ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:ΤΟ ΚΑΚΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΡΧΙΖΕΙ


101.jpg
Το κακό αρχίζει από τις κακές σκέψεις. Όταν πικραίνεσαι και αγανακτείς, έστω μόνο με τη σκέψη, χαλάς την πνευματική ατμόσφαιρα. Εμποδίζεις το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό. Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισμό.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ 1886 - 1983

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1983

02.jpg
Στην καταγωγή ήταν Πόντιος. Σε νεαράν ηλικία πυρομένος από θείο ζήλο αναχωρεί με τα πόδια από τη Ρωσία μέχρι τη Βασιλεύουσα και από εκεί με πλοίο καταφθάνει στους Αγίους Τόπους, όπου αόκνως υπηρέτησε σχεδόν μία δεκαετία στον Πανάγιον Τάφο και σε άλλα προσκυνήματα.Εκεί κατά θείαν οικονομία γνωρίστηκε με τον γνωστό μεγάλον ασκητή της Αιγίνης, Ιερώνυμο από τον οποίον διδάχτηκε και τα πρώτα ανώτερα μαθήματα της ασκητικής ζωής. Αλλά η διψασμένη εκείνη ψυχή, πυρομένη από τον ένθεον έρωτα λέγοντας μετά του Δαυΐδ: «εδίψησέ σε η ψυχή μου εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω», άφησε τους θορύβους του κόσμου και μετέβη στον Άθωνα, στο Αγιώνυμο περιβόλι της Θεοτόκου.
01.jpg
Παραδομένος στο Πανάγιο Πνεύμα σαν σε πρώτο σταθμό έμεινε λίγα χρόνια στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα όπου και έλαβε το άγιο σχήμα μετονομασθείς σε Αρσένιον από Ανατόλιος όπου ονομάσθη με ρασοευχή στα Ιεροσόλυμα. Εκμεταλλευόμενος το ιδιόρρυθμο σύστημα της μέχρι τότε λειτουργούσης Μονής, προέβη σε σκληρούς και ανώτερους αγώνες. Όμως η δίψα της ασκήσεως πολύ σύντομα τον ώθησε κατόπιν πληροφορίας άνωθεν να εγκαταλείψη τη μοναστηριακή ζωή και να μεταβή στην ακρώρειαν του Όρους αναζητώντας ανώτερους ασκητές όπου με την διδαχή και το παράδειγμα τους οδηγούν εις την τελειότητα.
Βλέποντας ο Κύριος, τον ειλικρινή πόθον του δεν άργησε να του φανερώση το ποθούμενο. Και το ποθούμενο ήταν ένας άλλος νέος, ο οποίος έψαχνε ακριβώς για τον ίδιο σκοπόν και με τον ίδιον πόθο. Οι δύο αυτοί νέοι για πρώτη φορά συναντήθηκαν ψηλά εκεί πάνω στην αγία κορυφή του Άθω. Και όπως ο μαγνήτης έλκει και ενώνεται με το σίδηρο, κατ΄ αυτόν τον τρόπο το Πανάγιον Πνεύμα είλκυσε τον ένα προς τον άλλο. Έκτοτε ενωμένοι τω Πνεύματι παρέμειναν οι δύο νέοι αχώριστοι κατά την υπόσχεση που έδωκαν μεταξύ τους μέχρις ότου τους εχώρησε ο θάνατος.
03.jpg
Ο άλλος νέος ήταν ο μεγάλος μετέπειτα νηπτικός ασκητής του 20ου αιώνος Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο οποίος τότε με το λαϊκό του όνομα λεγόταν Φραγκίσκος Κώττης. Οι δύο αυτοί νέοι έκτοτε ωσάν μέλισσες μάζεψαν ότι το πιο εκλεκτό είχε τότε η έρημος του Αγίου Όρους προκειμένου να τρυγήσουν τους γλυκύτατους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Γνωρίστηκαν πρώτα με τον φημισμένο Γέροντα Δανιήλ τον Κατουνακιώτη, με τον Καλλίνικον τον Ησυχαστή, με τον Γεράσιμο, με τον Ιγάτιο και όσα άλλα εύοσμα άνθη της ερήμου. Γράφει σε μία επιστολήν ο αείμνηστος Ιωσήφ: «τα σπήλαια ολοκλήρου του Άθωνα με εδέχοντο επισκέπτην, βήμα προς βήμα ... ίνα εύρω πνευματικόν να με διδάξη ουράνιον θεωρίαν και πράξιν».
Έτσι λοιπόν ψάχνοντας βρήκαν και το εκλεκτώτερο ρόδο της ερήμου τον παπα-Δανιήλ τον Ησυχαστήν εκεί ψηλά στη σπηλιά του Αγίου Πέτρου. Ο ασκητής αυτός λειτουργούσε κάθε βράδυ μεσάνυχτα και η λειτουργία κρατούσε 3-4 ώρες, διότι από την πολλήν κατάνυξη και αίσθηση του μυστηρίου η λειτουργία γινόταν με πολλές διακοπές και πάντοτε το έδαφος γινόταν λάσπη από τα πολλά δάκρυα. Ο Γέροντας αυτός ήταν προικισμένος με πολλά χαρίσματα μεταξύ των οποίων και το προορατικό χάρισμα. Ζούσε με συνεχή ξηροφαγία και μονοφαγία όλο το έτος. Απ΄ αυτόν οι δύο ασκητές Ιωσήφ και Αρσένιος παρέλαβαν την τάξιν της μονοφαγίας και ξηροφαγίας, αλλά και την τάξιν της παντοτινής αγρυπνίας.
Στο διάστημα της αγρυπνίας ο Γέρων Αρσένιος καθώς ο ίδιος μου ομολόγησε έβγαζε επί πολλά χρόνια 3.000 γονυκλισίες κάθε βράδυ και η υπόλοιπη αγρυπνία γινόταν με ορθοστασία. Όσο για ανάπαυση για πολλά χρόνια κρεββάτι δεν φιλοξένησε τους δύο ασκητές. Μετά την ολονύχτια κοπιαστική αγρυπνία επρόσφεραν λίγο φόρο στο σαρκίον καθήμενοι σε σκαμνάκι.
Όσο για φαγητό; Καθημερινά μονοφαγία, το δε κυριότερο γεύμα παξιμάδι μάλιστα πολλές φορές μουχλιασμένο και σκουλικιασμένο. Το Σαββατοκυρίακο, αν έβρισκαν, έτρωγαν και οτιδήποτε άλλο εκτός κρέατος, αλλά και πάλιν άπαξ (μονοφαγία)
06.jpg
Πέραν αυτών ο Γερο-Αρσένιος επεμελείτο και τις χειρονακτικές εργασίες. Ζώντας τα πρώτα χρόνια εκεί ψηλά στα βράχια του Αγίου Βασιλείου, ανεβοκατέβαινε 1-2 ώρες απότομο ανήφορο ανεβάζοντας προμήθειες όχι μόνο για τους εαυτούς τους αλλά και για όλους τους ασκητές. Κουβαλούσε στους ώμους πέτρες και διάφορα υλικά για την συντήρηση και επισκευή των λιθόκτιστων καλύβων και πεζουλιών.
Επειδή τα έργα αυτά είναι ανώτερα των ανθρωπίνων δυνάμεων, ρωτώντας κάποτε τον παππού, μου ομολόγησεν, ότι μόλις έβαζε μπροστά την ευχή του Γέροντα το φορτίο ξελάφρωνε και μια ανώτερη δύναμη τον έσπρωχνε, ώστε με μεγάλη ευκολία ανέβαινε εκείνο τον ανήφορο και μάλιστα μέσα στο λιοπύρι του καλοκαιριού, με την ευχή αδιάλειπτη στα χείλη.
