρίου, από το οποίο κοινωνούν συχνά εκατοντάδες πιστοί με ποικίλες αρρώστιες. Κι όμως, κανένας ιερέας δεν έπαθε ποτέ τίποτα. Το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ειναι "πύρ καταναλίσκον".
Ένα από τα πολλά περιστατικά που αποδεικνύουν περίτρανα την αλήθεια αυτή ειναι και το ακόλουθο:
  Όταν ο Μητροπολίτης Χίου Παντελεήμων Φωστίνης (+1962) ήταν ιεροκήρυκας Αττικής, πήγε κάποτε να λειτουργήσει στο φθισιατρείο (σ.σ. λεπροκομείο) της "Σωτηρίας". Εκεί του έφεραν οι νοσοκόμοι μια μεγάλη πιατέλα με πολλά κουταλάκια.
- Τι τα φέρατε αυτά; τους ρώτησε.
- Μας είπαν οι γιατροί να κοινωνήσετε με αυτά τους ασθενείς, αρχίζοντας από τους πιό ελαφρά και προχωρώντας στούς πιό βαριά.
- Δεν χρειάζονται αυτά, απάντησε με πίστη ο ιερέας. Έχω την Αγία Λαβίδα.
 Πραγματικά, στη Θεία Λειτουργία κοινώνησε κανονικά τους ασθενείς και ύστερα πλησίασε την Ωραία Πύλη για να καταλύσει. Το έκανε αυτό για να τον βλέπουν όλοι, και να μάθουν οι γιατροί ότι η Θεία Κοινωνία ειναι φωτιά που καίει τα πάντα.
 

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ.

ΤΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ 
  Μέσα στην ιδιαίτερη μέριμνα της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι' αυτούς.
  Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.
   Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.
   Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα,το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.(Το Σάββατο της Τυρινής,των Αγίων Θεοδώρων,και το Σάββατο πριν τη μνήμη του Αγίου Δημητρίου δεν είναι Ψυχοσάββατα).
Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια (επί γης) γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
   Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα : Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της Επουράνιας Βασιλείας Του.
  Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει:
* Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.
* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.
* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.
* Γι'αυτούς που πέθαναν στις ερήμους,στα όροι, και στις σπηλιές ασκούμενοι και εν παντί τόπω τελειωθέντων.
* Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα.Ο Θεός δεν περιορίζεται από τόπο και χρόνο.
  Γι’ Αυτόν είναι γνωστά και συνεχώς παρόντα όχι μόνο όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε στο παρόν, αλλά και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα.
  Το διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχή της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό η στον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο:«Επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοι τυγχάνει».
  Ο Θεός έχει γραμμένες στο βιβλίο της αγάπης του και τις πράξεις που θα γίνουν στο μέλλον, άρα και τις προσευχές που αναπέμπουμε τώρα για πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν. Ως αιώνιος και πανταχού παρών ο πανάγαθος Κύριος μας Ιησούς Χριστός αγκαλιάζει με τη θεία του πρόνοια το άπειρο σύμπαν και τούς ατέρμονες αιώνες. Όλους τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν τούς νοιάζεται η αγάπη του, «η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β. Κο 5,14).
  Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού«εαυτούς και αλλήλους»,τούς ζωντανούς αλλά και τούς κεκοιμημένους μας.
 
 Ἀπολυτίκιον.Ἦχος πλ. δ'
Ὁ βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν, καὶ τὸ συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων μόνε Δημιουργέ, ἀνάπαυσον Κύριε τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου· ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν.


ΒΙΟΣ ΑΓΙΑΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΙΑΣ

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΝΔΟΞΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΙΑΣ
 
Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε το έτος 1522 μ.Χ. στην τουρκοκρατούμενη τότε Αθήνα. Οι ευσεβείς γονείς της ονομάζονταν Άγγελος και Συρίγα Μπενιζέλου. Η μητέρα της ήταν στείρα και απέκτησε την Αγία μετά από θερμή και συνεχή προσευχή.
  Ο Κύριος που ικανοποιεί το θέλημα εκείνων που Τον σέβονται και Τον αγαπούν, άκουσε την δέησή της. Και πράγματι, μια ημέρα η Συρίγα μπήκε κατά την συνήθειά της στο ναό της Θεοτόκου για να προσευχηθεί και από τον κόπο της έντονης και επίμονης προσευχής την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε ακριβώς είδε ένα θαυμαστό όραμα. Ένα φως ισχυρό και λαμπρό βγήκε από την εικόνα της Θεομήτορος και εισήλθε στην κοιλιά της. Έτσι ξύπνησε αμέσως και έκρινε ότι το όραμα αυτό σήμαινε στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από λίγο καιρό η Συρίγα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο τη μονάκριβη θυγατέρα της.
Μαζί με την Χριστιανική ανατροφή, έδωσαν στην μοναχοκόρη τους και κάθε δυνατή, για την εποχή εκείνη, μόρφωση.Έτσι η Ρηγούλα (ή Ρεβούλα, δηλαδή Παρασκευούλα),αυτό ήταν το όνομά της προτού γίνει μοναχή, όσο αύξανε κατά την σωματική ηλικία, τόσο προέκοπτε και κατά την ψυχή, όπως λέει το συναξάρι της.
  Σε ηλικία 14 χρονών, οι γονείς της την πάντρεψαν, παρά την θέλησή της, με έναν από τους άρχοντες της Αθήνας. Αργότερα, αφού πέθαναν οι γονείς και ο σύζυγός της, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πόθο της. Αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Χριστό, γίνεται μοναχή και παίρνει το όνομα Φιλοθέη.
 Κατ' αρχήν, ύστερα από εντολή του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, τον οποίο είδε σε όραμα, οικοδόμησε ένα γυναικείο μοναστήρι με αρκετά κελιά, στο οποίο και έδωσε το όνομα του Αγίου για να τον τιμήσει. Στο μοναστήρι πρόσθεσε και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και εκτάσεις και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά, που υπερεπαρκούσαν για τη διατροφή και συντήρηση των μοναζουσών.
 Το μοναστήρι αυτό του Αγίου Ανδρέα σωζόταν στην Αθήνα, με τη Χάρη του Θεού, επί πολλά έτη μετά την κοίμηση της Αγίας και ήταν πλουτισμένο, όχι μόνο με υποστατικά και διάφορα μετόχια, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά άμφια και σκεύη, απαραίτητα για τις ετήσιες ιερές τελετές και αγρυπνίες. Προπαντός όμως το μοναστήρι σεμνυνόταν και εγκαλλωπιζόταν με το θησαυρό του τιμίου και αγίου λειψάνου της Αγίας, το οποίο ήταν αποθησαυρισμένο και αποτεθειμένο στο δεξιό μέρος του Ιερού Βήματος, όπου και το ασπάζονταν με ευλάβεια όλοι οι Χριστιανοί. Το τίμιο λείψανο της Αγίας σκορπούσε ευωδία, γεγονός που αποτελούσε εμφανή μαρτυρία και απόδειξη της αγιότητας αυτής.
  Το παράδειγμά της, λοιπόν, να αφιερωθεί στον Χριστό, το ακολουθούν και άλλες νέες. Σε λίγο διάστημα, η μονή έφθασε να έχει διακόσιες αδελφές. Η μονή της Οσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικό λιμάνι. Εκεί βρίσκουν προστασία όλοι οι ταλαιπωρημένοι από την σκλαβιά. Εκεί οι άρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οι πεινασμένοι τροφή, οι γέροντες στήριγμα και τα ορφανά στοργή.
  Η Οσία, παρά τις αντιδράσεις των Τούρκων, οικοδομεί διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσηλευτήρια, ορφανοτροφεία, «σχολεῖα διὰ τοὺς παίδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξη τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεί σε όλα αυτά τα έργα η ηγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει με τα λόγια και με τη ζωή της. Στηρίζει τους πονεμένους σκλάβους με την προσευχή της. Ιδιαίτερες είναι οι φροντίδες της για να σώσει από τον εξισλαμισμό ή την αρπαγή των Τούρκων τις νέες Ελληνίδες. Το έργο της, κατά βάση εθνικό και θρησκευτικό, ξεπέρασε τα όρια της Αθήνας και έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Αδιαφιλονίκητη ιστορική επιβεβαίωση για το έργο αυτό παρέχει η αλληλογραφία της Φιλοθέης με τη Γερουσία της Βενετίας (1583 μ.Χ.), από την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια.
  Η όλη όμως δράση της Αγίας Φιλοθέης εξαγρίωσε κάποτε τους Τούρκους. Κάποια στιγμή την συλλαμβάνουν και εκείνη με πνευματική ανδρεία ομολογεί: «Εγώ διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασανιστηρίων για το όνομα του Χριστού, τον οποίο λατρεύω και προσκυνώ με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, ως Θεό αληθινό και άνθρωπο τέλειο και θα σας χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη αν μπορείτε μια ώρα πρωτύτερα να με στείλετε προς Αυτόν με το στεφάνι του μαρτυρίου». Ύστερα από την ηρωική αυτή απάντηση προς τους κατακτητές, όλοι πίστευαν ότι η πανευτυχής και φερώνυμη Φιλοθέη εντός ολίγου θα ετελειούτο διά του μαρτυρικού θανάτου. Όμως, κατά θεία βούληση, την τελευταία σχεδόν στιγμή πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοί και καταπράυναν τον ηγεμόνα με διάφορους τρόπους. Έτσι πέτυχαν να ελευθερώσουν την Αγία.
  Αφεθείσα πλέον ελεύθερη, η Αγία Φιλοθέη, επέστρεψε αναίμακτη στο μοναστήρι της, όπως επί Μεγάλου Κωνσταντίνου ο μυροβλύτης Νικόλαος και πολλούς αιώνες αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Φρόντιζε δε, όχι μόνο για τη σωτηρία της δικής της ψυχής αλλά και των άλλων, αφού τους μεν ενάρετους τους στερέωνε στην αρετή, τους δε αμαρτωλούς τους βελτίωνε ηθικά και τους οδηγούσε στη μετάνοια. Και αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πέρασε στη νήσο Τζια (Κέα), όπου προ πολλού είχε οικοδομήσει μετόχι, για να αποστέλλει εκεί τις μοναχές εκείνες που φοβούνταν για διαφόρους λόγους να διαμένουν στην Αθήνα. Στην Τζια έμεινε αρκετό χρόνο και κατήχησε θεαρέστως τις ασκούμενες αδελφές στην ακριβή τήρηση των κανόνων της μοναστικής ζωής. Μόλις τελείωσε το έργο της εκεί, επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα.