Όσο για περιβολή; Για πολλά χρόνια οι δύο ασκητές, χειμώνα καλοκαίρι, ζούσαν ρακένδυτοι και ξυπόλητοι σε βαθμό, που πολλοί τους θεωρούσαν «σαλούς». Δεν ήσαν σαλοί κατά κόσμον, αλλά δια Χριστόν. Γι΄ αυτούς άρμοζε ο λόγος του αποστόλου: «περιήλθον εν μηλωταίς εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κόσμος· εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γής» (Εβρ. ια΄ 37-38).
04.jpg
Οι δύο μεγάλοι αυτοί ασκητές, αφού έζησαν σχεδόν είκοσι χρόνια εκεί ψηλά στη σκήτη του Αγίου Βασιλείου, το 1938 αποφάσισαν να κατέβουν χαμηλώτερα στη Μικρά Αγία Άννα μαζί με μια μικρή συνοδεία που ήδη προσκολλήθηκε κοντά τους. Εκεί παρέμειναν μέχρι το 1953. Μετά το '53 μετέβησαν ακόμα πιο χαμηλά στη Νέα Σκήτη. Ο μεγάλος ασκητής Ιωσήφ ήδη απήλθε προς τα ουράνια το 1959. Δεν αξιώθηκα να τον γνωρίσω. Αξιώθηκα όμως το 1964 να πρωτογνωρίσω το Γέροντα Αρσένιο. Η αρετή του αειμνήστου Γέροντα μου Παπα Χαραλάμπους, υποτακτικού τότε του Γέροντος Αρσενίου, αλλά και θείου και αναδόχου του κατά σάρκα, θεία χάριτι με σαγήνεψαν ώστε έκτοτε να παραμείνω μαζί τους μέχρι της οσίας τελευτής τους.
Με τον Γέροντα Αρσένιον έζησα δεκαοκτώ συναπτά έτη. Εγνώρισα την αρετή του. Τους πλούσιους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, αγάπη, χαρά, ειρήνη κ.λ.π., αλλά προ πάντων την μακαρίαν απλότητα και ακακία, την ευθύτητα, την ειλικρίνεια και τη μεγάλη ταπείνωση, το μεγάλο αγωνιστικό φρόνημα κ.ά.
Επιλήψει με ο χρόνος διηγούμενον περί της θαυμαστής ζωής του μεγάλου αυτού ασκητού. Όμως ο χώρος δεν επιτρέπει. Εν κατακλείδι, παραθέτω σπαράγματα από τον πρόλογον του βιβλίου «Γέρων Αρσένιος Σπηλαιώτης», από ένα άλλο εκλεκτό μέλος της συνοδείας του, τον αείμνηστον Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινόν:
«Για τον Γέρο Αρσένιον, ισχύει το ευαγγελικό «ίδε αληθώς Ισραηλίτης εν ω δόλος ουκ έστι» Ήτο εκ φύσεως ευθύς, απλός, άκακος, πράος, υπήκοος και κατ΄ εξοχήν, σπάνιος αγωνιστής και ακτήμων. Όταν αγρυπνούσε, από βραδύς ξεκινούσε με χιλιάδες γονυκλισίες και ολονύκτιον ορθοστασίαν μέχρι να ξημερώση. Πολλές φορές ο παππούς αυτός δεν εννοούσε να ξεκολλήση από την ευχήν. Πλησιάζαμε στο παράθυρο. Ήταν μεταρσιωμένος.
- Γέροντα ήλθε η ώρα της δουλειάς, και ο παππούς αφού συνερχόταν απαντούσε με απλότητα
- Ξημέρωσε κιόλα;
08.jpg
Με τον άγιον αυτόν παππού έζησα τρία χρόνια στην Νέα Σκήτη. Δώδεκα στο Χιλανδαρινό κελλί «Μπουραζέρι» και τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του στην ευαγή Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου λόγω λειψανδρίας προσκλήθηκε ο αείμνηστος Γέροντάς μου Παπα Χαράλαμπος να την στελεχώση αναλαμβάνοντας και τα σκήπτρα της ηγουμενίας. Η Μονή αυτή τιμάται επ΄ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου.
Σ΄ όλα του τα χρόνια ο Γέρων Αρσένιος είχε προστάτην τον Μέγαν Πρόδρομον. Εκεί λοιπόν στη Μονή πλήρης ημερών με οσιακό τέλος αφήκε την τελευταία του αναπνοή στις 2/15 Σεπτεμβρίου του 1983 στα χέρια του Βαπτιστού Ιωάννου.
05.jpg
Αιωνία αυτού η μνήμη.
Ας έχουμε την ευχήν του
Ιωσήφ Μ.Δ.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ & ΦΙΛΟΘΕΪΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ(1779)ΒΙΟΣ & ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ

02.jpg
Ο μέγας ισαπόστολος, φωτιστής του υπόδουλου Γένους, θαυματουργός όσιος, ένδοξος και λαοφιλής ιερο΅άρτυς, γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας το 1714. Συγκεκριμένα ανάμεσα στα χωριά Μεγάλο Δένδρο και Ταξιάρχης της ορεινής Τριχωνίδος, περιοχή που ονομάζεται Απόκουρο, από γονείς Ηπειρώτες: «Γονέων ευσεβών υιός, παρά των οποίων ανατραφείς, και παιδευθείς εν παιδεία, και νουθεσία Κυρίου, κατά τον Απόστολον».
Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη μονή της Παναγίας Σεγδίτσας Παρνασσίδος κοντά στον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Λύτσικα και στη Λαμποτινά Ναυπακτίας με τον ιεροδιδάσκαλο Ανανία Δερβισάνο, όπου και δίδαξε. Κατόπιν συναντάται στην ονομαστή σχολή Βραγγιανών Αγράφων, την οποία είχε ιδρύσει ο συμπατριώτης του όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός ( 1682). Στη σχολή αυτή διδάχθηκε ανώτερα μαθήματα φιλοσοφίας, αρχαίων ελληνικών, θεολογικών, φυσικομαθηματικών, στοιχείων ιατρικής και άλλων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων.
Στη συνέχεια ήλθε στο Άγιον Όρος. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους άρχισε με φήμην μεγάλην και το σχολείον του Βατοπαιδίου εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις εκείνο με άλλους ειδικούς του συμμαθητάς ουκ ολίγους· εκεί ετελείωσε τα γραμματικά υποκάτω εις τον διδάσκαλον Παναγιώτην Παλαμάν μετά δε ταύτα παρέλαβε και την Λογικήν από τον διδάσκαλον Νικόλαον Τζαρτζούλιον τον εκ Μετζόβου, όστις εκεί εσχολάρχησε μετά τον σοφώτατον Ευγένιον· ήταν δε ακόμα λαϊκός Κώνστας καλούμενος· πλην και εις το σχήμα όντας των λαϊκών, εφαίνετο εστολισμένος με την σεμνότητα του μοναδικού σχήματος, και κατά πάντα ηγωνίζετο, και τον εαυτόν του εγύμναζε προς τελείαν άσκησιν· επειδή δε πάλιν κακή τύχη η περίφημος εκείνη σχολή αναχωρησάντων των διδασκάλων, ερημώθη, και κατήντησε να γένη ως το απ' αρχής»500. Στην περίφημη αυτή Βατοπαιδινή Σχολή και κοντά σε σπουδαίους διδασκάλους επί μία περίπου εξαετία απέκτησε αρκετά καλή μόρφωση και προσωπική εκπαιδευτική αντίληψη.
Αργότερα, στις διδαχές του, αναφέρεται στη μόρφωση που απέκτησε: «Εγώ, χριστιανοί μου, έφθειρα την ζωήν μου εις την σπουδήν σαράντα-πενήντα χρόνους, εγώ εδιάβασα και περί ιερέων, και περί ασεβών και περί αθέων και περί αιρετικών, τα βάθη της σοφίας ερεύνησα».
Αλλού αναφέρει: «έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα και απ' όλα τα έθνη και πολλά τα εδιάβασα».