  Έτσι λοιπόν, η Αγία Φιλοθέη, αφού έφθασε στην τελειότητα και στην πράξη και στην θεωρία, αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα, από τα οποία, προς απόδειξη του θαυματουργικού της χαρίσματος, θα μνημονεύσουμε ένα μόνο, το ακόλουθο: Ζούσε στην εποχή της ένας νέος, ποιμένας προβάτων, ο οποίος από πολύ μικρός είχε συνηθίσει στις κλεψιές και στις ραδιουργίες. Ο νέος αυτός, κατά παραχώρηση του Θεού, κυριεύθηκε από τον Σατανά. Εξ αιτίας τούτου περιφερόταν στα βουνά και στις σπηλιές γυμνός και τετραχηλισμένος, θέαμα όντως ελεεινό. Πολλές φορές, όταν συνερχόταν από την τρέλα, στην οποία τον είχε οδηγήσει ο Σατανάς, σύχναζε στα γύρω μοναστήρια για να βρει θεραπεία στην ασθένειά του. Δεν μπορούσε όμως να πετύχει τίποτε. Κάποιοι, που τον ευσπλαγχνίστηκαν, τον οδήγησαν στην Αγία Φιλοθέη η οποία, ύστερα από πολύ και εκτενή προσευχή τον λύτρωσε από εκείνη τη διαβολική μάστιγα. Έπειτα, αφού το νουθέτησε αρκετά, τον εισήγαγε και στην τάξη των μοναχών. Και έτσι ο νέος εκείνος, αφού εκάρη μοναχός, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με μετάνοια και άσκηση, θαυμαζόμενος απ' όλους.
  Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να ανακόψουν την δράση της. Ώσπου μια νύχτα, στις 2 Οκτωβρίου του έτους 1588 μ.Χ., πήγαν στο μονύδριο που είχαν οικοδομήσει στα Πατήσια (έτυχε τότε να εορτάζεται η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και η Αγία μαζί με τις άλλες αδελφές βρίσκονταν στον ιερό ναό επιτελώντας ολονύκτια αγρυπνία) και πέντε από αυτούς ανέβηκαν στον εξωτερικό τοίχο και πήδησαν μέσα στην αυλή. Στην συνέχεια εισέβαλαν στο ναό, όπου άρπαξαν την Αγία και την μαστίγωσαν με μανία και βαναυσότητα και την εγκαταλείπουν ημιθανή έξω από τη μονή της.
 Έξω από το ναό, στα δεξιά της εισόδου του, σώζεται η κολώνα, όπου η Φιλοθέη δέθηκε και μαστιγώθηκε. Οι μοναχές της την μετέφεραν στην κρύπτη της στην Καλογρέζα. Εκεί η Φιλοθέη υποκύπτει στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου 1589 μ.Χ.
 Είκοσι ημέρες μετά από την κοίμηση της Αγίας, ο τάφος της ευωδίαζε. Ακόμη, όταν μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή, το τίμιο λείψανό της βρέθηκε σώο και ακέραιο. Επιπλέον ήταν γεμάτο με ευωδιαστό μύρο, τρανή και λαμπρή απόδειξη της θεάρεστης και ενάρετης πολιτείας της, προς δόξα και αίνο του Θεού και καύχημα της πίστεώς μας. Το ιερό λείψανό της βρίσκεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια: «Φιλοθέης υπό σήμα τόδ' αγνής κεύθει σώμα, ψυχήν δ' εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων».


 H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595 - 1600 μ.Χ.). Ο Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ' αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: «Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι... τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ' έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι». Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος που ονομαζόταν Iέραξ. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: «Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν...».
 
Ἀπολυτίκιον 
Ἀθηναίων ἡ πόλις ἡ περιώνυμος Φιλοθέην τιμᾷ τὴν ὁσιομάρτυρα καὶ ἀσπάζεται αὐτῆς τὸ θεῖον λείψανον, ὅτι ἐβίωσε σεμνῶς καὶ μετήλλαξε τὸ ζῆν ἀθλήσει καὶ μαρτυρίῳ, καὶ πρεσβεύει πρὸς τὸν Σωτῆρα, διδόναι πᾶσι τὸ θεῖον ἔλεος.

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

ΛΟΓΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ - ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Βιβλίον ψυχωφελέστατον
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ ΤΩΝ ΑΧΡΑΝΤΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄
Εἶναι ἀναγκαῖον νά μεταλαμβάνουν συχνά οἱ ὀρθόδοξοι τό θεῖο Σῶμα καί
Αἷμα τοῦ Κυρίου μας.

Ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί διατάσσονται ἀπό τίς δεσποτικές προσταγές τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ νά μεταλαμβάνουν συχνά. Τό ἴδιο ὁρίζουν οἱ Πράξεις καί οἱ Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἱερῶν Συνόδων, καθώς καί οἱ μαρτυρίες τῶν θείων Πατέρων. Ἡ ἐντολή αὐτή δίδεται ἀπό τά ἴδια τά λόγια, τήν τάξη καί τήν ἱεροπραξία τῆς θείας Λειτουργίας, ὅπως καί ἀπό αὐτή καθ’ ἑαυτή τή θεία Μετάληψη.
Α΄. Ὁ Κύριός μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πρίν παραδώσει τό Μυστήριο τῆς Κοινωνίας, εἶπε· «καί ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σὰρξ μου ἐστίν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ἰωάν. στ΄ 51), δηλαδή, «ἡ τροφή πού θά σᾶς δώσω εἶναι ἡ σάρκα μου, τήν ὁποία θά προσφέρω γιά τή ζωοποίηση ὅλου τοῦ κόσμου». Γιά τούς πιστούς, λοιπόν, ἡ θεία Μετάληψη εἶναι ἀναγκαῖο συστατικό τῆς πνευματικῆς καί κατά Χριστόν ζωῆς. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ζωή δέν πρέπει νά σβήνει, οὔτε νά διακόπτεται, ὅπως λέει καί ὁ Ἀπόστολος (1).
Πρέπει νά εἶναι συχνή καί ἀδιάκοπη (2), «γιά νά μή ζοῦν πλέον» κατά τόν ἴδιο Ἀπόστολο, «οἱ ζωντανοί πιστοί ζωή ἀτομική καί σαρκική, ἀλλά τή ζωή τοῦ Χριστοῦ πού γιά αὐτούς πέθανε καί ἀναστήθηκε». Ἀναγκαστικά, ἀπαιτεῖται νά λαμβάνεται ἀδιάκοπα καί τό συστατικό αὐτῆς τῆς ζωῆς, δηλαδή ἡ θεία Μετάληψη.
 Σέ ἄλλο σημεῖο, λέει ἐπιτακτικά ὁ Κύριος· «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν. ᾽Εὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς» (Ἰωάν. στ΄ 53). Ἀπό τά λόγια αὐτά γίνεται φανερό ὅτι ἡ θεία Μετάληψη εἶναι τόσο ἀναγκαία γιά τόν Χριστιανό, ὅσο ἀναγκαῖο εἶναι καί τό ἅγιο Βάπτισμα. Τόν ἴδιο διπλό λόγο πού εἶπε γιά τό Βάπτισμα εἶπε καί γιά τή θεία Μετάληψη.
Γιά τό Βάπτισμα εἶπε· «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοί· ἐὰν μὴ γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»  (Ἰωάν. γ΄ 15). Ὁμοίως καί γιά τή θεία Μετάληψη· «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς». Καθώς εἶναι ἀδύνατον, χωρίς τό Βάπτισμα, νά ζήσει κάποιος πνευματική ζωή καί νά σωθεῖ, κατά τόν ἴδιο τρόπο, εἶναι ἀδύνατο νά ζήσει κάποιος χωρίς τή θεία Μετάληψη. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορά. Τό Βάπτισμα γίνεται μόνο μία φορά. Ἡ θεία Μετάληψη τελεῖται συνεχῶς καί κάθε μέρα. Ἀπό τά παραπάνω, ὀρθά συμπεραίνουμε ὅτι δύο στοιχεῖα εἶναι ἀπαραίτητα, ὅσον ἀφορᾶ τή θεία Μετάληψη. Τό ἕνα εἶναι πώς πρέπει νά λαμβάνεται, καί τό ἄλλο πώς πρέπει συνεχῶς νά λαμβάνεται.
  Ὅταν ὁ Κύριος παρέδωσε αὐτό τό Μυστήριο στούς μαθητές του, δέν εἶπε συμβουλευτικά, «ὅστις θέλει νὰ φάγη τό σῶμα μου» καί «ὅστις θέλει ἄς πίῃ τὸ αἷμα μου» ὅπως ἀλλοῦ εἶπε «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» καί «ἐὰν θέλῃς τέλειος εἶναι», ἀντιθέτως, φώναξε προστακτικά, «λάβετε φάγετε, τοῦτο μού ἐστι τὸ σῶμα», καί «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο ἐστί τὸ αἷμα μου», δηλαδή, ἀναπόφευκτα «πρέπει νά φᾶτε τό σῶμα μου καί ὁπωσδήποτε πρέπει νά πιεῖτε τό αἷμα μου». Καί λέει πάλι, «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λουκ. κβ΄ 19), δηλαδή  «σᾶς παραδίδω αὐτό τό Μυστήριο γιά νά τό τελεῖτε ὄχι μία ἤ δύο ἤ καί τρεῖς φορές ἀλλά (ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) κάθε ἡμέρα, σέ ἀνάμνηση τῶν παθῶν, τοῦ θανάτου μου καί ὅλης μου τῆς οἰκονομίας».
   Βλέπεις, λοιπόν, πώς αὐτοί οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου, φανερά, συνιστοῦν τά δύο ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς θείας Κοινωνίας, τό ἕνα μέ τήν προσταγή πού περιέχουν καί τό ἄλλο μέ τή συνέχεια πού φανερώνει καί ἡ φράση «ποιεῖτε». Ἡ συγκεκριμένη λέξη δηλώνει μέ περισσότερη σαφήνεια πώς ἔντονα προσταζόμαστε ὄχι μόνο νά μεταλαμβάνουμε ἀλλά νά μεταλαμβάνουμε συνεχῶς. Ὁ καθένας τώρα βλέπει ὅτι ὁ ὀρθόδοξος, σέ ὅποια τάξη καί ἄν ἀνήκει, δέν ἐπιτρέπεται νά παραβαίνει αὐτές τίς ἐντολές. Ὑπόκειται μέ χρέος καί ἀνάγκη νά τά φυλᾶ ὁπωσδήποτε καί νά τά ἀποδέχεται ὡς δεσποτικές προσταγές καί θεσπίσματα.
Β΄. Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, τηρώντας τό προστακτικό παράγγελμα τοῦ Κυρίου μας, συγκεντρώνονταν μέ τήν πρώτη εὐκαιρία μέ ὅλους τους πιστούς σέ κρυφό τόπο, γιά τό φόβο τῶν Ἰουδαίων. Ἐκεῖ δίδασκαν τούς Χριστιανούς, προσεύχονταν καί τελώντας τό Μυστήριο κοινωνοῦσαν καί οἱ ἴδιοι καί ὅλοι οἱ συναθροισθέντες. Αὐτό τό μαρτυρεῖ καί ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Λέει πώς οἱ τρεῖς χιλιάδες πού πίστεψαν στό Χριστό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί βαπτίστηκαν ἦταν κοντά στούς Ἀποστόλους γιά νά ἀκοῦν τή διδασκαλία τους, νά ὠφελοῦνται, νά συμπροσεύχονται καί νά κοινωνοῦν τά ἄχραντα Μυστήρια, γιά νά ἁγιάζονται καί νά στερεώνονται καλύτερα στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ (3).
  Ἐκεῖνο πού ἔκαναν τότε οἱ Ἀπόστολοι τό ἔγραψαν στόν ὄγδοο καί ἔνατο κανόνα τους, γιά νά ἀκολουθοῦν καί οἱ μεταγενέστεροι χριστιανοί αὐτήν τήν ἀναγκαία παράδοση τοῦ Κυρίου καί γιά νά μή λησμονηθεῖ κατά τό πέρασμα τῶν χρόνων. Προστάζουν, μέ ἀκριβή ἐξέταση καί μέ ἐπιτίμιο ἀφορισμοῦ, ὅταν γίνεται ἡ θεία Λειτουργία, νά μή μένει κανένας ἀκοινώνητος (4)· «ἐάν κάποιος, ὅταν γίνεται Λειτουργία, δέ μεταλάβει, νά πεῖ τό λόγο γιά τόν ὁποῖο δέ μετέλαβε.Ἄν εἶναι ἡ αἰτία εὔλογη, ἄς συγχωρεῖται. Ἄν δέν τή λέει νά ἀφορίζεται».
Στόν ἔνατο κανόνα γράφουν (5): «ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πιστοί πού πηγαίνουν οτήν Ἐκκλησία, ἀκοῦν τίς Γραφές καί δέν παραμένουν οὔτε στήν προσευχή, οὔτε στή θεία Κοινωνία γιά νά μεταλάβουν, πρέπει νά ἀφορίζονται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, γιατί προξενοῦν σ’ αὐτήν ἀταξία».
 Ὁ Βαλσαμών ἐξηγώντας τό συγκεκριμένο Κανόνα λέει (6): «ἡ προσταγή τοῦ παρόντα κανόνα εἶναι δριμύτατη καί πολύ αὐστηρή, ἐπειδή ἀφορίζει ὅσους ἐκκλησιάζονται χωρίς, νά μένουν ὡς τό τέλος καί νά μεταλαμβάνουν. Καί ἄλλοι κανόνες τῶν συνόδων προστάζουν τό ἴδιο πράγμα, δηλαδή νά εἶναι ὅλοι ἕτοιμοι καί ἄξιοι νά μεταλαμβάνουν».
Ἡ ἐν Ἀντιοχείᾳ Σύνοδος ἀκολουθώντας τούς ἱερούς Ἀποστόλους ἐπιβεβαιώνει ἀρχικά τόν κανόνα πού παραθέσαμε πιό πάνω καί ἔπειτα προσθέτει (7): «ὅλοι ἐκεῖνοι πού μπαίνουν στήν ἐκκλησία καί ἀκοῦν τίς ἱερές Γραφές καί δέ συμπροσεύχονται μέ τόν ὑπόλοιπο λαό ἤ ἀποστρέφονται τή θεία Μετάληψη πρέπει νά ἀφορίζονται. Ἡ πράξη αὐτή νά ἰσχύει ἕως ὅτου ἐξομολογηθοῦν, δείξουν καρπούς μετανοίας καί παρακαλέσουν. Τότε νά συγχωρηθοῦν».
Βλέπετε ἀδελφοί μου πώς ὅλοι οἱ χριστιανοί ὑπόκεινται σέ ἀνάγκη ἀφορισμοῦ καί πώς πρέπει νά μεταλαμβάνουν συχνά; Ὅτι εἶναι ἀναγκασμένοι νά κάνουν κάτι τέτοιο σέ κάθε Λειτουργία γιά νά μήν ἀφοριστοῦν ἀπό τούς ἱερούς Ἀποστόλους καί τήν ἁγία Σύνοδο;
Γ΄. Ἄν ἐξετάσουμε προσεκτικά τή θεία καί ἱερή Λειτουργία, βλέπουμε ὅτι ὁλόκληρη, ἀπό τήν ἀρχή ὡς τό τέλος, ἔχει ὡς σκοπό καί ἀναφορά τήν Κοινωνία τῶν συναθροιζόμενων πιστῶν χριοτιανῶν. Οἱ εὐχές πού διαβάζει μυστικά ὁ ἱερέας, οἱ ἐκφωνήσεις καί ὅλες οἱ ἱερολογίες, οἱ ἱεροπραξίες καί οἱ τάξεις πού γίνονται σέ αὐτήν τό φανερώνουν.
Στήν εὐχή (πού λέγεται γιά τούς πιστούς) γράφεται, «δὸς αὐτοῖς (τοῖς πιστοῖς) πάντοτε μετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοι ἀνενόχως, καὶ ἀκατακρίτως μετέχειν τῶν ἁγίων σου Μυστηρίων». Στήν εὐχή πού ἀκολουθεῖ μετά τό τέλος τῶν Μυστηρίων γράφεται· «Ὥστε γενέσθαι τοῖς μεταλαμβάνουσιν εἰς νῆψιν ψυχῆς, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», δηλαδή, «τά Ἅγια αὐτά νά ὁδηγήσουν ὅσους πιστούς κοινωνοῦν στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς τους καί στήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους». ῾Η εὐχή πού εἶναι πρίν τή Μετάληψη λέει, «καὶ καταξίωσον τῆ κραταιᾷ σου χειρὶ μεταδοῦναι ἡμῖν τοῦ ἀχράντου σώματός σου, καὶ τοῦ τιμίου αἵματος, καὶ δι’ ἡμῶν παντὶ τῷ λαῷ», δηλαδή, «ἀξίωσέ μας, Κύριε, νά μᾶς μεταδώσεις μέ τό ἰσχυρό σου χέρι τό ἅγιό σου Σῶμα καί τό τίμιό σου Αἷμα καί ἀπό ἐμᾶς νά τό μεταδώσεις σέ ὅλο τό λαό σου».
 Στίς ἐκφωνήσεις πάλι, ὁ ἱερέας φωνάζει στό λαό ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου, «Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα· καί πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμα μου». Κρατώντας στά χέρια του τό ἱερό ποτήρι μέ τό ζωοποιό Σῶμα καί Αἷμα, βγαίνει ἀπό τή θύρα τοῦ ἱεροῦ καί δείχνοντάς το στό λαό τόν προσκαλεῖ στή θεία Μετάληψη καί φωνάζει μεγαλόφωνα, «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», δηλαδή, «νά ἔλθετε νά μεταλάβετε τά θεῖα μυστήρια μέ φόβο Θεοῦ, μέ πίστη καί ἀγάπη».
 Μετά τή Μετάληψη, ὁ ἱερέας καί ὁ λαός εὐχαριστοῦν τό Θεό γιά τή μεγάλη αὐτή χάρη μέ τήν ὁποία τούς ἀξίωσε. Ὁ λαός εὐχαριστεῖ λέγοντας, «πληρωθήτω τὸ στόμα ἡμῶν αἰνέσεώς σου Κύριε, ὅτι ἠξίωσας ἡμᾶς μετασχεῖν τῶν ἁγίων, ἀθανάτων καὶ ἀχράντων σου μυοτηρίων». Δηλαδή «ἄς γεμίσει, Κύριε, τό στόμα μας ἀπό τή δοξολογία σου, ἀφοῦ μᾶς ἀξίωσες νά μεταλάβουμε τά ἅγια καί ἀθάνατά σου Μυστήρια». Ὁ ἱερέας λέει· «Ὀρθοί, μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ», δηλαδή, «ἀδελφοί μου, ἐπειδή μεταλάβαμε ὅλοι μέ ὀρθή συνείδηση τά ἅγια καί ζωοποιά Μυστήρια, ἐλᾶτε νά εὐχαριοτήσουμε ὅλοι μαζί τόν Κύριο».
Θά μποροῦσε νά σκεφτεῖ κάποιος ὅτι καί ὁ χερουβικός ὕμνος πού ψάλλεται ἀπό τό λαό, εἶναι μία προετοιμασία γιά τή θεία Κοινωνία. Καί αὐτό ἐπειδή λέει ὅτι, «ὅλοι ἐμεῖς πού μυστικά εἰκονίζουμε τά πολυόμματα Χερουβείμ καί ψέλνουμε τόν Τρισάγιο ὕμνο στή Ζωοποιό Τριάδα, ἄς ἀπομακρύνουμε κάθε φροντίδα καί μέριμνα αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἀπό τό μυαλό μας, γιατί πρόκειται νά ὑποδεχθοῦμε στήν ψυχή μας καί νά μεταλάβουμε τό Βασιλέα τοῦ παντός, πού ἀοράτως εἶναι περικυκλωμένος ἀπό τά τάγματα τῶν οὐρανίων ἀγγέλων».
Τό ἴδιο δηλώνει καί ἡ Κυριακή προσευχή πού ἀπαγγέλλεται μετά τή μετουσίωση τῶν Μυστηρίων. Μέ αὐτήν οἱ χριστιανοί ζητοῦν ἀπό τό Θεό καί Πατέρα νά τούς δώσει τόν ἐπιούσιο ἄρτο, πού κυρίως εἶναι ἡ θεία Μετάλἠψη, ὅπως εἴπαμε στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου. Ἀκόμα καί τά ὀνόματα τῆς θείας Λειτουργίας, μέ τά ὁποῖα ἀποκαλεῖται ἐξαιρετική Κοινωνία καί Σύναξη, ἀναφέρονται ἀναγκαστικά μέ κάποιον τρόπο στή συχνή Μετάληψη. Ἡ Κοινωνία καί ἡ Σύναξη σημαίνουν ὅτι μέ τή Μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, ὅλοι οἱ πιστοί συγκεντρώνονται, κοινωνοῦν, ἑνώνονται μέ τό Χριστό καί γίνονται ἕνα σῶμα καί ἕνα πνεῦμα μέ Αὐτόν.
 Βασιζόμενοι σέ ὅλα αὐτά τά ἱερά σημεῖα τῆς θείας Λειτουργίας, σᾶς ζητῶ νά μοῦ πεῖτε ἀδελφοί μου, μέ φόβο Θεοῦ καί συνείδησης τῆς ψυχῆς σας, δέν εἶναι φανερό ὅτι οἱ χριστιανοί πού πηγαίνουν στή Λειτουργία εἶναι ὑποχρεωμένοι νά μεταλαμβάνουν συχνά; Δέν ἔχουν χρέος νά κάνουν κάτι τέτοιο, γιά νά φαίνεται πώς ἡ θεία Μετάληψη εἶναι κοινωνία, σύναξη, δεῖπνος καί γιά νά μή γίνονται παραβάτες ἐκείνων πού πιστεύουν καί ὁμολογοῦν; Ἐάν ὅμως δέ μεταλαμβάνουν, ὅπως ἄλλωστε παραδέχονται, φοβᾶμαι, πραγματικά φοβᾶμαι, μήπως γίνονται παραβάτες. Δέν ξέρω ἄν ἀκολουθοῦν τήν ἀληθινή τάξη καί ἐάν βρίσκονται στόν πρέποντα τόπο, ὁ ἱερέας πού προσκαλεῖ τούς πιστούς νά κοινωνήσουν καί οἱ ἱερολογίες, οἱ ἱεροπραξίες καί οἱ τάξεις πού τελοῦνται κατά τή θεία Λειτουργία. Αὐτό τό λέω ἐπειδή ὅλοι παραιτοῦνται ἀμέσως καί δέ βρίσκεται οὔτε ἕνας χριστιανός νά ἀνταποκριθεῖ σ’ αὐτές τίς αἰτήσεις καί νά ὑπακούσει στό κάλεσμα τοῦ ἱερέα, ἤ γιά νά πῶ καλύτερα στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γυρίζει πίσω μέ τά Ἅγια ἄπρακτος χωρίς κανένας νά Τόν καταδεχθεῖ καί νά πλησιάσει νά μεταλάβει.
  Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀκολουθώντας τούς ἱερούς Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῆς ἱερῆς Συνόδου πού ἀναφέραμε προηγουμένως καί στοχαζόμενος πώς ὅλες αὐτές οἱ ἱεροπραξίες τῆς θείας Λειτουργίας ἀποβλέπουν στό νά μεταλαμβάνουν οἱ πιστοί, κρίνει ὅτι εἶναι ἀνάξιοι ἀκόμα καί νά εἰσέλθουν στό ναό ὅσοι πηγαίνουν στή Λειτουργία καί δέν κοινωνοῦν. Λέει πώς (8) «βλέπω πολλούς πού μεταλαμβάνουν τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἁπλά καί ὅπως κάθε φορά τυχαίνει, κινούμενοι μόνο ἀπό μία συνήθεια καί ὄχι ἔχοντας ὀρθό λογισμό· διότι ὅταν φθάσει ὁ καιρός τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ὁ καθένας ὅποιος καί ἄν εἶναι, εἴτε ἄξιος, εἴτε ἀνάξιος, μεταλαμβάνει. Ὁμοίως, κάνει τό ἴδιο καί ὅταν φθάσει ἡ ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, ἄν καί αὐτός δέν εἶναι ὁ καιρός τῆς Μετάληψης.
Οὔτε τά Θεοφάνεια, οὔτε ἡ Σαρακοστή κάνουν τούς ἀνθρώπους ἄξιους νά κοινωνήσουν. Ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς τούς κάνει ἄξιους. Μέ αὐτήν τήν καθαρότητα ἔχεις κάθε φορά τήν ἄδεια νά κοινωνήσεις. Ἄλλωοτε, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, λέει «ὅσες φορές μεταλαμβάνετε, νά ἀναλογίζεσθε τό θάνατον καί τά πάθη τοῦ Κυρίου», δηλαδή  «νά θυμᾶστε τή σωτηρία σας καί τήν εὐεργεσία πού σᾶς ἔκανε ὁ Κύριος».
  Σκέψου καλά μέ πόση ἀκρίβεια δροῦσαν ἐκεῖνοι πού ἔτρωγαν ἀπό τή θυσία τοῦ παλαιοῦ νόμου. Τί δέν ἔκαναν; Τί δέ μεταχειρίζονταν; Πάντοτε καθαρίζονταν. ᾽Εσύ πού θά κοινωνήσεις τέτοια θυσία τήν ὁποία καί οἱ ἄγγελοι τρέμουν, περικλείεις τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς σέ κάποια χρονικά διαστήματα. Πῶς θές νά σταθεῖς μπροστά στό βῆμα τοῦ Χριοτοῦ, ὅταν τολμᾶς καί μεταλαμβάνεις μέ χέρια καί χείλη ἀκάθαρτα καί ρυπαρά;
Βλέπω πώς ὑπάρχει μεγάλη ἀταξία στό θέμα τῆς θείας Κοινωνίας. Ἄν καί πολλές φορές εἶστε καθαροί, δέν κοινωνεῖτε τίς ἄλλες μέρες τοῦ χρόνου. Ὅταν ὅμως ἔρθει τό Πάσχα, ἀκόμα καί ἐάν ἔχετε κάνει κάποια ἁμαρτία, τολμᾶτε καί μεταλαμβάνετε. Ἀλίμονο στήν κακή συνήθειά σας καί στήν πρόληψη.
  Μάταια γίνεται ἡ καθημερινή θεία Λειτουργία, ἀφοῦ δέ μεταλαμβάνετε. Μάταια στεκόμαστε μπροστά στό θυσιαστήριο ἀφοῦ κανένας δέν ἔρχεται νά κοινωνήσει. Αὐτά σᾶς τά λέω, ὄχι γιά νά κοινωνεῖτε ἁπλά καί κατά τύχη, ἀλλά γιά νά κάνετε τόν ἑαυτό σας ἄξιο.
Ἄνθρωπε, δέν εἶσαι ἄξιος νά μεταλάβεις; Δέν εἶσαι ἄξιος οὔτε καί τίς ὑπόλοιπες εὐχές τῆς θείας Λειτουργίας νά ἀκούσεις. Ἀκοῦς τό διάκονο πού στέκεται καί φωνάζει, ὅσοι εἶστε σέ κατάσταση μετανοίας παρακαλέστε τό Θεό νά σᾶς συγχωρήσει. Ὅσοι δέν μεταλαμβάνουν βρίσκονται ἀκόμη στό ἐπίπεδο τῆς μετανοίας γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔχουν διαπράξει.
Λοιπόν, τί στέκεσαι; Ἄν ἀνήκεις στούς μετανοοῦντες δέν μπορεῖς νά μεταλάβεις, Γιατί ὅποιος δέ μεταλαμβάνει ἀνήκει στούς μετανοοῦντες.
  Γιά ποιό λόγο φωνάζει ὁ διάκονος «ἐξέλθετε ὅσοι δέν μπορεῖτε νά δεηθεῖτε στόν Κύριο;» Καί ἐσύ πῶς στέκεσαι ἔτσι, μέ τόσο θράσος καί βαρβαρότητα; Ἐάν δέν ἀνήκεις στούς μετανοοῦντες ἀλλά σέ αὐτούς πού ἔχουν τήν ἄδεια νά μεταλάβουν, γιατί δέ φροντίζεις νά κοινωνήσεις; Γιατί δέ θεωρεῖς τή θεία Κοινωνία μεγάλο χάρισμα, ἀλλά τήν καταφρονεῖς;
Σέ παρακαλῶ, σκέψου. Τράπεζα βασιλική εἶναι ἕτοιμη. Ἄγγελοι ὑπηρετοῦν σ’ αὐτήν. Ὁ ἴδιος ὁ Βασιλιάς εἶναι παρών καί ἐσύ στέκεσαι καί χασμουριέσαι; Ἀκάθαρτα εἶναι τά ἐνδύματα τῆς ψυχῆς σου, δέ σέ νοιάζει; Εἶναι καθαρά; Νά καθήσεις στήν τράπεζα καί νά φᾶς ἀπό τό δεῖπνο. Σέ κάθε θεία Λειτουργία, ὁ Κύριος ἔρχεται σέ ἐκείνους πού κάθονται στήν τράπεζα. Καί τότε, λέει στή συνείδηση τοῦ καθενός, «φίλοι, πῶς στέκεστε ἐδῶ, μέσα στήν ᾽Εκκλησία, χωρίς νά ἔχετε ἔνδυμα γάμου·» Δέν λέει γιατί κάθισες στήν τράπεζα». Προτοῦ καθήσει κάποιος τοῦ λέει πώς δέν εἶναι ἄξιος οὔτε μέσα νά μπεῖ, δέν τόν ρωτᾶ «γιατί μπῆκες;»
  Ὁ Χριστός φωνάζει τά ἴδια λόγια σέ ὅλους ἐμᾶς πού στεκόμαστε μέ ἀναίδεια καί αὐθάδεια, ἀφοῦ ὁ καθένας πού δέ μεταλαμβάνει συμπεριφέρεται μέ θράσος.
Γιά αὐτό τό λόγο, οἱ διάκονοι ἀπομακρύνουν πρῶτα ὅσους βρίσκονται σέ ἁμαρτία. Ὅπως δέν πρέπει νά παρευρίσκονται στό τραπέζι οἱ δοῦλοι πού ἔσφαλαν ὅταν θά προσέλθει σ’ αὐτό ὁ ἀφέντης, τό ἴδιο συμβαίνει καί ἐδῶ ὅταν τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία καί θυσιάζεται ὁ ἀμνός καί τό πρόβατο τό δεσποτικό.
Νά ξέρεις πώς ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί κατεβαίνουν οἱ ἄγγελοι, ὅταν ἀκοῦς «ἄς παρακαλέσουμε ὅλοι κοινῶς» καί ὅταν δεῖς ὅτι ἀνοίγουν τίς θύρες τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Ὅπως δέν πρέπει νά εἶναι παρών κανένας ἀβάπτιστος, ἔτσι δέν μπορεῖ νά παρευρίσκεται κανένας βαπτισμένος μέν ἀλλά ταυτόχρονα ἀκάθαρτος καί ρυπαρός.
  Πές μου κάτι, σέ παρακαλῶ. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι καλοῦσαν κάποιον σέ ἕνα τραπέζι.Αὐτός πήγαινε ἐκεῖ νά πλύνει τά χέρια του, νά καθίσει καί φρόντιζε νά εἶναι ἕτοιμος γιά τό τραπέζι. Ἔπειτα ὅμως, δέν ἔτρωγε. Αὐτός δέν προσέβαλε τόν βασιλιά πού τόν κάλεσε; Δέ θά ἦταν καλύτερα νά μήν εἶχε πάει καθόλου; Τό ἴδιο ἔκανες καί σύ. Ἦρθες στήν τράπεζα, ἔψαλλες μέ τούς ὑπόλοιπους τόν ὕμνο καί ὁμολόγησες πώς εἶσαι ἄξιος νά κοινωνήσεις ἀφοῦ δέν ἔφυγες μαζί μέ τούς ἀνάξιους. Πῶς, λοιπόν, ἔμεινες καί δέ μεταλαμβάνεις ἀπό τήν τράπεζα;
  Λές ὅτι εἶσαι ἀνάξιος.Τότε, ὅμως, εἶσαι ἀνάξιος καί νά ἀκούσεις ἀκόμα ἐκεῖνες τίς ἅγιες εὐχές, ἐπειδή τό Ἅγιο Πνεῦμα κατεβαίνει ὄχι μόνο κατά τά Μυστήρια ἀλλά καί κατά τή διάρκεια ἐκείνων τῶν ψαλμωδιῶν. Δέ βλέπεις πώς οἱ δοῦλοι τῶν κυρίων πλένουν πρῶτα τήν τράπεζα, καθαρίζουν τό σπίτι καί μετά τοποθετοῦν τά πιάτα; Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τίς εὐχές. Πλένουμε σάν μέ σφουγγάρι τήν Ἐκκλησία, μέ τή φωνή τοῦ διακόνου. Ἔτσι, τά Μυστήρια θά τελεστοῦν σέ καθαρή Ἐκκλησία καί δέ θά βρεθεῖ μολυσμός. Οἱ ἀκάθαρτοι ὀφθαλμοί εἶναι ἀνάξιοι νά βλέπουν τέτοια θεάματα. Τά μολυσμένα αὐτιά εἶναι ἀνάξια νά ἀκοῦν αὐτές τίς ψαλμωδίες, διότι ἔτσι προστάζει ὁ νόμος· ἔπρεπε νά λιθοβολεῖται ἀκόμα καί τό ἄγριο ζῶο πού θά πλησίαζε τό ὄρος τοῦ Σινᾶ. Οἱ Ἰσραηλῖτες ἦταν τόσο πολύ ἀνάξιοι πού δέν τούς ἐπέτρεψε νά σταθοῦν οὔτε κάτω, στίς παρυφές τοῦ ὄρους, ἄν καί ὕστερα πλησίασαν καί εἶδαν τόν τόπο πού ἦρθε ὁ Θεός.
  Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά σένα, χριστιανέ. Ἄν δέν εἶσαι ἄξιος, μετά τή θεία Λειτουργία, νά πλησιάσεις καί νά δεῖς τό Θεό, τότε νά φεύγεις καλύτερα μαζί μέ τούς κατηχούμενους, γιατί δέν ἔχεις τίποτα περισσότερο ἀπό αὐτούς. Γιατί, τό νά σφάλλει κάποιος ἀπέναντι στό Θεό πρίν βαπτισθεῖ, δέν ἔχει τήν ἴδια βαρύτητα μέ τό νά σφάλλει κάποιος ἀφοῦ βαπτιστεῖ κάνοντας τόν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς θείας Κοινωνίας. Ἔχω νά σᾶς πῶ περισσότερα καί πιό φοβερά ἀπό αὐτά. Δέ θέλω ὅμως νά βαρυφορτώσω τό νοῦ σας. Φθάνουν καί αὐτά. Ἐκεῖνοι πού δέν ἔχουν σωφρονιστεῖ μέ ὅσα ἔχω πεῖ οὔτε καί μέ περισσότερα μποροῦν νά συνετιστοῦν.
  Γιά νά μήν κατακριθεῖτε, λοιπόν, περισσότερο, σᾶς παρακαλῶ νά ἔρχεστε στή θεία Λειτουργία καί νά γίνεστε ἄξιοι καί ἕτοιμοι, ὅταν ἔρχεστε, νά μεταλαμβάνετε.
Πές μου, σέ παρακαλῶ. Ἄν κάποιος Βασιλιάς δώσει τήν ἐντολή «ὅποιος κάνει αὐτό τό κακό ἄς μήν πλησιάσει νά φάει ἀπό τήν τράπεζά μου»,δέ θά βάλετε ὅλα σας τά δυνατά νά προφυλάξετε τούς ἑαυτούς σας γιά νά λάβετε αὐτήν τήν τιμή; Ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ νά μεταλάβουμε καί ἐμεῖς ἀμελοῦμε, ἀργοποροῦμε καί δέν τρέχουμε γρήγορα νά λάβουμε αὐτήν τήν ὑψηλή χάρη; Ποιά ἄλλη ἐλπίδα σωτηρίας μᾶς ἀπομένει; Δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι μᾶς ἐμποδίζει ἡ ἀσθένεια ἤ ἡ φύση μας. Ἡ ἀμέλειά μας μᾶς κάνει ἀνάξιους.
 Ἀκοῦς ἀδελφέ μου, τί λέει αὐτός ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας; Πώς ὅσοι δέν εἶναι ἕτοιμοι νά μεταλάβουν χωρίς νά ἔχουν κάποιο ἐμπόδιο, αὐτοί δέν εἶναι ἄξιοι οὔτε στή Λειτουργία νά πᾶνε.
Τί ἀπαντᾶς; «Ἐπειδή ἔτσι εἶναι τά πράγματα, δέν πάω καθόλου στή Λειτουργία».
Ὄχι, ἀδελφέ μου, ὄχι. Οὔτε αὐτό σοῦ ἐπιτρέπεται νά κάνεις, γιατί ἀφορίζεσαι σύμφωνα μέ τήν ἁγία, οἰκουμενική Πενθέκτη Σύνοδο πού ὁρίζει (9)· «ὅποιος ἐνῶ βρίσκεται σέ πόλη, δέν πάει τρεῖς Κυριακές στήν ᾽Εκκλησία νά καθαιρεῖται ἐάν εἶναι κληρικός, καί νά ἀφορίζεται ἐάν εἶναι λαϊκός». Τό ἴδιο ὁρίζει καί ἡ ἐν Σαρδικῆ ἁγία καί ἱερή τοπική Σύνοδος στόν ἑνδέκατο κανόνα της.
Ἀγαπητέ μου, ὑπόκεισαι στό ἐπιτίμιο τοῦ ἀφορισμοῦ, ἐάν δέν κάνεις καί τά δύο, νά πηγαίνεις δηλαδή στή θεία Λειτουργία καί, ἐάν δέν ἔχεις ἐμπόδιο, νά ἑτοιμάζεσαι ὅσο μπορεῖς περισσότερο νά κοινωνεῖς. Οὔτε τό ἕνα μπορεῖς νά παραβεῖς οὔτε τό ἄλλο.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐνεργώντας, φυλᾶς ὅλες τίς ἱεροπραξίες τῆς θείας Λειτουργίας, πού ἀναφέραμε προηγουμένως. Ταυτόχρονα, δέν παραβαίνεις τήν τάξη πού παρέλαβε ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριό μας, ἀπό τούς Ἀποστόλους, τίς Συνόδους καί ἀπό τούς κατά μέρος ἁγίους. Ἡ τάξη εἶναι ἡ ἑξῆς· νά διαμελίζεται ὁ ἅγιος Ἄρτος σέ κάθε θεία Λειτουργία καί νά προσέρχονται ὅσοι πιστοί δέν
κωλύονται νά κοινωνοῦν.
Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεσσαλονίκης λέει ὅτι (10) «ἡ θεία Λειτουργία εἶναι μία ἱερή τελετή πού ἀποσκοπεῖ στό νά ἱερουργηθεῖ τό πανάγιον Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί νά δοθεῖ γιά νά Τό μεταλάβουν ὅλοι οἱ πιστοί. Αὐτός εἶναι ὅλος ὁ σκοπός καί ἡ ὁλοκλήρωση τῆς Λειτουργίας, τό νά κοινωνήσουν οἱ πιστοί.
Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, ὁ ἐπίσκοπος Δυρραχίου, γράφει (11): «τό ἔργο τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι τό νά μετουσιωθοῦν ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ· τέλος τό νά ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί μέσω τῆς θείας Κοινωνίας».
Ὁ σοφός Ἰώβ (τόν ὁποῖο ὁ Μέγας Φώτιος μαρτυρεῖ στή Μυριόβιβλό του) στό «Περί Μυοτηρίων» λέει τά ἑξῆς (12): «ὅλη ἡ θεία Λειτουργία ἐννοεῖται καί ἀναφέρεται στήν Κοινωνία τῶν Μυστηρίων, ἐπειδή αὐτό εἶναι τό τέλος, ὁ σκοπός καί τό ἔργο της, τό νά κοινωνήσουν οἱ πιστοί τά ζωοποιά καί φρικτά Μυστήρια.
 Ὁ Γαβριήλ ὁ Φιλαδελφείας λέει στό «Περί Μυστηρίων» ὅτι ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται γιά τρεῖς αἰτίες.
Πρῶτον πρός δόξα, αἶνο τοῦ Θεοῦ καί Σωτήρα μας καί πρός μνήμη τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀνάστασής Του, ὅπως καί ὁ ἴδιος εἶπε, «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν».
Δεύτερον, ὑπέρ ἀναπαύσεως καί ἁγιασμοῦ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων εὐσεβῶν ὀρθόδοξων χριστιανῶν.
Τρίτον, ὑπέρ τῶν ζώντων. Ὅταν λοιπόν τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία πρός δόξα, αἶνο καί ἀνάμνηση τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου μας, οἱ πιστῶς κεκοιμημένοι λαμβάνουν ἀνάπαυση καί ἁγιασμό ἀπό τό Θεό, ὅσο βέβαια αὐτό εἶναι δυνατόν. Ἀπορῶ πῶς μποροῦν νά ἁγιασθοῦν οἱ ζωντανοί πιστοί πού δέ μεταλαμβάνουν τά θεῖα Μυστήρια κατά τή θεία Λειτουργία.
Ὁ ἱερός Καβάσιλας λέει πώς δέν ἁγιάζονται. Ἄκουσε τά λόγια του (13), «ὁ Κύριος πάντοτε ἐπιθυμεῖ καί ἀγαπᾶ νά ἁγιάζει καί νά μεταδίδει τόν ἑαυτό του στόν καθένα. Ἄν οἱ ψυχές τῶν προσερχομένων εἶναι ἕτοιμες γιά νά κοινωνήσουν, τί μπορεῖ νά τίς χωρίσει ἀπό τή θεία Μετάληψη; Τίποτα βέβαια.
Θά μποροῦσε νά πεῖ κάποιος· «ἄν ἕνας χριστιανός ἐνῶ εἶχε προετοιμάσει τήν ψυχή του, δέν ἤθελε νά κοινωνήσει, μπορεῖ νά ἀπολαύσει τόν ἁγιασμό ἀπό τά Μυστήρια ὅπως οἱ κοιμηθέντες»; Ἡ ἀπάντηση εἶναι πώς δέν μπορεῖ ὁ καθένας νά τόν ἀπολαύσει παρά μόνο ἐκεῖνος πού σωματικά δέν μπορεῖ νά πάει νά μεταλάβει, ὅπως συμβαίνει μέ τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων.
Ἐάν κάποιος ἐνῶ μποροῦσε νά πάει νά κοινωνήσει, δέν προσῆλθε, δέν μπορεῖ καθόλου νά ἀπολαύσει τόν ἁγιασμό τῶν Μυστηρίων. Αὐτό συμβαίνει, ὄχι ἐπειδή ἁπλά δέν πῆγε, ἀλλά γιατί ἐνῶ μποροῦσε νά πάει, τόν περιφρόνησε ἤ ἀμέλησε καί δέν πῆγε».
Ὄχι μόνο ὅσα ἔχουμε πεῖ ὡς τώρα ὑποχρεώνουν κάθε χριστιανό πού δέν κωλύεται νά μεταλαμβάνει συνεχῶς, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ θεία Μετάληψη καί Κοινωνία, ἄν τό σκεφτοῦμε, ἑλκύει τόν καθένα νά τήν ἀπολαμβάνει διαρκῶς γιατί εἶναι ἕνα συστατικό τῆς ζωῆς τῆς ψυχῆς μας. Ἄς δοῦμε ὅμως τί σημαίνει αὐτό.
Οἱ σχολαστικοί θεολόγοι τήν ὀνομάζουν συστατικό, ἐπειδή εἶναι κάτι ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νά γίνει ἐκεῖνο πού πραγματικά συμβαίνει. Λόγου χάρη συστατικό στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀναπνοή γιατί χωρίς αὐτήν εἶναι ἀδύνατον νά ζήσει. Τό ἴδιο ἀναγκαία γιά τή σύσταση τοῦ σώματος εἶναι καί ἡ τροφή. Ὅσο ἀπαραίτητη εἶναι ἡ ἀναπνοή γιά τή ζωή καί ἡ τροφή γιά τή σύσταση τῆς φύσης τοῦ σῴματος, τόσο ἀναγκαία εἶναι καί ἡ συχνή θεία Κοινωνία γιά τή ζωή τῆς ψυχῆς καί γιά τή σύσταση τῆς οὐσίας της ἤ μᾶλλον ἀσύγκριτα περισσότερο ἀναγκαία.
Ἄς ἔρθει οτή μέση καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ βάση τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας, νά μᾶς τό πεῖ. Λέει πώς (14), ἡ θεία Κοινωνία εἶναι ἀναγκαία γιά νά ἀπολαύσει κάποιος τήν αἰώνια ζωή. Αὐτός πού ἀναγεννήθηκε μέ τό Βάπτισμα εἶναι ἀπαραίτητο νά τρέφεται μέ τήν Κοινωνία τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἔχουμε τήν ἀνάγκη νά λαμβάνουμε τήν τροφή τῆς αἰώνιας ζωῆς πού μᾶς παρέδωσε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Ὅταν μία γυναίκα ἡ Καισαρία, ἡ Πατρικία, τόν ρώτησε, ἀπάντησε σέ μία ἐπιστολή τά ἑξῆς: «Εἶναι καλό καί ὠφέλιμο νά κοινωνεῖ κάποιος κάθε μέρα καί νά μεταλαμβάνει τό Σῶμα καί τό Αἶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέει «ὅστις τρώγει τήν σάρκα μου καί πίνει τό αἷμα μου, ἔχει ζωήν αἰώνιον».