Κατόπιν μετέβη στην ιερά μονή Φιλοθέου. Εκεί εκάρη μοναχός με το όνομα Κοσμάς και χειροτονήθηκε ιερεύς. Όπως λέγει ο ίδιος, «επήγα και εις το Άγιον Όρος και έκλαιγα διά τες αμαρτίες μου δεκαεπτά χρόνους». Από μικρός είχε μεγάλη αγάπη στον Θεό και στον συνάνθρωπο. Μελετούσε το ευαγγέλιο και σκεπτόταν πως θα μπορούσε να βοηθήσει τους αδελφούς του κατά τον καλύτερο τρόπο. Προσευχόταν και συμβουλευόταν πνευματικούς και Γέροντες. Ένιωθε ότι έπρεπε να αφήσει το προσφιλές Άγιον Όρος, για να βοηθήσει τον χειμαζόμενο λαό. «Το Γένος κινδύνευε τον έσχατο κίνδυνο. Από την μια οι Τούρκοι, απ' την άλλη ο διαφωτισμός -ο άθεος διαφωτισμός- της Γαλλίας. Η πίστις διαρκώς υποχωρούσε. Το ισλάμ εν θριάμβω. Η εληνική γλώσσα ηφανίζετο. Επαρχίες ολόκληρες είχαν ξεχάσει τα ρωμέϊκα και μιλούσαν άλλες τούρκικα, άλλες σλάβικα, άλλες αρβανίτικα, άλλες βλάχικα. Ήσαν και οι ξένες προπαγάνδες. Παπικοί μισσιονάριοι, λουθηροκαλβίνοι ψευδοϊεραπόστολοι εκμεταλευόμενοι την φτώχεια του λαού έμπηγαν τα γαμψά και μολυσμένα νύχια τους στις άχραντες και αμίαντες σάρκες της Εκκλησίας του Χριστού. Αντελήφθη ο Άγιος τον κίνδυνο. Τα απαισιόδοξα μηνύματα έφθαναν και στο Άγιον Όρος. Τα συνέλαβε. Έπρεπε να διακόψη την άσκησι στη Μονή. Τον περίμενε το Γένος του, η Εκκλησία του Χριστού. Μόρφωσιν είχε αποκτήσει πολλή, αρετές δυσκατόρθωτες για τους πολλούς είχε, ταπείνωσι διέθετε δυσθεώρητη, ζήλος ένθεος έκαιγε στην καρδιά του».
Στη μονή Φιλοθέου αισθάνθηκε κλήση από τον Θεό για την ανάληψη του μεγάλου έργου «της διαφωτίσεως και αναγεννήσεως των αδελφών Χριστιανών. Οι Έλληνες είχαν περιπέσει εις αμάθειαν εις ότι αφορά την θρησκείαν των, και αυτό είχεν ως αποτέλεσμα τας πολλαπλάς κακίας, και την κατά μεγάλους αριθμούς αλλαξοπιστίαν εκ της Ορθοδοξίας εις τον Μωαμεθανισμόν. Ο Κοσμάς ένοιωθε τούτο βαθύτατα. Εζήτησε λοιπόν και έλαβε την συγκατάθεσιν των γερόντων του όπως αναλάβη μία τοιαύτην αποστολήν. Αφήνοντας το Άγιον Όρος, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, συνήντησε τον Πατριάρχην Σεραφείμ (1757-1761) και έλαβε παρ' αυτού γραπτήν άδειαν να κηρύξη ανά την Ελλάδα».
Το 1760 στην Κωνσταντινούπολη συνάντησε τον κατά σάρκα αδελφό του Χρύσανθο τον Αιτωλό ( 1785), από τον οποίο διδάχθηκε ρητορική τέχνη. Το ιεραποστολικό του έργο στον ηπειρωτικό και νησιωτικό ελλαδικό χώρο ήταν μεγαλόπνοο, θαυμαστό, αποτελεσματικό και σπουδαίο.
Κήρυττε απλά, μεστά, εγκάρδια, εκφραστικά, ταπεινά και χαριτωμένα. Μιλούσε «το κατά δύναμιν, όχι ως διδάσκαλος, αλλ' ως αδελφός· διδάσκαλος μόνος ο Χριστός μας είναι». «Είστε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας», έλεγε στους ακροατές του, «και όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια να σας φιλήσω, διατί ο καθένας από λόγου σας είναι τιμιώτερος από όλον τον κόσμον». Άλλοτε πάλι χαρακτηριστικά και ταπεινά παρατηρούσε: «Ακούγοντας και εγώ, αδελφοί μου, ετούτον τον γλυκύτατον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, "Με έτρωγεν εις την καρδίαν τόσους χρόνους ωσάν σκουλίκι", διά τους αδελφούς μας τους Χριστιανούς για τη σωτηρία των ψυχών τους εβγήκα και περιπατώ από τόπον εις τόπον και από χώραν εις χώραν και διδάσκω τους αδελφούς μου Χριστιανούς».
Το επί εικοσαετία πλούσιο κηρυκτικό έργο του πέρασε από την Κωνσταντινούπολη, Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο, Ήπειρο, νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Το φλογερό κήρυγμά του είχε τεράστια απήχηση στις διψασμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές των υποδούλων, όπως αναφέρει ο καλός μαθητής και βιογράφος του Σάπφειρος Χριστοδουλίδης: «Όπου και εάν επήγαινεν ο τρισμακάριστος, εγίνετο μεγάλη σύναξις των Χριστιανών και ήκουαν μετά κατανύξεως και ευλαβείας την χάριν και γλυκύτητα των λόγων του, και ακολούθως εγίνετο και μεγάλη διόρθωσις και ωφέλεια ψυχική». Όπως μάλιστα γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «ήτον η διδαχή του, καθώς ημείς αυτήκοοι αυτής εγενόμεθα, απλούστατη, ωσάν εκείνη των αλιέων· ήταν γαλήνιος, και ησύχιος, οπού εφαίνετο καθολικά, να είναι γεμάτη από την χαράν του ιλαρού, και ησύχου Αγίου Πνεύματος». Και συνεχίζει: «Και ο Θεός άνωθεν συνήργει και εβεβαίωνε τα λόγιά του με τα ακόλουθα σημεία, και θαύματα, καθώς ποτέ διά των τοιούτων θαυμάτων εβεβαίωνε και το κήρυγμα των ιερών Αποστόλων του». Στη Βόρειο Ήπειρο «συνεργούσης της θείας χάριτος, πολλούς και μεγάλους καρπούς έκαμε· διά τί τους αγρίους, ημέρωσε· τους ληστάς, κατεπράϋνε· τους άσπλαχνους και ανελεήμονας, έδειξε ελεήμονας, τους ανευλαβείς, έκαμεν ευλαβείς, τους αμαθείς, και αγροίκους εις τα θεία, εμαθήτευσε, και τους έκαμε να συντρέχουν εις τας ιεράς Ακολουθίας· και όλους απλώς τους αμαρτωλούς, έφερεν εις μεγάλην μετάνοιαν, και διόρθωσιν· ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι εις τους καιρούς των εφάνη ένας νέος Απόστολος».
Όλοι οι βιογράφοι του τονίζουν ιδιαίτερα ότι έπασχε για την ίδρυση σχολείων, για να μαθαίνουν τα ελληνόπουλα γράμματα δωρεάν, «να στερεώνωνται μεν εις την πίστιν και την ευσέβειαν, να οδηγώνται δε εις την ενάρετον ζωήν και πολιτείαν». Έπεισε τους πλούσιους να αγοράζουν κολυβήθρες για τις εκκλησίες που δεν είχαν .
Έτσι αγοράστηκαν πάνω από 400 κολυμβήθρες, βιβλία για τους εγγραμμάτους, κομποσχοίνια και σταυρουδάκια για όλους, περί τις 500.000. Δεν δίστασε να στιγματίσει το εμπόριο των Εβραίων, που έκαμαν ημέρα Κυριακή, και δεν επέτρεπε τους χριστιανούς να εργάζονται την ημέρα του Κυρίου. Γι' αυτό οι Εβραίοι τον μίσησαν θανάσιμα.
Στις περιοδείες του τον ακολουθούσαν πολλοί ιερείς και πολύς κόσμος. Το κάθε κήρυγμά του στον κάθε τόπο ήταν μία ιεροτελεστία. Έλεγε στους χριστιανούς να προετοιμασθούν, να εξομολογηθούν και να νηστεύσουν. Οι ιερείς τελούσαν το μυστήριο του ιερού ευχελαίου, και έχριαν τους χριστιανούς. Έστηναν παντού ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, άναβαν κεριά, και εκείνος ανέβαινε στο σκαμνί του, μοίραζε ευλογίες, άρτους και κόλλυβα, και έκανε τη διδαχή. Ο σταυρός έμενε σε ανάμνηση της διαβάσεώς του και συχνά θαυματουργούσε517. Οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις, και έτσι έχουμε σήμερα τις διδαχές του, που συνοδεύονταν από θαύματα και προφητείες. Οι προφητείες του αναφέρονται στην απελευθέρωση του σκλαβωμένου Έθνους, στο μέλλον διαφόρων προσώπων, πόλεων και της ανθρωπότητος, στις εφευρέσεις της επιστήμης και σε άλλα θέματα. Πολλές από αυτές πραγματοποιήθηκαν με πιστή ακρίβεια.
Παρά τη μεγάλη αγάπη του ευεργετημένου από τον άγιο λαού και τον σεβασμό που του έτρεφαν ακόμη και Τούρκοι υπήρχαν και ορισμένοι που τον μισούσαν, όπως κάποιοι πλούσιοι κοτσαμπάσηδες, γιατί τους έλεγχε τις διάφορες αδικίες, αλλά κυρίως οι Εβραίοι, τους οποίους έλεγχε και αυτούς στα κηρύγματά του. Φυσικά «δεν πάσχει βέβαια από αντισημιτισμό ο Άγιος. Μιλεί και εδώ την γλώσσα της αλήθειας. Ξέρει ότι οι Εβραίοι βρίσκονταν πίσω από τις αδικίες και τους διωγμούς των Χριστιανών». Έγραφε σε επιστολή του προς τον αδελφό του Χρύσανθο λίγους μήνες προ του τέλους του: «Δέκα χιλιάδες χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατόν μου και ένας όχι».
Οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν στις τουρκικές αρχές, και κατόρθωσαν με πολλά χρήματα προς τον Κούρτ Πασά του Βερατίου να επιτύχουν τη θανάτωσή του. Ο άγιος προγνώρισε το τέλος του και την τελευταία νύκτα του, «χωρίς να δείξη ολότελα κανένα σημείον λύπης διά την στέρησιν της ζωής του, αλλά μάλιστα φαινόμενος χαριέστατος εις το πρόσωπον, ωσάν να επήγαινεν εις χαραίς και ξεφαντώματα». Τον κρέμασαν από ένα δένδρο στο χωριό Κολικόντασι και έριξαν το τίμιο λείψανό του στον ποταμό Άψο. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό το λείψανο έπλεε. Βρέθηκε από τον ευλαβή ιερέα Μάρκο και ενταφιάστηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας. Ο άγιος μαρτύρησε στις 24.8.1779. Τον Αύγουστο του 1813 έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων. Το επόμενο έτος κτίστηκε εκεί προς τιμή του ναός και μονή με προσταγή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, για τον οποίο είχε προφητεύσει ότι θα προοδεύσει.
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός τιμήθηκε από νωρίς ως άγιος από τον πιστό λαό. Απόδειξη της τιμής αυτής και της αγάπης είναι εκατοντάδες φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, χαλκογραφίες, ξυλογραφίες, σχέδια, προσκυνητάρια και ναοί. Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεώς του έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20.4.1961. Το 1984 βρέθηκαν από τους συγγραφείς κυρίους Π. Β. Πάσχο και Π. Φ. Χριστόπουλο τα λείψανα του αγίου στο καταστραμένο μοναστήρι του στην Αλβανία. Υπάρχει μία αρκετά πλούσια βιβλιογραφία σχετική, με τον άγιο.
Ακολουθία και βίο του συνέθεσαν οι Νικόδημος ο Αγιορείτης, Σαπφείριος Χριστοδουλίδης (1814), ο Θωμάς Πασχίδης (1860) και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννίτης. Παρακλητικό Κανόνα έγραψε ο μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ.
Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου.
πηγή:
Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου,
Βατοπαιδινό Συναξάρι,
Έκδοση Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου,
Α' Έκδοση, 2007

ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ

1. «Αὐτὸ μιὰ μέρα θὰ γίνη Ρωμαίϊκο καὶ καλότυχος ὅποιος ζήση σὲ ἐκεῖνο τὸ βασίλειο».(Συνήθιζε νὰ λέγη εἰς διάφορα μέρη τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἀπηλευθηρώθησαν).
2. Ὦ εὐλογημένο βουνό, πόσες ψυχὲς γυναικόπαιδα θὰ σώσης ὅταν ἔλθουν τὰ χαλεπὰ χρόνια!».(Εἶπε τὴν προφητεία αὐτὴν ἐν Σιατίστῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἀντικρύζων τὰ βουνά, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἔγιναν κρησφύγετα τῶν γυναικοπαίδων).
3. «Καλότυχοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι εὑρέθητε ἐδῶ πάνω εἰς τὰ ψηλὰ βουνά, διότι αὐτὰ θὰ σᾶς φυλάξουν ἀπὸ πολλὰ δεινά. Θὰ ἀκοῦτε καὶ δὲν θὰ βλέπετε τὸν κίνδυνο. Τρεῖς ὦρες ἢ τρεῖς μέρες θὰ ὑποφέρετε».(Ἐλέχθη εἰς τὴν περιφέρειαν Σιατίστης).
4. «Τὸ ποθούμενο θὰ γίνη στὴν τρίτη γενεά. Θὰ τὸ ἰδοῦν τὰ ἐγγόνια σας».
(Ἐλέχθη ἐν Χειμάρρᾳ).
5. «Θἄρθη καιρὸς νὰ σᾶς πάρουν οἱ ἐχθροὶ σας καὶ τὴ στάχτη ἀπὸ τὴ φωτιά, ἀλλὰ σεῖς νὰ μὴν ἀλλάξετε τὴν πίστιν σας, ὅπως θὰ κάμουν οἱ ἄλλοι».(Ἐλέχθη ἐν Σιατίστῃ).
6. «Σᾶς λυπᾶμαι γιὰ τὴν περηφάνεια, ὁποὺ ἔχετε. Τὸ ποδάρι μου ἐδῶ δὲν θὰ ξαναπατήση. Καὶ ἐὰν δὲν ἀφήσετε αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ κάνετε, τὴν αὐθαιρεσία καὶ ληστεία, θὰ καταστραφῆτε. Σὲ κεῖνο τὸ κλαρί, ποὺ κρεμᾶτε τὰ σπαθιὰ σας, θαρθῆ μιὰ μέρα ποὺ θὰ κρεμάσουν οἱ γύφτοι τὰ ὄργανά τους».
(Ἐλέχθη εἰς χωρίον Ἅγιος Δονάτος Σουλίου).
7. «Θἄρθουν οἱ κόκκινοι σκοῦφοι κι᾿ ὕστερα οἱ Ἄγγλοι ἐπὶ 54 χρόνια, καὶ κατόπιν θὰ γίνη Ρωμαίϊκο».(Ἐλέχθη ἐν Κεφαλληνίᾳ περὶ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑπτανήσου).
8. «Τὰ ὅρια τοῦ Ρωμαίϊκου θἆνε ἡ Βωβοῦσα (ὁ ποταμὸς Ἀῶος)».
(Ἐλέχθη ἐν Παλαιᾷ Ἄρτη).
9. «Ἐκεῖθε θἄρθη τὸ Ῥωμαίϊκο».(Τὴν προφητεία ταύτην εἶπεν ὁ Ἅγιος ἐν Πρεβέζῃ δεικνύων τὸ μέρος τῆς Στερεᾶς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ προήρχετο ὁ στρατὸς τῆς ἐλευθερίας. Ἡ προφητεία ἐπραγματοποιήθη τῷ 1912).
10. «Τὰ βάσανα εἶνε ἀκόμη πολλά. Θυμηθῆτε τὰ λόγιά μου· προσεύχεσθε, ἐνεργεῖτε καὶ ὑπομένετε στερεά. Ἕως ὅτου νὰ κλείσῃ αὐτὴ ἡ πληγὴ τοῦ πλατάνου, τὸ χωριό σας θἆνε σκλαβωμένο καὶ δυστυχισμένο».
(Ἐλέχθη εἰς Τσαραπλανά, τὸ σημερινὸν Βασιλικὸν τῆς Ἠπείρου. Ἡ πληγὴ τοῦ πλατάνου ἔκλεισε τῷ 1912, ἔτος ἀπελευθερώσεως τῆς Ἠπείρου).
11. «Πότε θαρθῆ τὸ ποθούμενον;», ἠρώτησαν τὸν Ἅγιον εἰς Τσαραπλανὰ τῆς Ἠπείρου. «Ὅταν σμίξουν αὐτά», ἀπήντησεν ὁ Ἅγιος δεικνύων δυὸ δενδρύλια.
(Τὰ δενδρύλια ἐμεγάλωσαν, ἐπάχυναν καὶ ἔσμιξαν τῷ 1912).
12. «Τὸ ποθούμενον θὰ ἔρθη ὅταν θαρθοῦν δυὸ πασχαλιὲς μαζί».
(Πράγματι τῷ 1912 αἱ ἑορταὶ Εὐαγγελισμοῦ καὶ Πάσχα συνέπεσαν).
13. «Ἅμα κλείση τὸ δένδρον καὶ κλεισθῆ μέσα τὸ παλούκι, τότε θὰ ἔλθη τὸ ποθούμενον. Θὰ γίνη κάποιο σημάδι καὶ νὰ μὴ φοβηθῆτε. Νὰ πηγαίνετε βασίλεμα ἡλιοῦ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ βουνὰ (τῆς Ὁμάλιας καὶ τῆς Μερόπης), ὅπου θὰ γλυτώσουν πολλὲς ψυχές. Μαζί σας μὴ πάρετε τίποτε, μόνον τὶς ψυχές σας νὰ γλυτώσετε. Καὶ δὲν θὰ βαστάξη τὸ κακὸ περισσότερο ἀπὸ 24 ὦρες».
14. «Τὰ χωριὰ τοῦ κάμπου θὰ πάθουν χαλάστρα, ἐνῶ στὶς ποδιὲς τοῦ Κισσάβου θὰ κοιμηθοῦν σκλάβοι καὶ θὰ ξυπνήσουν ἐλεύθεροι».(Ἐλέχθη ἐν Λαρίσῃ).
15. «Ἂν τὸ κυπαρίσσι αὐτὸ ξεραθῆ ἀπὸ τὴν κορυφή, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐλευθερωθῆ· ἂν ξεραθῆ ἀπὸ κάτω, δὲν θὰ ἐλευθερωθῆ».(Ἐλέχθη ἐν Ζελενίτσᾳ (Πρασιά) τῆς Εὐρυτανίας).
16. «Μὲ δυσκολία θἄρθη».(Ἐννοεῖται τὸ ποθούμενον).
17. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενο στὴν Ἄσπρη θάλλασα, θἄρθη τὸ ποθούμενον».
18. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενο στὰ ἑλληνικὰ νερά, τότε θἄρθη».
(Πρβλ. προηγουμένην).
19. «Ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸ χιλιάρμενον στὰ ἑλληνικὰ ὕδατα, τότε θὰ λυθῆ τὸ ζήτημα τῆς Πόλης».
20. «Θἄρθη ξαφνικά. Νὰ ἔχετε ἕνα σακκούλι σιτάρι κρεμασμένο στὴ θύρα. Αὐτὸ θὰ σᾶς ἐμποδίση φεύγοντας. Μὴ τὸ ἀφήσετε. Νὰ τὸ πάρετε μαζὶ σας, γιὰ νὰ φᾶνε τὰ παιδιά σας».
21. «Στὴν Αὐλώνα θὰ γίνη χαλασμός. Θὰ ἔλθουν στρατεύματα νὰ ἐλευθερώσουν τὸν τόπο».
22. «Στὸ Μπουκορμὲ θὰ χυθῆ πολὺ αἷμα».
23. «Ὅταν ἀκούετε ὅτι ὁ πόλεμος ἄρχισε, τότε κοντὰ εἶνε».
24. «Ὅσα χωριὰ εἶνε κοντὰ σὲ δρόμο πολλὰ θὰ τραβήξουν».
25. «Ἡ Δρόπολις θὰ πάθη, διότι ὁ τόπος εἶνε γυμνός».
26. «Ἡ Δρόπολις θὰ εἶνε γεμάτη στρατεύματα».
27. «Θὰ χαθῆ ἡ σοδιὰ τῆς χρονιᾶς ἀπὸ τὴν εὔφορη Δρόπολι καὶ - μάνα μου! - αἷμα πολὺ ποὺ ἔχει νὰ χυθῆ».
28. «Λάκκοι καὶ βράχοι στὴ Δρόπολι θὰ εἶνε γεμάτοι φεύγοντας».
29. «Εἰς τὰ χωρία Πεπελη σεῖς ἄδικα θὰ φοβάσθε· τίποτε δὲν θὰ πάθετε. Μόνον τὰ παιδιά σας ποὺ θὰ εἶνε στοὺς δρόμους θὰ κλαῖτε».
30. «Οἱ ἀντίχριστοι θὰ φύγουν, ἀλλὰ θἄρθουν πάλι· ἔπειτα θὰ τοὺς κυνηγήσετε ἕως τὴν Κόκκινη Μηλιά».
31. «Θἄρθη ὅταν ἔρθουν δυὸ καλοκαίρια καὶ δυὸ πασχαλιὲς μαζί».
32. «Ξένος στρατὸς θὰ ἔλθη, Χριστὸ θὰ πιστεύη, γλώσσα δὲν θὰ ξέρη...».
33. «Θἄρθη καὶ μία φορὰ ἀσκέρι ξένο ποὺ τὸ Χριστὸ θὰ πιστεύη. Ἀλλὰ σεῖς δὲν θὰ τὸ ξέρετε».
34. «Μὲ ἄλλους θὰ κοιμηθῆτε καὶ μὲ ἄλλους θὰ ξημερώσετε».
35. «Θὰ ἰδῆτε τρεῖς φαμίλιες σ᾿ ἕνα σπίτι».
36. «Ἐσεῖς θὰ πᾶτε νὰ κατοικήσετε ἀλλοῦ καὶ ἄλλοι θαρθοῦν νὰ κατοικήσουν σὲ σᾶς».
37. «Θὰ δῆτε 40 ἄλογα νὰ τὰ δένουν σὲ ἕνα παλούκι».
38. «Πολλοὶ θὰ χάνωνται ἀπὸ τὴν πείνα».
39. «Οἱ πλούσιοι θὰ γίνουν πτωχοὶ καὶ οἱ πτωχοὶ θὰ πεθάνουν».
40. «Μιὰ χούφτα μάλαμα μία χούφτα ἀλεύρι».
41. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ οἱ Ρωμιοὶ θὰ τρώγωνται ἀναμεταξύ τους. Ἐγὼ συστήνω ὁμόνοιαν καὶ ἀγάπην».
42. «Θὰ ἰδῆτε καὶ τακτικὸ στρατό, θὰ ἰδῆτε καὶ ρέμπελο (ἀντάρτικο)· ἀπὸ αὐτοὺς πολλὰ θὰ ὑποφέρετε».
43. «Θὰ σᾶς ζητήσουν τὰ ντουφέκια· νὰ ἔχετε διπλά· νὰ δώκετε τὸ ἕνα καὶ νὰ κρατήσετε τὸ ἄλλο. Ἕνα ντουφέκι 100 ψυχὲς θὰ γλυτώση».
44. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ θὰ διευθύνουν τὸν κόσμο τὰ ἄλαλα καὶ τὰ μπάλαλα».
45. «Ἡ αἰτία τοῦ γενικοῦ πολέμου θὰ εἶνε ἀπὸ τὴ Δαλματία».
46. «Ἡ αἰτία τοῦ γενικοῦ πολέμου θἄρθη ἀπὸ τὴ Δαλματία. Πρῶτα θὰ διαμελισθῆ ἡ Αὐστρία καὶ ὕστερα ἡ Τουρκία».
47. «Ὁ χαλασμὸς θὰ γίνη ἀπὸ ἕνα κασσιδιάρη».
48. «Θὰ προσπαθοῦν νὰ τὸ λύσουν μὲ τὴν πέννα, μὰ δὲν θὰ μποροῦν. 99 φορὲς μὲ τὸν πόλεμο καὶ μία με τὴν πέννα».
49. «Ἂν βρεθοῦν 3 δυνάμεις σύμφωνες, τίποτε δὲν θὰ πάθετε».
50. «Ἂν τὸ ζήτημα λυθῆ μὲ τὸν πόλεμο, θὰ πάθετε πολλὲς καταστροφές· σὲ τρεῖς χῶρες μία θὰ μείνη...».
51. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ δὲν θὰ ἀκοῦτε (μαθαίνετε) τίποτε».
52. «Ὅ,τι σᾶς ζητοῦν, νὰ δίνετε· ψυχὲς μόνον νὰ γλυτώνετε».
53. «Ἂν βρίσκουν στὸ δρόμο ἀσήμι, δὲν θὰ σκύβουν νὰ τὸ πάρουν. Γιὰ ἕνα ὅμως ἀστάχυ θὰ σκοτώνωνται ποιὸς νὰ τὸ πρωτοπάρη...».
54. «Τὸ κακὸ θὰ σᾶς ἔρθη ἀπὸ τοὺς διαβασμένους».
55. «Ἢ τρεῖς μέρες ἢ τρεῖς μῆνες ἢ τρία χρόνια θὰ βαστάξη».
56. «Θἄρθη καιρὸς ποὺ δὲν θὰ ὑπάρχη αὐτὴ ἡ ἁρμονία ποὺ εἶνε σήμερα μεταξὺ λαοῦ καὶ κλήρου».
57. «Οἱ κληρικοὶ θὰ γίνουν οἱ χειρότεροι καὶ οἱ ἀσεβέστεροι τῶν ὅλων».
58. «Στὴν Πόλι θὰ χυθῆ αἷμα ποὺ τριχρονίτικο δαμάλι θὰ πλέξη (πλεύση)».
59. «Καλότυχος ὅποιος ζήσει μετὰ τὸ γενικὸ πόλεμο. Θὰ τρώγη μὲ ἀσημένιο κουτάλι...».
60. «Μετὰ τὸ γενικὸ πόλεμο θὰ ζήση ὁ λύκος μὲ τ᾿ ἀρνί».
61. «Θἄρθη πρῶτα ἕνα ψευτορωμαίϊκο· νὰ μὴ τὸ πιστέψετε· θὰ φύγη πίσω».
62. «Θὰ μαζωχτῆ τὸ χιλιάρμενο στὸ Σκάλωμα (Ἅγιοι Σαράντα) καὶ θἄρθουν κοκκινογέλεκοι, νὰ πολεμήσουν γιὰ σᾶς».
63. «Οἱ Τοῦρκοι θὰ φύγουν, ἀλλὰ θὰ ξανάρθουν πάλι καὶ θὰ φθάσουν ὡς τὰ Ἑξαμίλια. Στὸ τέλος θὰ τοὺς διώξουν εἰς Κόκκινη Μηλιά. Ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1/3 θὰ σκοτωθῆ, τὸ ἄλλο τρίτο θὰ βαπτισθῆ καὶ μονάχα τὸ 1/3 θὰ πάη στὴν Κόκκινη Μηλιά».
64. «Τόσα πολλὰ θὰ γίνουν, ποὺ οἱ μανάδες θὰ γεννήσουν πρόωρα ἀπὸ τὸ φόβο τους».
65. «Ζῶα δὲν θὰ μείνουν· θὰ τὰ φάνε. Φᾶτε καὶ σεῖς μαζὶ μ᾿ αὐτούς. Στὰ Τζουμέρκα θὰ πάρετε σπόρο».
66. «Σπίτια μεγάλα μὴ κάμετε. Λιάσες νὰ κάμνετε νὰ μὴ σᾶς ἔρχωνται μέσα».
67. «Θὰ σᾶς ἐπιβάλουν μεγάλο καὶ δυσβάστακτο φόρο, ἀλλὰ δὲν θὰ προφθάσουν».
68. «Θὰ βάλουν φόρο στὶς κότες καὶ στὰ παράθυρα».
69. «Θὰ ζητήσουν νὰ σᾶς πάρουν καὶ στρατιῶτας. Δὲν θὰ προφθάσουν ὅμως».
70. «Οἱ Τοῦρκοι θὰ μάθουν τὸ μυστικὸ 3 μέρες γρηγορώτερα ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς».
71. «Ὅταν ἀκούσετε ὅτι ὁ πόλεμος πιάστηκε ἀπὸ κάτω, τότε κοντὰ θὰ εἶνε».
72. «Ἂν ὁ πόλεμος πιαστῆ ἀπὸ κάτω, λίγα θὰ πάθετε· ἂν πιαστῆ ἀπὸ πάνω, θὰ καταστραφῆτε».
73. «Οἱ βράχοι καὶ οἱ λάκκοι θὰ εἶνε γεμάτοι κόσμο».
74. «Θἄρθη ξαφνικά· ἢ τὸ βόϊδι στὸ χωράφι ἢ τὸ ἄλογο στ᾿ ἁλώνι».
75. «Λυπηρὸν εἶνε νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ· σήμερον, αὔριον καρτεροῦμεν δίψες, πεῖνες μεγάλες ποὺ νὰ δίδωμεν χιλιάδες φλουριὰ καὶ νὰ μὴν εὑρίσκωμεν ὀλίγον ψωμί».
76. «Μετὰ τὸν πόλεμον οἱ ἄνθρωποι θὰ τρέχουν μισὴ ὥρα δρόμο, γιὰ νὰ βρίσκουν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν κάμνουν ἀδελφό».
77. «Ἀμπέλια μὴ φυτεύετε, διότι θὰ χαλάσουν καθὼς ἐκεῖνα στὴ Δρυϊνούπολι».
78. «Θὰ γίνη ἕνα χαρτοβασίλειο, ποὺ θὰ ἔχη μέγα μέλλον στὴν Ἀνατολή».
79. «Ὁ κόσμος τόσον θὰ πτωχεύση, ποὺ θὰ ζώνεται μὲ κληματσίδες».
80. «Ἡ αἰτία θὰ ἔλθη ἀπὸ τὰ Δελειατά».
81. «Ἡ Γαλλία θὰ ἐλευθερώση πολλὰ ἑλληνικὰ μέρη καὶ ἰδίως οἱ Ἰταλοί».
82. «Ἡ Γαλλία θὰ λευτερώση τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἤπειρο ἡ Ἰταλία».
83. «Ἀπὸ τρία μπουγάζια στενά, Κρά, Κράψη καὶ Μουζίνα, θὰ περνοῦν πολλὰ στρατεύματα γιὰ τὴν Πόλι. Καλὸν εἶνε τὰ γυναικόπαιδα νὰ βγοῦν στὰ βουνά. Θὰ σᾶς ρωτοῦν ἂν εἶνε μακρυὰ ἡ Πόλι· ἐσεῖς νὰ μὴ λέτε τὴν ἀλήθεια, διότι θὰ σᾶς κακοποιήσουν. Ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν θὰ φθάση στὴν Πόλι, στὴ μέση του δρόμου θὰ μάθη ὅτι ὁ πόλεμος ἐτελείωσε».
84. «Θὰ ἔρθη καιρός, ποὺ θὰ φέρη γύρες ὁ διάβολος μὲ τὸ κολοκύθι του».
85. «Θὰ βλέπετε νὰ πηγαίνουν ἄλλοι ἐπάνω καὶ ἄλλοι κάτω».
86. «Ἡ λευτεριὰ θἀρθῆ ἀπὸ κάτω ἀπὸ ὅπου χύνονται τὰ νερά».
87. «Ἀπὸ πάνω καὶ ἀπὸ τὴ σκάλα χαλασμὸ μὴ περιμένετε».
88. «Ἕνα ψωμὶ θὰ χαθῆ τὸ μισό, καὶ ἕνα ὁλόκληρο».
89. «Θὰ ἔρθη καιρὸς ποὺ μιὰ γυναίκα θὰ διώχνη δέκα Τούρκους μὲ τὴ ρόκα».
90. «Τὸν Πάπαν νὰ καταράσθε, διότι αὐτὸς θὰ εἶνε ἡ αἰτία».
91. «Ὁ χαλασμὸς στὸν τόπο θὰ γίνη ἀπὸ ἕνα ὄνομα ἀξιωματούχου... (δυσανάγνωστον)».
92. «Πολλὰ χωριὰ θὰ καταστραφοῦν, οἱ τρεῖς χῶρες θὰ γίνουν μία».
93. «Νὰ ἔχετε τρεῖς θύρες· ἂν σᾶς πιάσουν τὴ μιά, νὰ φύγετε ἀπὸ τὴν ἄλλη».
94. «Πίσω ἀπὸ τὴ μιὰ θύρα νὰ κρυφθῆ κανείς, γλυτώνει· θὰ εἶνε βιαστικό».
95. «Νὰ παρακαλῆτε νὰ εἶνε μέρα καὶ ὄχι νύκτα, καλοκαίρι καὶ ὄχι χειμώνας».
96. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ μείνουν πτωχοί, γιατί δὲν θἄχουν ἀγάπη στὰ δένδρα».
97. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ καταντήσουν γυμνοί, γιατί θὰ γίνουν τεμπέληδες».
98. «Ἀπὸ ψηλά, μέσα ἀπὸ τὸ λιμάνι θἄρθη ὁ χαλασμός».
99. «Θὰ σᾶς ρίξουν παρὰ πολύ· θὰ σᾶς ζητήσουν νὰ τὸν πάρουν πίσω, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσουν».
100. «Ἐσεῖς θὰ σώσετε ἄλλους καὶ οἱ ἄλλοι ἐσᾶς».
101. «Ἐσεῖς θὰ φύγετε ἀπ᾿ τ᾿ ἀριστερὰ βουνά· ἀπὸ τὴ δεξιὰ μεριὰ ὄχι· ἀπὸ τὶς σπηλιὲς μὴ φοβάστε».
102. «Θἀρθῆ ξαφνικά· τ᾿ ἄλογα θ᾿ ἀπομείνουν ζεμένα στὶς δουλειές τους καὶ σεῖς θὰ φύγετε».
103. «Θἆνε ὄγδοος αἰώνας ποὺ θὰ γίνουν αὐτά».
104. «Νὰ κρυφθῆτε ἢ κοντὰ στὴν πόρτα ἢ κοντὰ στὴν πλάκα, ἂν εἶνε βιαστικὸ καὶ γρήγορο».
105. «Πολλὰ θὰ συμβοῦν. Οἱ πολιτεῖες θὰ καταντήσουν σὰν μπαράγκες».
106. «Θἀρθῆ καιρὸς ποὺ θὰ βγῆ ὁ καταραμένος δαίμονας ἀπὸ τὸ καυκί του».
107. «Θἀρθῆ μία φορὰ ἕνας ψευτοπροφήτης· μὴ τὸν πιστέψετε καὶ μὴ τὸν χαρῆτε. Πάλι θὰ φύγη καὶ δὲν θὰ μεταγυρίση».
108. «Θἀρθῆ καιρὸς ποὺ οἱ χριστιανοὶ θὰ ξεσηκωθοῦν ὁ ἕνας κατὰ τοῦ ἄλλου».
109. «Νἄχετε τὸ σταυρὸ στὸ μέτωπο, γιὰ νὰ σᾶς γνωρίσουν ὅτι εἶσθε χριστιανοί».
110. «Δὲν θὰ φτάση ὁ στρατὸς στὴν Πόλι· στὴ μέση του δρόμου θἄρθη τὸ μαντᾶτο, ὅτι ἔφθασε τὸ ποθούμενο».
111. «Πήγαινε καὶ στὸ δρόμο θ᾿ ἀνταμειφθῆς».
(Ἐλέχθη ἐν Δερβιστάνῃ περὶ τίνος, ὅστις εἰρωνεύθη τὸν Ἅγιον. Οὗτος μετ᾿ ὀλίγον ἐτραυματίσθη καθ᾿ ὁδὸν ὑπό τινος ἐχθροῦ του).
112. «Εἰπὲ εἰς τὰ εἴδωλα ἐκεῖνα νὰ μὴν ἔρθουν ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ γυρίσουν εἰς τὰ ὀπίσω».
(Καθὼς ὁ Ἅγιος ἐδίδασκεν εἰς Ἄσσον τῆς Κεφαλληνίας, διέκοψε μίαν στιγμὴν τὸ κήρυγμά του καὶ ἀπέστειλεν ἕνα ἀκροατήν του εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἄρχοντος τοῦ τόπου εἰπὼν τοὺς λόγους τούτους. Οὗτος ἀπελθὼν εὗρε 4 κυρίας τῆς ἀριστοκρατίας ἀσέμνως ἐνδεδυμένας, «κατὰ τὸν τότε ἑνετικὸν συρμὸν ξεστήθωτες», αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἔλθουν καὶ νὰ παρακολουθήσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Ἁγίου).
113. «Φτιάνετε σπίτια τορνευτὰ καὶ δὲν πρόκειται νὰ κατοικήσετε σ᾿ αὐτά».
(Εἶπε τοὺς λόγους τούτους ὁ ἅγιος εἰς Ἄσσον τῆς Κεφαλληνίας, ὅταν μίαν ἡμέραν διήρχετο πρὸ μιᾶς νεοκτίστου οἰκίας. Μετ᾿ ὀλίγον ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται ἀπέθανον πλὴν μιᾶς μοναχῆς).
114. «Τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ προκόψη, θὰ κυβερνήση τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ δοξασθῆ».
(Ἐλέχθη περὶ τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη).
115. «Θὰ γίνης μεγάλος ἄνθρωπος, θὰ κυριεύσης ὅλη τὴν Ἀρβανιτιά, θὰ ὑποτάξης τὴν Πρέβεζα, τὴν Πάργα, τὸ Σούλι, τὸ Δελβίνο, τὸ Γαρδίκι καὶ αὐτὸ τὸ τάχτι τοῦ Κούτρ πασᾶ. Θὰ ἀφήσης μεγάλο ὄνομα στὴν οἰκουμένη. Καὶ στὴν Πόλι θὰ πᾶς, μὰ μὲ κόκκινα γένεια. Αὐτὴ εἶνε ἡ θέλησι τῆς θείας προνοίας. Ἐνθυμοῦ ὅμως εἰς ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐξουσίας σου νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ ὑπερασπίζεσαι τοὺς χριστιανούς, ἂν θέλης νὰ μείνη ἡ ἐξουσία εἰς τοὺς διαδόχους σου».
(Ἐλέχθη ἐν Τεπελενίῳ περὶ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ).
116. «Θὰ βγοῦν πράγματα ἀπὸ τὰ σχολεῖα ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν φαντάζεται».
117. «Θὰ δῆτε στὸν κάμπο ἁμάξι χωρὶς ἄλογα νὰ τρέχη γρηγορώτερα ἀπὸ τὸν λαγό».(Ἐλέχθη ἐν Βουλιαράταις παρὰ τὴν Δρόπολιν).
118. «Θαρθῆ καιρὸς ποὺ θὰ ζωσθῆ ὁ τόπος μὲ μιὰ κλωστή».
(Ἐλέχθη ἐν Ἄσσῳ τῆς Κεφαλληνίας).
119. «Θαρθῆ καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ ἕνα μακρυνὸ μέρος σὲ ἄλλο, σὰν νἆνε σὲ πλαγιανὰ δωμάτια, π.χ. ἀπὸ τὴν Πόλι στὴ Ρωσία».
120. «Θὰ δῆτε νὰ πετᾶνε ἄνθρωποι στὸν οὐρανὸ σὰν μαυροπούλια καὶ νὰ ρίχνουν φωτιὰ στὸν κόσμο. Ὅσοι θὰ ζοῦν τότε θὰ τρέξουν στὰ μνήματα καὶ θὰ φωνάζουν: Ἐβγᾶτε σεῖς οἱ πεθαμένοι νὰ μποῦμε μεῖς οἱ ζωντανοί».
121. «Τὸ κακὸ θὰ ἔλθη μέχρι τὸν Σταυρὸν καὶ δὲν θὰ μπορέση νὰ πάη κάτω. Μὴ φοβηθῆτε. Μὴ φύγετε ἀπὸ τὰ σπίτια σας».
(Ἐλέχθη εἰς τὴν περιοχὴν Πολυνερίου Γρεβενῶν. Πράγματι τῷ 1940 οἱ Ἰταλοὶ ἔφθασαν μέχρι τὴν τοποθεσίαν Σταυρός, ὅπου εἶχε κηρύξει ὁ Ἅγιος, καὶ ἐσταμάτησαν).
122. «Ὅταν θὰ πέση ὁ κλῶνος (ποὺ εἶνε στημένος ὁ Σταυρός), θὰ γίνη μεγάλο κακόν, ποὺ θὰ ἔλθη ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου θὰ δείξη ὁ κλῶνος· καὶ ὅταν θὰ πέση τὸ δένδρον, θὰ γίνη ἕνα μεγαλύτερον κακόν».
(Ἐλέχθη εἰς χωρίον Τσιράκι (σήμερον Ἅγιος Κοσμᾶς) Γρεβενῶν. Πράγματι τῷ 1940 ἔπεσεν ὁ κλῶνος καὶ ὁ Σταυρὸς πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἀλβανίας, ὅθεν ἐπετέθησαν οἱ Ἰταλοί, καὶ τῷ 1947 τὸ δένδρον, ὅτε ἡ περιοχὴ κατεστράφη ἐντελῶς λόγῳ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου)
.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

 ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΗΣ Ο ΤΥΦΛΟΣ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ

22.jpg

Ο όσιος Άνθιμος, κατά κόσμον Αθανάσιος Κουρούκλης Ψωμάς, γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλληνίας το έτος 1717. Ήταν γιος του θεοσεβούς ναυτικού Ιωάννου και της Αντζουλέττας. Σε ηλικία επτά ετών αρρώστησε από ευλογιά με αποτέλεσμα να τυφλωθεί εντελώς. Μετά όμως από σαρανταλείτουργο που έκανε η μητέρα του στον Ι. Ναό των Αγίων Αποστόλων, ανέβλεψε ξανά κατά την ώρα που ο ιερέας εξεφώνει το «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Τα πρώτα του γράμματα έμαθε κοντά στον ηγούμενο Άνθιμο της Ι. Μονής Αγίας Παρασκευής Λεπέδων. Αργότερα εργάστηκε ως ναυτικός, μέχρι που αποφάσισε να γίνει μοναχός στην Ι. Μονή της Αγίας Παρασκευής μετονομασθείς Άνθιμος.
Μεγαλόσχημος μοναχός εκάρη στο Άγιο Όρος το έτος 1747. Αμέσως μετά άρχισε το ιεραποστολικό του έργο περιοδεύοντας πολλά μέρη -κυρίως νησιά- της τουρκοκρατούμενης Ελλάδος, κηρύττοντας με δύναμη τον λόγο του Θεού και τιμώμενος απ' όλους για τις αρετές του. Λόγω της αυστηρότατης άσκησης που έκανε, έχασε ξανά το φως του σχεδόν τελείως με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται στο εξής ως αόμματος ή θεότυφλος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να κάνει πολλά κι επικίνδυνα για εκείνη την εποχή ταξίδια και να κηρύττει με θέρμη και αυταπάρνηση τον ζείδωρο λόγο του Ευαγγελίου.
Για ένα χρόνο διδάσκει στη Χίο παραμένοντας στον Ι. Ναό της Αγίας Ματρώνας. Κατόπιν ταξίδεψε στα νησιά Σίφνο, Αντίπαρο, Πάρο και Ίο, όπου τα θεόπνευστα λόγια του ως «δρόσος Αερμών» παρηγορούν και ξεδιψούν τις απλές ψυχές των κατοίκων. Με την προσευχή του καταπαύει την τρικυμία, κατά το ταξίδι του από την Σίφνο στην Πάρο. Κατόπιν μετέβη προσκυνητής στους Αγίους Τόπους, όπου παρέμεινε αρκετό καιρό. Το έτος 1759 φτάνει στη νήσο Μεγίστη, όπου προσευχόμενος σώζει το νησί από την μάστιγα της ανομβρίας. Εκεί κτίζει το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο βουνό, το οποίο αναδεικνύει σε σταυροπηγιακό.
Το επόμενο έτος (1760) ιδρύει στην Αστυπάλαια το γυναικείο σταυροπηγιακό μοναστήρι της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Κατά παράκληση του Αγίου, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας έγινε στο Άγιο Όρος και είναι αντίγραφο της Πορταΐτισσας της Ι. Μονής Ιβήρων. Στην Αστυπάλαια, ο όσιος μένει αρκετά χρόνια. Εκεί ετέλεσε πολλά θαύματα, μεταξύ των οποίων και την απαλλαγή της νήσου από τα φαρμακερά φίδια. Το 1769 έρχεται στα Λέπεδα της Κεφαλληνίας, όπου ανοικοδομεί κι επανδρώνει την Ι. Μονή Αγίας Παρασκευής, η οποία είχε καταστραφεί κατά τους φοβερούς σεισμούς του 1766.
Με ορμητήριο αυτήν την Ι. Μονή της πατρίδας του επισκέπτεται πολλά μέρη της Ελλάδος, γενόμε­νος περιβόητος για την διδασκαλία και τα θαύματά του. Τα έτη 1770, 1773 και 1775 ιδρύει αντίστοιχα τις Ι. Μονές του Αγίου Αντωνίου στα Σφακιά της Κρήτης, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Λιβάδι των Κυθήρων και της Ζωοδόχου Πηγής στη Σίκινο των Κυκλάδων. Απεβίωσε σε ηλικία 55 ετών, από ίκτερο, στις 4 Σεπτεμβρίου 1782, στην Ι. Μονή της Αγίας Παρασκευής. Σώζεται μέχρι σήμερα η σπηλιά-ασκηταριό του Οσίου. Η επίσημη αγιοποίηση του τυφλού ασκητή Ανθίμου, ο οποίος σε χρόνους χαλεπούς σκόρπισε το ιλαρό φως της Ορθοδοξίας, έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 30 Ιουλίου 1974.
Τίμια λείψανά του υπάρχουν στην Αστυπάλαια, της οποίας πάνω από διακόσια χρόνια είναι προστάτης και πολιούχος.