Ποιός ἀμφιβάλλει ὅτι τό νά μεταλαμβάνει κάποιος συνεχῶς τή ζωή δέν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπ’ τό νά ζεῖ ποικιλοτρόπως, δηλαδή νά ζεῖ μέ ὅλες του τίς ψυχικές καί σωματικές δυνάμεις καί αἰσθήσεις;»
 Ὁ μοναχός Ἰώβ ὁ Ὁμολογητής λέει ὅτι (15) «εἶναι δίκαιο καί πρέπον συνεχῶς καί πολλές φορές νά ἁγιάζεται ὁ χριστιανός μέ τή θεία Μετάληψη. Περισσότερο νά προστρέχει σ’ Αὐτήν καί πιό πολύ νά ἀγαπᾶ νά μεταλαμβάνει ἀπ’ τό νά ἀναπνέει. Γιά αὐτό τό λόγο ὁ καθένας ἔχει τήν ἄδεια συνέχεια νά κοινωνεῖ. Οἱ ἄξιοι δέν ἐμποδίζονται νά κοινωνοῦν καί καθημερινά ἄν εἶναι δυνατόν.
Ὁ Γεννάδιος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παριστάνει μέ μεγάλη σοφία πόσο ἀπαραίτητη εἶναι ἡ ἁγία Μετάληψη γιά τό χριστιανό λέγοντας ὅτι (16), «ἡ ἁγία Κοινωνία προξενεῖ σ’ αὐτούς πού μεταλαμβάνουν μεγάλη προκοπή στήν κατά Χριοτόν ζωή. Γιατί, ὅ,τι ἐπιφέρει στό σῶμα ἡ λήψη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, τό ἴδιο προκαλεῖ στήν ἄυλη ψυχή, μυστικά καί ἀόρατα, τό Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ὅπως ὁ ἄρτος συνιστᾶ καί τρέφει τό ἀνθρώπινο σῶμα, ἔτσι καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τρέφει καί συντηρεῖ τήν ψυχή μας. Ὅπως μέ τό ἅγιο Βάπτισμα ἀναγεννιόμαστε καί λαμβάνουμε τήν οὐσία τῆς χάριτος στή θέση τοῦ εἶναι τῆς ἁμαρτίας πού εἴχαμε ὡς τότε, παρομοίως ὅταν τρεφόμαστε μέ τή θεία Κοινωνία αὐξάνουμε στή χάρη τοῦ Θεοῦ καί προκόβουμε. Ἡ φυσική θερμότητα τοῦ σώματος μπορεῖ νά καταξηράνει τή φυσική ὑγρότητα ἄν αὐτή δέν ἐνισχύεται ἀπό τήν τροφή· (γι’ αὐτό μέ τό φαγητό καί τό ποτό διαφυλάσσεται ἡ σύσταση τοῦ σώματος καί ἀναπληρώνονται τά ὑγρά πού ἀφυδατώθηκαν ἀπό τή θερμότητα. Εἶναι ἀδύνατον γιά τόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό νά ἐπιβιώσει ἔστω καί γιά λίγο χρονικό διάστημα μέ ἄλλο τρόπο).
Ὁμοίως καί ἡ θέρμη τῆς κακίας κατατρώει τήν ψυχή ἀφοῦ καταξηραίνει τήν ποιότητα τῆς εὐλάβειας. Θά μποροῦσε νά ἀφανίσει ἐντελῶς τήν ψυχή ἐάν αὐτή δέ μεταλάμβανε κάποια πνευματική τροφή πού ἐναντιώνεται στή φθοροποιό δύναμη τῆς πονηρίας, ἐνῶ παράλληλα ἀνανεώνει καί αὐξάνει σέ μᾶς τά χαρίσματα καί τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ θεία Κοινωνία, ἀφοῦ τρέφει τό σώμα, ὅσο αὐτό εἶναι ἑνωμένο μέ τή θεία φύση, καθαρίζει καί ἁγιάζει ἐκείνους πού μεταλαμβάνουν. Μᾶς χαρίζει πλουσιοπάροχα τήν πνευματική τροφή. Τρεφόμενοι μ’ αὐτήν τόσο καλά, βρίσκουμε τήν πνευματική μας ὑγεία καί καθαρότητα. Ἀπό τή συγκεκριμένη πνευματική καθαρότητα ἀλλά καί ἀπό τόν Παράδεισο μᾶς ἔβγαλε ἡ γεύση τοῦ ἀπαγορευμένου δένδρου.
Ἐμεῖς πού μέ τή σωματική τροφή χάσαμε ἐκείνη τήν πρώτη καθαρότητα καί ὑγεία ἔπρεπε πάλι μέ τή σωματική τροφή νά τήν ἐπανακτήσουμε καί νά θεραπευθοῦν τά ὅμοια μέ τά ὅμοια καί τά ἐνάντια μέ τά ἐνάντια. Ὑλική τροφή ἦταν ἐκείνη πού μᾶς κατέστρεψε στόν Παράδεισο, ἀλλά ὑλική τροφή εἶναι καί ἡ θεία Κοινωνία ἡ ὁποία τώρα μᾶς διαφυλάσσει. Ὁμοίως εἶναι καί ἡ ζωή καί ἡ ὑγεία πού τότε ἐφθάρη ἀλλά τώρα φυλάσσεται.
Ὁ Θεός μᾶς ἐμποδίζει νά φᾶμε ἐκεῖνο τόν καρπό, ἀλλά Αὐτός ὁ Ἴδιος μᾶς δίνει τή θεία Μετάληψη καί μᾶς παρακινεῖ νά προσέλθουμε σέ αὐτήν. Ὁ πονηρός δαίμονας μᾶς δίδαξε τήν τροφή ἐκείνη. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τώρα εἶναι ὄχι μόνο διδάσκαλος τῆς θείας Κοινωνίας καί σύμβουλος ἀλλά ὁ Ἴδιος ἔγινε ὑπηρέτης της καί μᾶς τή χάρισε. Τόν καρπό ἐκεῖνο τόν ἅρπαξε ὁ Ἀδάμ ὡς κλέφτης ἐνῶ γιά τή λήψη τῆς θείας Μετάληψης παρακινούμαστε ἀπό τό Θεό καί προσταζόμαστε φανερά νά τή γευθοῦμε. Στήν πρώτη κρυβόταν τό φαρμάκι τῆς παράβασης, στή θεία Κοινωνία κρύβεται ὁ ἀναρίθμητος θησαυρός τῶν ἀγαθῶν.
Ἀδελφοί μου, ἀφοῦ ἀποδείχθηκε ἀπό τίς μαρτυρίες πού ἀναφέραμε ὡς τώρα ὅτι εἶναι ἀναγκαία στούς μή κωλυόμενους Χριστιανούς ἡ συχνή θεία Μετάληψη, εἶναι ἀπαραίτητο νά κοινωνοῦμε καί ἐμεῖς συχνά, γιά νά ἔχουμε μέσα μας τή ζωή, πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά μήν ὑποστοῦμε τόν ψυχικό θάνατο. Ὅσοι δέν τρέφονται συχνά ἀπό αὐτήν τήν πνευματική τροφή, βεβαίως πεθαίνουν. Ἄν καί φαίνονται πώς ζοῦν σωματικά, ψυχικά εἶναι νεκροί, γιατί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν πνευματική καί ἀληθινή ζωή πού δίνει ἡ ἁγία Μετάληψη.
Τό βρέφος, ὅταν γεννηθεῖ, κλαίει καί ζητᾶ μέ μεγάλη προθυμία τήν τροφή καί τό γάλα του. Ἄν χωρίς νά θηλάσει, δέν ἔχει ὄρεξη, τότε αὐτό δείχνει ὅτι εἶναι ἄρρωστο καί κινδυνεύει νά πεθάνει. Ἔτσι καί ἐμεῖς πρέπει νά εἴμαστε πρόθυμοι νά θηλάζουμε τή θεία Κοινωνία ὡς πνευματική τροφή γιά νά ζωοποιούμαστε. Εἰδάλλως κινδυνεύουμε νά νεκρωθοῦμε ψυχικά.
Γιά αὐτό τό λόγο ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέει (17)· «τἀφοῦ ὁ Κύριος μέ τόση τιμή καί ἀγάπη μᾶς ἔκανε ἄξιους νά μεταλαμβάνουμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του, ἄς μήν τό ἀμελοῦμε.
Δέ βλέπετε μέ πόση προθυμία τά μικρά παιδιά ἁρπάζουν τό μαστό τῆς μητέρας τους; Μέ πόση ὁρμή βάζουν σ’ αὐτό τά χείλη τους; Μέ τόση προθυμία πρέπει καί ἐμεῖς νά πλησιάζουμε αὐτή τήν ἁγία Τράπεζα καί τό μαστό τοῦ πνευματικοῦ ποτηρίου γιά νά μεταλαμβάνουμε, ἤ μᾶλλον γιά νά τό ποῦμε καλύτερα, μέ περισσότερη προθυμία σάν θηλάζοντα νήπια ἄς θηλάζουμε τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τή θεία Κοινωνία. Μία νά εἶναι ἡ λύπη μας, τό νά μή μεταλαμβάνουμε αὐτή τή ζωοποιό Τροφή.
***

1. «τὸ πνεῦμα μὴ σβέννυτε» (Α΄ Θεσσ. ε΄ 19).
2. «ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζώσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καί ἐγερθέντι».
3. «ἦσαν προσκαρτεροῦντες τῆ διδαχῆ τῶν Ἀποστόλων καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῆ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. β΄ 42).
4. «εἴ τις, προσφορᾶς γενομένης, μὴ μεταλάβοι τὴν αἰτίαν εἰπάτω· καί, ἐὰν εὔλογος ᾖ, συγγνώμης τυγχανέτω, εἰδὲ μὴ λέγοι, ἀφοριζέσθω» (Κανών η΄, Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 11).
5. «Πάντας τοὺς εἰσιόντας πιστοὺς καὶ τῶν γραφῶν ἀκούοντας, μὴ παραμένοντας δὲ τῇ προσευχῆ καὶ τῇ ἁγία μεταλήψει, ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντας τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀφορίζεσθαι χρή»  (Κανών θ΄, Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 11-12).
6. «Ὁ τοῦ παρόντος κανόνος διορισμὸς δριμύτατός ἐστιν· ἀφορίζει γὰρ τοὺς ἐκκλησιάζοντας καὶ μὴ παραμένοντας μέχρι τέλους, μηδὲ μεταλαμβάνοντας. Καί ἄλλοι δὲ κανόνες παρομοίως διορίζονται, πάντας ἑτοίμους εἶναι καὶ ἀξίους τῆς Μεταλήψεως»  (Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σελ.12).
7. «Πάντας τοὺς εἰσιόντας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερῶν γραφῶν ἀκούοντας, μὴ κοινωνοῦντας δὲ εὐχῆς ἅμα τῷ λαῷ, ἤ ἀποστρεφομένους τὴν Μετάληψιν τῆς εὐχαριστίας κατά τινα ἀταξίαν, τούτους ἀποβλήτους γίνεσθαι τῆς Ἐκκλησίας, ἕως ἄν ἐξομολογησάμενοι καὶ δείξαντες καρποὺς μετανοίας καί παρακαλέσαντες, τυχεῖν δυνηθῶσι συγγνώμης  (Κανών γ΄, Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 407).
8. «πολλοὺς ὁρῶ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μετέχοντας ἁπλῶς και ὡς ἔτυχε, καὶ συνηθείᾳ μᾶλλον καί νόμῳ ἤ λογισμῷ καί διανοίᾳ. Ἄν ἐπιστῇ φησίν, ὁ τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καιρός, οἷος ἂν ἦ τις, μετέχει τῶν μυστηρίων· ἄν ἐπιοτῇ τῶν Θεοφανείων ἡμέρα, καί τοι καιρὸς οὐ τοῦτο προσόδου· οὐ γὰρ Ἐπιφάνεια, οὐδὲ Τεσσαρακοστὴ ποιεῖ ἀξίους τοῦ προσιέναι, ἀλλὰ ψυχῆς εἰλικρίνεια και καθαρότης· μετὰ ταύτης ἀεί πρόσιθι, χωρὶς ταύτης, μηδέποτε· ὁσάκις γάρ φησι, τοῦτο ποιεῖτε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλετε, τουτέστιν ὑπόμνησιν ποιεῖτε τῆς σωτηρίας τῆς ὑπὲρ ὑμῶν, τῆς εὐεργεσίας τῆς ἐμῆς. Ἐννόησον, οἱ τῆς θυσίας μετέχοντες τῆς παλαιᾶς, πόσῃ ἐκέχρηντο τῇ φειδοῖ, τὶ γὰρ οὐκ ἔπραττον; Τὶ δὲ οὐκ ἐποίουν; Πάντοτε ἐκαθαίροντο, σὺ δὲ θυσίᾳ προσιών, ἣν καί Ἄγγελοι φρίττουσι, καιρῶν περιόδοις τὸ πρᾶγμα ὁρίζεις; Καὶ πῶς παραοτήση τῷ βήματι τοῦ Χριοτοῦ μιαραῖς χερσί καί χείλεσι κατατολμῶν αὐτοῦ τοῦ Σώματος;
Πολλὴν ὁρῶ τοῦ πράγματος τὴν ἀνωμαλίαν, ἐν μὲν τοῖς ἄλλοις καιροῖς, καί καθαροί πολλάκις ὄντες οὐ προσέρχεσθε· ἐν δὲ τῷ Πάσχᾳ, κἂν ᾖ τι τετολμημένον ὑμῖν, πρόσιτε· ὦ τῆς συνηθείας! ὦ τῆς προλήψεως! Εἰκῇ θυσία καθημερινή εἰκῆ παρεστήκαμεν τῷ θυσιαστηρίῳ οὐδείς ὁ μετέχων. Ταῦτα, οὐχ’ ἵνα ἁπλῶς μετέχητε, λέγω, ἀλλ’ ἵνα ἀξίους ἑαυτοὺς κατασκευάζητε.
Οὐκ εἶ τῆς θυσίας ἄξιος, οὐδὲ τῆς Μεταλήψεως; Οὐκοῦν οὐδὲ τῆς εὐχῆς, ἀκούεις ἑστῶτος τοῦ κήρυκος καί λέγοντος, ὅσοι ἐν μετανοίᾳ δεήθητε πάντες, ὅσοι μὴ μετέχουσιν, ἐν μετανοίᾳ εἰσί, τί στήκεις; Εἰ τῶν ἐν μετανοίᾳ εἶ, μετασχεῖν οὐκ ὀφείλεις, ὁ γὰρ μὴ μετέχων, τῶν ἐν μετανοίᾳ ἐστί· τίνος οὖν ἕνεκεν λέγει, προσέλθετε οἱ μὴ δυνάμενοι δεηθῆναι, σὺ δὲ ἔστηκας ἰταμῶς; Ἀλλ’ οὐκ εἰ τούτων, ἀλλὰ τῶν δυναμένων μετέχειν, καὶ οὕτως οὐδὲν φροντίζεις; Οὐδὲν ἡ γῆ τό πρᾶγμα; Σκόπει, παρακαλῶ.
Τράπεζα πάρεστι βασιλική, Ἄγγελοι διακονοῦντες τῆ τραπέζη, αὐτός πάρεοτιν ὁ Βασιλεύς, καὶ σὺ ἕστηκας χασμώμενος; Ρυπαρά σοιτὰ ἱμάτια, καί οὐδείς σοι λόγος; Ἀλλὰ καθαρά ἐστιν; Οὐκοῦν ἀνάπεσον καὶ μέτεχε, ἔρχεται καθ’ ἑκάστην ἰδεῖν τοὺς ἀνακειμένους, πᾶσι διαλέγεται, καί νῦν ἐν τῷ συνειδότι ἐρεῖ, ἑταῖροι, πῶς ἑστήκατε ὧδε μὴ ἔχοντες ἔνδυμα γάμου; Οὐκ εἶπε διατί ἀνέπεσας; Ἀλλὰ πρὸ τῆς κατακλίσεως καὶ τῆς εἰσόδου ἀνάξιον αὐτὸν εἶναι φησιν· οὐ γὰρ εἶπε διατί κατεκλίθης, ἀλλὰ τὶ εἰσῆλθες; Ταῦτα καὶ νῦν πρὸς ἅπαντας ἡμᾶς διαλέγεται, τοὺς ἀναισχύντως καὶ ἰταμῶς ἐστῶτας· πᾶς γὰρ ὁ μὴ μετέχων τῶν μυστηρίων ἀναισχύντως καί ἰταμῶς ἕοτηκε· διὰ τοῦτο πρότεροι ἐκβάλλονται οἱ ἐν ἁμαρτήμασι.
Καθάπερ γάρ, ἐπὶ τραπέζης παραγενομένου τοῦ Δεσπότου, οὐ δεῖ τοὺς προσκεκρουκότας τῶν οἰκετῶν παρεῖναι, ἀλλ’ ἐκποδὼν γίνονται, οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα προσφερομένης τῆς θυσίας καί τοῦ ἀμνοῦ τεθειμένου καὶ τοῦ προβάτου τοῦ δεσποτικοῦ, ὅταν ἀκούσης· δεηθῶμεν πάντες κοινῇ, ὅταν ἴδης ἀνελκόμενα τὰ ἀμφίθυρα, τότε νόμισον διαστέλλεσθαι τὸν οὐρανὸν ἄνωθεν, καὶ κατιέναι τοὺς Ἀγγέλους ὥσπερ τοίνυν τῶν ἀμυήτων οὐδένα χρὴ παρεῖναι, οὕτως οὐδὲ τῶν μεμυημένων καὶ ρυπαρῶν.
Εἰπέ μοι εἴτις εἰς ἑστίασιν κληθείς τὰς χεῖρας νίψαιτο καί κατακλιθείη καὶ ἕτοιμος γένοιτο πρὸς τὴν τράπεζαν, εἶτα μὴ μετέχοι, οὐχ ὑβρίζει τὸν καλέσαντα; Οὐ βέλτιον τὸν τοιοῦτον μηδὲ παραγενέσθαι; Οὕτω δὴ καὶ σὺ παραγέγονας· τὸν ὕμνον ἦσας μετὰ πάντων, ὡμολόγησας εἶναι τῶν ἀξίων τῷ μὴ μετὰ τῶν ἀναξίων ἀνακεχωρηκέναι· πῶς ἔμεινας καὶ οὐ μετέχεις τῆς τραπέζης; Ἀνάξιος εἰμί φησιν· οὐκοῦν καὶ τῆς κοινωνίας ἐκείνης τῆς ἐν ταῖς εὐχαῖς· οὐ γὰρ τῶν προκειμένων μόνον, ἀλλὰ καί διὰ τῶν ᾠδῶν ἐκείνων τὸ πνεῦμα πάντοθεν κάτεισιν· οὐχ ὁρᾷς τοὺς ἡμετέρους οἰκέτας τῆ σπογγιᾷ τὴν τράπεζαν περιπλύνοντας καὶ τὸν οἶκον καθαίροντας καὶ οὕτω τοὺς πίνακας τιθέντας; Τοῦτο γίνεται διὰ τῶν εὐχῶν, διὰ τῆς βοῆς τοῦ κήρυκος, ὥσπερ σπογγιᾷ περιπλύνομεν τὴν Ἐκκλησίαν, ἵνα ἐν καθαρᾷ τῇ ᾽Εκκλησίᾳ πάντα προτεθῆ, ἵνα μηδείς ἦ σπῖλος, μηδὲ ρυτίς· ἀνάξιοι καὶ ὀφθαλμοὶ τῶν θεαμάτων τούτων, ἀνάξιαι καὶ ἀκοαί. Κἂν θηρίον φησί θίγῃ τοῦ ὄρους, λιθοβοληθήσεται· οὕτως οὐδὲ τῆς ἐπιβάσεως ἄξιοι ἤσαν, καίτοι γὲ μετὰ ταῦτα καὶ προσῆλθον καὶ εἶδον ποῦ εἱστήκει ὁ Θεός· ἔξεστι μετὰ ταῦτα προσελθεῖν καὶ ἰδεῖν· ὅταν μὲν τοι παρῇ ἄπιθι· οὐκ ἔξεστί σοι μᾶλλον ἤ τῷ κατηχουμένῳ· οὐ γάρ ἐστιν ἴσον μηδέπω τυχεῖν μυστηρίων καί μετὰ τὸ τυχεῖν προσκρούσαντα κατα φρονεῖν καί ἀνάξιον καταστῆσαι τοῦ πράγματος.
Ἐνῆν καί πλείονα λέγειν καί φοβερώτερα, ἀλλ’ ὥοτε μὴ βαρῆσαι τὴν διάνοιαν ὑμῶν, ἀρκεῖ καὶ ταῦτα. Οἱ γὰρ μὴ τούτοις σωφρονιζόμενοι οὐδὲ τοῖς πλείοσιν, ἵνα οὖν μὴ μένον ὑμῖν τὸ κρῖμα ἐργασώμεθα, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, οὔχ ἵνα μὴ παραγίνησθε, ἀλλ’ ἵνα καί τῆς παρουσίας καὶ τῆς προσόδου ἀξίους ἑαυτοὺς καταοτήσητε.
Εἰπέ μοι, εἰ βασιλεύς τις ἐπέταξε καὶ εἶπεν, εἴ τις τόδε πράττοι, τῆς τραπέζης ἀπεχέτω τῆς ἐμῆς· ἄρα ὑπὲρ τούτου, οὐκ ἄν πάντα ἐπράξατε; Εἰς τοὺς οὐρανούς ἡμᾶς ἐκάλεσεν, εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου καί θαυμαστοῦ καί ἀναδυόμεθα καὶ μέλλομεν καί οὐ σπεύδομεν, οὐδὲ ἐπιτρέχομεν τῷ πράγματι; Καὶ τίς ἡμῖν ἔσται ἐλπις σωτηρίας; Οὐκ ἔστιν αἰτιάσασθαι ἀσθένειαν, οὐκ ἔστιν αἰτιάσασθαι φύσιν, ραθυμία μόνον ἀναξίους ἡμᾶς καθίστησι» (Ι. Χρυσοστόμου, τομ. 20, σελ. 484-492, Ε.Π.Ε.).
9. «Εἴ τις ἐν πόλει διάγων, τρεῖς Κυριακάς ἡμέρας ἐν τρισὶν ἑβδομάσι μὴ συνέρχοιτο· εἰ μὲν κληρικός εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀποκινείσθω τῆς Κοινωνίας» (Κανών π΄, Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 290).
10. «ἡ θεία Λειτουργία τελετή ἐστιν εἰς τὸ ἱερουργηθῆναι αὐτὸ τὸ πανάγιον Σῶμα Χριστοῦ καί Αἷμα καί τοῖς πιστοῖς ἅπασιν εἰς κοινωνίαν δοθῆναι καί ἔστι καθ’ ἑαυτὴν μόνη εἰς κοινωνίαν».
11. «Τῆς ἁγίας τελετῆς τῶν ἱερῶν μυστηρίων ἔργον μὲν ἡ τῶν Θείων δώρων εἰς τὸ θεῖον Σῶμα καί Αἷμα μεταβολή· τέλος δέ τὸ τοὺς πιστοὺς ἁγιασθῆναι δι’ αὐτῶν» (Ν. Καβάσιλα, τ. 22, σελ. 32 34 Ε.Π.Ε.).
12. «Τῆ Μεταλήψει τῶν ἁγιασμάτων ἅπασα (ἡ ἱερὴ τελετὴ δηλαδή) συνεννοεῖται, εἴπερ τὸ τέλος αὐτῆς καὶ ὁ σκοπὸς καί τὸ ἔργον, ἡ τῶν ζωοποιῶν ἐστι καὶ φρικτῶν Μυστηρίων καί ἁγιασμάτων Μετάληψις» (βλέπε Σύντ. τοῦ Χρύσ.),
13. «εἰ τοίνυν αἱ μὲν ψυχαί πρὸς τὸ Μυοτήριον ἑτοίμως ἔχουσι καί παρεσκευασμένως, ὁ ἁγιάσαι καὶ τελέσαι Κύριος ἁγιάζειν ἀεὶ βούλεται, καὶ ἑαυτὸν ἑκάστοτε μεταδιδόναι ἐπιθυμεῖ, τὶ τὸ κωλῦσον τὴν μετουσίαν; Πάντως οὐδέν· εἴποι οὖν ἄν τις, εἴ τις καὶ τῶν ζώντων, τὰ μὲν τῆ ψυχῆ ἀγαθὰ ἔχει τὰ εἰρημένα, μὴ προσέλθοι δέ τοῖς Μυστηρίοις, ἕξει τὸν ἁγιασμὸν ἐκεῖθεν οὐδὲν ἧττον; Οὐ πᾶς, ἀλλ’ εἰ τὶς οὐ δύναται προσιέναι σωματικῶς, ὥσπερ αἱ τῶν τεθνηκότων ψυχαί· εἰδέ τις δυνάμενος οὐ προσέλθῃ τῆ τραπέζη, τοῦτον τοῦ παρ’ αὐτοῖς ἁγιασμοῦ τυχεῖν, παντελῶς ἀδύνατον οὐχ ὅτι οὐ προσῆλθεν ἁπλῶς, ἀλλ’ ὅτι δυνάμενος οὐ προσῆλθεν, Ν. Καβάσιλα, τ. 22, σελ. 202-3 Ε.Π.Ε.).
14. «ἀναγκαίαν πρὸς ζωὴν αἰώνιον ἡ κοινωνία τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Καί πάλι, «δεῖ τόν ἀναγεννηθέντα διὰ τοῦ Βαπτίσματος τρέφεσθαι λοιπὸν τῆ Μεταλήψει τῶν θείων Μυστηρίων· χρεία οὖν λοιπόν τρέφεσθαι ἡμᾶς τροφὴν ζωῆς αἰωνίου, ἥν τινα παρέδωκεν ἡμῖν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος».
«καί τὸ κοινωνεῖν δὲ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καί μεταλαμβάνειν τοῦ ἁγίου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριοτοῦ, καλὸν καί ἐπωφελές, αὐτοῦ σαφῶς λέγοντος· ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, τὶς γὰρ ἀμφιβάλλει, ὅτι τὸ μετέχειν συνεχῶς τῆς ζωῆς οὐδὲν ἄλλο ἐστίν, ἤ ζῆν πολλαχῶς· (Βλ. ἠθ. 21 περί βαπτ. 3).
15. «Τῷ δὲ δικαίῳ καὶ πρέποντι ὡς ἐπὶ τῆς τῶν ἁγιασμάτων Μεταλήψεως ὅτι καλὸν καὶ δίκαιον καὶ προσῆκον πολλάκις τὸν χριστιανὸν ἁγιάζεσθαι καί μᾶλλον προστρέχειν ἐπι τούτῳ καὶ ποθεῖν ἢ τὸ ἀναπνεῖν. Διὰ τοῦτο καί συνεχῶς ἐκδέδοται καί καθ’ ἡμέραν, εἰ οἷον τε, τοῖς ἀξίοις ἐπιτελεῖσθαι συγκεχώρηται» (βλ. εἰς τό συνταγ. Χρύσ.).
16. «καὶ νῦν τὸ Μυστήριον τοῖς μετέχουσι προκοπὴν τῆς κατὰ Χριστόν ζωῆς ἐργάζεται· ὅπερ γὰρ σωματικῶς δρᾶ τὸ φαινόμενον αὐτοῦ, τοῦτο μυοτικῶς τε καί ἀοράτως ἔνδον ἀνύον. Τρέφει γὰρ καὶ ἀνακτᾶται τὴν ἡμετέραν ψυχὴν τὸ τοῦ Χριστοῦ Σῶμα, καθάπερ ὁ ἄρτος τῷ σώματι τοῦτο ἐργάζεται. Καί καθάπερ ἀναγεννώμεθα βαπτιζόμενοι, καί τὸ εἶναι τῆς χάριτος τοῦ εἶναι τῆς ἁμαρτίας ἀντιλαμβάνομεν, οὕτω δὴ καί τρεφόμεθα δυναμωθέντες καί τὴν ἐν χάριτι λαμβάνομεν διαμονὴν καί ἐπίδοσιν τῷ Μυστηρίῳ τῆς Μεταλήψεως ὥσπερ γὰρ ἡ φυσικὴ τοῦ σώματος θέρμη ἀναλώσειεν ἂν τὴν ἔμφυτον ὑγρότητα τούτου, μὴ ταῖς ἀπὸ τῶν τροφῶν προσθήκαις βοηθουμένην καὶ διὰ τοῦτο τῆ τροφῆ καί τῷ πόματι φυλάττεται μὲν τὰ συνιστῶντα τὴν φύσιν ἔνδον καλῶς, ἀναπληροῦνται δὲ τὰ φθαρέντα τῆ θέρμη καί ἀνασώζεται καί ἀδύνατον ἔστιν ἄλλως τὴν ἀνθρωπίνην ζωήν, οὐδὲ ἐφ ὁσονοῦν διαρκέσαι, οὕτως ἡ θέρμη τῆς πονηρίας ἔνδοθεν τὴν ψυχὴν κατατρώγουσα τῷ τὴν ποιότητα τῆς εὐλαβείας ξηραίνειν, ἐποίησεν ἂν αὐτὴν παντάπασιν ἐκλιπεῖν, εἰμὴ τὴν πνευματικὴν ταύτην ἡ ψυχή τροφὴν προσελάμβανεν ἀντικαθιοταμένην τῆ φθαρτικῆ δυνάμει τῆς πονηρίας καὶ συνιοτῶσαν ἐν ἡμῖν τὰ πνευματικὰ τοῦ Θεοῦ δῶρα καί αὔξουσαν. Τὸ δὲ Χριοτῷ Σῶμα, τῷ μὲν λόγῳ τοῦ σώματος τρέφον, τῷ δὲ τῆς καθαρότητος λόγῳ τῆ πρὸς τὴν θείαν φύσιν ἑνώσει καθαῖρον καὶ ἁγιάζον ἀρκούντως ἡμῖν τὴν πνευματικὴν παρέχεται θρέψιν τρεφόμενοι δὲ οὕτω καλῶς, πρὸς τὴν πνευματικὴν καθαρότητα καὶ ὑγείαν ἐπαναγόμεθα, ἧς ἡμᾶς ἡ τῶν κεκωλυμένων βρῶσις ἐξέωσε τότε.
Ἔδει γὰρ ἡμᾶς σωματικῇ τινι βρώσει τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν ὑγείαν ἐκείνην ἀποβαλόντας, σωματικῇ τινι τροφὴ πρὸς ἐκείνην ἐπανελθεῖν. Καί τὰ μὲν ὅμοια τοῖς ὁμοίοις θεραπευθῆναι καλῶς, τοῖς δέ ἐναντίοις τὰ ἐνάντια, οἷον, βρώσεις μὲν ἄμφω σωματικαί, ἥ τέ διαφθείρασα τὴν ἀρχὴν ἣ τέ σώζουσα νῦν καὶ ὑγεία καὶ πνευματικὴ ζωή, τὸ τε σωζόμενον, τὸ τε φθειρόμενον. Ἀλλ’ ἐκείνου μὲν ἐπέτρεπεν ὁ Θεός, ταύτην δὲ νῦν ἐπιτρέπει καί χορηγεῖ· κἀκείνην μὲν ὁ πονηρὸς εἰσηγεῖτο δαίμων, ταύτης δὲ ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός, οὐ σύμβουλος μόνον, ἀλλὰ καὶ διάκονος γίνεται· κἀκείνη μὲν ἡρπάζετο, πρὸς ταύτην δὲ καὶ παρακαλούμεθα φανερῶς· κακείνη μὲν ὑφήδρευε τῆς παραβάσεως ὁ ἰός, ταύτῃ ὑποκρύπτεται θησαυρὸς ἀγαθῶν ἀναρίθμητος» (ὁμιλ. περί τοῦ μυστηριώδους Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Βλ. εἰς τό σύντ. Χρύσ.).
17. «Μὴ τοίνυν ραθυμῶμεν τοιαύτης ἠξιωμένοι ἀγάπης τε καὶ τιμῆς· οὐχ ὁρᾶτε τὰ παιδία μεθ’ ὅσης προθυμίας δράσσεται τοῦ μαστοῦ; Μεθ’ ὅσης ὁρμῆς ἐμπήγνυσι τῆ θηλῆ τὰ χείλη; Μετὰ τοσαύτης προσίομεν καὶ ἡμεῖς τῆ τραπέζη ταύτη καί τῆ θηλῆ τοῦ πνευματικοῦ, μᾶλλον δὲ καὶ μετὰ πλείονος προθυμίας, ἑλκύσωμεν ὡς παιδία ὑπομάζια τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν, καί μία ἡμῖν ἔστω ὀδύνη τὸ μὴ μετασχεῖν ταύτης τῆς τροφῆς» (Ἰ. Χροστοστόμου, τομ. 12, σελ. 214-216 Ε.Π.Ε).
                                                                                                                   Συντάκτης: