ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΝΕΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΧΙΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΟΣ.

Μέσα στον λαμπρό πανηγυρισμό των μεγάλων Δεσποτικών Εορ­τών του άγιου Δωδεκαημέρου δεν πρέπει νά λησμονούμε και τις εορτές των Αγίων μας. Κάθε μέρα στον ουρανό της Εκκλησίας μας προ­βάλλουν σαν αστέρια αθόρυβα ο καθέ­νας με τη σειρά τους οι Άγιοι μας. Και με το φως πού παίρνουν από τον αστέρα τον λαμπρό τον πρωινό, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, τον ήλιο της Δικαιοσύνης, φωτίζουν τούς δρόμους της ζωής μας.
   Στην ανατολή του νέου χρόνου, πού όλοι επιθυμούμε νά τον ξεκινούμε με δυνατά συνθήματα και συγκεκριμένες προοπτικές, οι Άγιοι μπορούν νά μάς βοηθήσουν.
   Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος νέος όσιομάρτυς Ονούφριος από τη Βουλγαρία, πού θυσιάστηκε για τον Χριστό σε ηλικία 32 ετών στη Χίο, στις 4 Ιανουαρίου του 1818.
   Ό άγιος Ονούφριος γεννήθηκε το 1786 στο χωριό Κάμπροβα του Μεγά­λου Τουρνόβου τής Βουλγαρίας από ευ­σεβείς γονείς, τον Δέτζιο και την Άννα. Ό πατέρας του μάλιστα στο τέλος τής ζωής του έγινε μοναχός με το όνομα Δα­νιήλ. Στην ηλικία των 9 ετών στον μικρό Ματθαίο (αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του άγιου) συνέβη κάποιο περιστατικό πού τραυμάτισε την ευαίσθητη ψυχή του. Οι γονείς του τον έδειραν για κάποια άγνωστη αιτία, ίσως παιδική αταξία. Και εκείνος θύμωσε πολύ και από παιδική αντίδραση είπε μπροστά σε Τούρκους πού βρέθηκαν εκεί, ότι θέλει νά τουρ­κέψει, νά γίνει δηλαδή μωαμεθανός. Έ­δωσε μία υπόσχεση, είπε λόγο πού ό­μως ποτέ δεν πραγματοποίησε.      Παρά ταύτα και καθώς μεγάλωνε ο Άγιος, δεν ησύχαζε στη συνείδηση του. θεωρούσε τον εαυτό του έστω και με ακούσια στι­γμιαία πρόθεση αρνητή του θεού, ένο­χο, μολυσμένο. Γι' αυτό σε νεανική ηλι­κία αναχωρεί για το άγιώνυμον Όρος.  Φθάνει στη Σερβική Μονή του Χιλανδαρίου. Ζητεί συγχώρηση από τον θεό. Εξαγνίζεται και αγιάζεται μέσα στην α­τμόσφαιρα του μοναστηριού. Ζει πολι­τεία ασκήσεως. Επειδή μάλιστα είχε με­γάλη ευλάβεια και αγάπη στον θεό, χει­ροτονήθηκε εκεί Διάκονος με το όνομα Μανασσής.
   Χαίρεται εδώ για όσα ο θεός του χα­ρίζει. Όμως βαθιά του ένας ιερός πό­θος - λογισμός τον βασανίζει: θέλει νά ξεπλύνει τελείως με το αίμα του μαρτυ­ρίου του τον ρύπο τής ψυχής του από την ακούσια, επιπόλαιη και απραγμα­τοποίητη υπόσχεση για άρνηση. Πα­ρακαλεί λοιπόν τον Θεό νά τον ενισχύ­σει.
   Γνωρίζει πώς στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου τής Ιεράς Μονής των Ιβή­ρων υπάρχει ο έμπειρος Πνευματικός, ο παπα-Νικηφόρος, αυτός πού είχε προ­ετοιμάσει για το μαρτύριο και τούς όσιομάρτυρες Ακάκιο, Ιγνάτιο και Ευθύμιο. Σ' αυτόν τον άγιο Πνευματικό πατέρα εμ­πιστεύεται ο διάκονος Μανασσής τον πόθο του. Ό Νικηφόρος διέκρινε ειλικρί­νεια στις προθέσεις του υποψηφίου μάρτυρος. Τον καθοδηγεί και του λέγει «νά αγωνισθεί προ του μαρτυρίου σαν νά είναι στα βάσανα του μαρτυρίου».
   Σε κάποιο λοιπόν κελί μόνος του ο Μανασσής, καθοδηγούμενος από τον παπα-Νικηφόρο, απερίσπαστος από γή­ινες υποθέσεις και από συζητήσεις με άλλους μοναχούς, ετοιμάζεται επί τέσσε­ρις μήνες γι' αυτή τη μεγάλη του ώρα. Εδώ ζει με αδιάλειπτη προσευχή, προσ­φέροντας στον Θεό «τούς κρουνούς των δακρύων του με μετάνοιες γονυκλιτές», πού κάποτε έφθαναν καθημερινά μέχρι και 4.000, μαζί και κομποσχοίνια.
   Εδώ, λέει ο βιογράφος του, «το πέν­θος, ή συντριβή και ή κατάνυξις ήταν α­χώριστα από την καρδία του». Ό Άγιος είχε πλέον ετοιμασθεί. Είχε γίνει και με­γαλόσχημος με νέο όνομα πλέον, το: Ονούφριος. Ή ψυχή του είναι πυρα­κτωμένη από τη θεία αγάπη. Τίποτε δεν μπορεί νά αντισταθεί στον ουράνιο πό­θο του.
Και ξεκινά προς την τελική δόξα με τη συναίσθηση - όπως γράφει ο βιογρά­φος του - «ότι είναι ο άμαρτωλότερος πάντων ανθρώπων και ανάξιος τής κλή­σεως των Χριστιανών».
   Στίβος αθλήσεως και τόπος ομο­λογίας γιά τόν μάρτυρα θα είναι ή Χίος. Εδώ έφθασε ανήμερα Χριστούγεννα του έτους 1817 συνοδευόμενος από τόν σεβάσμιο και συνετό μοναχό Γρηγόριο Πελοποννήσιο. Αυτός θα στηρίξει τόν μάρτυρα στις δύσκολες ώρες, όπως ακριβώς τό έπραξε και με τούς οσιομάρτυρες Ακάκιο, Ευθύμιο και Ιγνάτιο. Μένουν λίγες μέρες μόνοι τους σε κάποιο έμπιστο σπίτι, μακριά από τα βλέμματα του κό­σμου. Κάτω από τό βλέμμα του Κυρί­ου. Ό Άγιος νηστεύει, προσεύχεται, με­λετά τούς βίους νέων μαρτύρων, λαμ­βάνει τη «μαρτυροπλάστρα τροφή», τη θεία Κοινωνία. Ό Ονούφριος δίδει από τις οικονομίες πού είχε, σε πτω­χούς. Επισκέπτεται τα ιερά Προσκυνή­ματα του νησιού. Με συντριβή ασπά­ζεται ιερά Λείψανα αγίων και εικόνες νεομαρτύρων, τούς όποιους και ικετεύει δυνατά νά τόν ενισχύσουν. Άλλά και ο Γρηγόριος δεν παύει νά τόν στηρίζει σε στιγμές πού εσωτερικά κλονίζεται. Τόν συμβουλεύει νά προχωρήσει με πίστη και με ταπείνωση, χωρίς φοβία, και νά διώχνει λογισμούς κενοδοξίας. Ήμερα γιά τό μαρτύριο επέλεξε ο Άγιος τήν Παρασκευή 4 Ιανουαρίου. Είχε ανατείλει πλέον ο καινούργιος χρόνος, τό 1818. Τρία χρόνια πριν ξε­κινήσει ή επανάσταση του 1821. Λί­γες ακόμη ώρες ο Άγιος θα μείνει στη γη. Προχωρεί με πλήρη νηφαλιότητα. Αφού κοινώνησε γιά τελευταία φορά τα άχραντα Μυστήρια, φόρεσε ρούχα τουρκικά σε ένδειξη της επιπόλαιης παιδικής αρνήσεως και κατευθύνθηκε στη συνέχεια στον Ναό της Άγιας Ματρώνας, όπου και προσκύνησε. Μετά επισκέφθηκε τό νοσοκομείο της πόλε­ως αφήνοντας τις τελευταίες ελεημο­σύνες του, και έφθασε και στον Ναό της Θεοτόκου Κεχαριτωμένης, όπου και παρακάλεσε νά τελεσθεί εκεί ειδι­κά γι' αυτόν Παράκλησις στην Ύπεραγία Θεοτόκο γιά νά τόν ενδυναμώσει.
   Και έτσι απερίσπαστος, δυνατός, ε­λεύθερος, έφυγε γιά τήν ομολογία του. Ή πρώτη του προσπάθεια απέτυχε, δι­ότι δεν υπήρχε «φετφάς», γνωμοδότη­ση του μουφτή (αυθεντικού ερμηνευτή του Κορανίου). Όμως μετά τόλμησε αυτόκλητος νά ανοίξει τήν πόρτα και νά εισέλθει σε σύναξη αγάδων και νά πει: «Εγώ πριν από 15 χρόνια έλαβα μία πληγή. Γύρισα πολλούς τόπους, άλλά δεν μπόρεσα νά τη θεραπεύσω. Οι γιατροί μου είπαν ότι έπρεπε νά έρθω εδώ, σε τόπο όπου πληγώθηκα, γιά νά θεραπευθεί ή πληγή μου».
Ό κατής (Τούρκος δι­καστής) απόρησε από τα λεγόμενα του παρά­δοξου επισκέπτη. Όμως ο μάρτυς προχώρησε σε εξηγήσεις ξεκάθαρες και θαρραλέες: «Σε μικρή η­λικία από αγνωσία αρ­νήθηκα τόν Χριστό και ομολόγησα ότι θέλω τη δική σας θρησκεία. Ποτέ όμως δεν τήν έλάτρευσα. Τήν ομολογία αυτή πού έκανα τότε τη θεωρώ ακόμη μέσα μου θανά­σιμη πληγή της ψυχής μου. Παρεκάλεσα τόν θεό νά με συγχωρήσει, άλλά οι λογισμοί δεν η­συχάζουν γιατί ομολό­γησα ψευδή πίστη σε σάς. Ομολογώ σήμερα με παρρησία μπροστά σας ότι είμαι Χριστιανός! Και αρνούμαι και ανα­θεματίζω τη δική σας πί­στη».
   Έπειτα ο μάρτυς πέταξε κάτω τό πράσινο σαρίκι (τουρκικό κάλυμμα κε­φαλιού) πού φορούσε. Οι αγάδες τόν δι­έταξαν νά σεβασθεί τήν πίστη τους και νά ξαναφορέσει τό «άγιον αυτό πράγμα» πού πέταξε. Ό Ονούφριος αρνείται νά υπακούσει. Ομιλεί ταπεινωτικά γιά τη θρησκεία του Μωάμεθ. Όλοι τότε θυ­μώνουν εναντίον του. Και φωνάζουν δυνατά νά μη ζήσει. Τόν δένουν πάνω στο βασανιστικό ξύλο «τομπρούκι». Ακολουθούν βίαια ραπίσματα και ξυ­λοδαρμοί. Και με πολλές κακώσεις στο σώμα του και εξαντλημένο τόν φυλα­κίζουν. Ό μάρτυς παραμένει σταθερός στην πίστη του. Του προσφέρουν μία ευκαιρία νά απαρνηθεί όσα ομολόγησε. Άλλά μάταια επιμένουν οι ε­χθροί του Χριστού. Σε λί­γο ακούστηκε ή επίση­μη διαταγή: «Ό Ονού­φριος νά αποκεφαλισθεί με ξίφος, και τό σώμα του μαζί με τό μαρτυρι­κό του αίμα, όλα μαζί νά ριφθούν στη θάλασσα».
Sf Mc Onufrie din Gabrovo 1.1
  Στην περιοχή Βουνάκι της Χίου, εκεί όπου πριν από 17 χρόνια είχε μαρτυρήσει ο νεομάρτυς Μάρκος (1801), εκεί ακριβώς και ο Ονούφρι­ος τήν Παρασκευή 4 Ια­νουαρίου του 1818 στις 9 τό πρωί παρέδωσε τόν τράχηλο του στον δήμιο και «έσφάγη γιά τήν αγάπη του Άρνίου Χριστού». Τό πρόσωπο του μετά τό μαρτύριο, γράφει ο βιογράφος του, «είχε ούρανίαν τινά φαι­δρότητα και χάριν».
   Όμως, κατά τη διαταγή, έπρεπε τό ιερό λείψανο νά εξαφανισθεί. Οι λίγοι Χριστιανοί πού έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου εμποδίστηκαν νά πά­ρουν κάτι ως ευλογία από τό μαρτυ­ρικό του σώμα. Γρήγορα οι Αγαρηνοί αχθοφόροι περισυνέλεξαν τό σώμα του Άγιου και μαζί με τα αιματοβαμμέ­να χώματα τό έβαλαν σε ένα ζεμπίλι και με πλοιάριο τα έριξαν όλα στα βαθιά της θάλασσας.
   Τόσο ήταν τό μίσος των αλλοφύλων, ώστε στην επιστροφή έπλυναν καλά τό πλοιάριο γιά νά μην ασπασθούν οι Χριστιανοί τα μέρη όπου ακουμπούσε τό πολύτιμο αιματοβαμμένο φορτίο με τό σώμα του Μάρτυρος!
   Ή είδηση του σεπτού μαρτυρίου του όσιου Όνουφρίου διαδόθηκε αστραπι­αία σ' όλο τό νησί. Ή αιματοβαμμένη και αγιασμένη Χίος είχε προσφέρει πριν από λίγη ώρα στον Κύριο και Θεό μας άλλο ένα «έθελόθυτο θύμα». Ένας ακόμη νεομάρτυράς της τόσο ένδοξος και λαμπρός προσετέθη στη χρυσή αλυσίδα των Νεομαρτύρων. Μπορεί βέβαια ο μάρτυς αυτός νά χάθηκε από τη γη μας. Άλλά ή όσια μνήμη του και τό παράδειγμα τής ευαγγελικής πολιτείας του σφραγίστηκε ανεξίτηλα στις καρδιές των πιστών όχι μόνο τής εποχής του άλλά και όλων των εποχών.
   Ό όσιομάρτυς Ονούφριος, με τήν καλ­λιέργεια λεπτής συνειδήσεως, με τη βα­θιά του μετάνοια, με τήν ολοκληρωμέ­νη υπακοή του σε ενάρετο Πνευματικό, με τήν ευγνωμοσύνη του σε όσους τόν ενίσχυσαν, με τήν καταφυγή του στην Ύπεραγία Θεοτόκο και στους Άγιους, με τήν έως θανάτου απόδειξη τής αγάπης του προς τόν Κύριο... με όλα αυτά μας αποκαλύπτει τόν μυστικό θησαυρό τής πνευματικής του ζωής.
   Πάνω σ' αυτά τα βήματα τής ζωής του ας βαδίζουμε κι εμείς σταθερά και τη νέα χρονιά. Είναι βήματα πού μάς οδηγούν στο φως, στον Παράδεισο, στον Χριστό.
«Χριστόν ποθήσας Ονούφριος έκθύμως θνήσκει δι' αυτόν τω ξίφει χαίρων όλος». 

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ.
Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι, καστανοχώρι στα δυτικά του Νομού με υγιεινό κλίμα, με όμορφα δάση, πλούσια νερά, φαράγγια και σπήλαια. Το χωριό αυτό έχει μια ιδιομορφία που δεν την συναντούμε συχνά: είναι χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές, οι οποίες πήραν και το όνομα τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί. Έτσι ο Άγιος μας γεννήθηκε στην γειτονιά των Κωστογιάννηδων. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε από το σπίτι του. Ο παππούς του που είχε αναλάβει να τον μεγαλώσει τον πήγε στα Χανιά να εργαστεί εκεί σ’ ένα κουρείο για να μάθει την δουλειά. Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό.
  Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγει τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.
 Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 μ.Χ. σε ηλικία 24 ετών.Στο λεπροκομείο της Χίου,που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου,όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής.
  Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947 μ.Χ.).
  Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραψε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Άγιου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζόμενων).
  Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Άγιου Άνθιμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο οποίος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φως του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τους Αποστόλους από στήθους.
  Το 1957 μ.Χ. έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
 Εκεί,στον αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος,ο οποίος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν,αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνει όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη.Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο,στον οποίο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μοναχού Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Παραθέτομε μερικές μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν:
«Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία». «Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος». «Το πρόσωπο του, που ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο που έλεγε: Ας είναι δοξασμένο το άγιο Όνομα Του.
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964 μ.Χ., κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου. Λαμπρό παράδειγμα και πρότυπο για όλους μας ο βίος του Οσίου Νικηφόρου, ήταν ευάρεστος στο Θεό διότι υπέμεινε πολλά. Για το λόγο αυτό και έχουμε πολλές μαρτυρίες: ότι ο Άγιος μας είχε δεχθεί από το Πανάγιο Πνεύμα το χάρισμα της διορατικότητας καθώς και πλήθος άλλων χαρισμάτων. Χρειάζεται επίσης να σημειώσομε ότι πλείστα είναι τα θαύματα που είναι καταγραμμένα καθώς μέχρι και σήμερα ο άγιος δίδει απλόχερα βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα πολλά θαυμαστά που δεν θα έχουν έρθει στην επιφάνεια.
 «Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; ...με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).

ΜΝΗΜΗ ΑΝΤΙΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ & ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΔΩΔΕΚΑ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ 

ΥΠΟ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ.

undefined
Ο όσιος Ευθύμιος διετέλεσε ηγούμενος κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνος της μονής Βατοπαιδίου σε μιά κρίσιμη περίοδο για την πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Αγίου Όρους. Μετά τη σύνοδο της Λυών το 1274, όπου υποστηρίχθηκε η ένωση των Εκκλησιών, οι λατινόφρονες απεσταλμένοι του αυτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου (1259-1282) και του πατριάρχου Ιωάννου ΙΑ΄ Βέκκου (1275-1282), θέλησαν να πείσουν τους Αγιορείτες μοναχούς για τα αιρετικά δόγματα. Τούτο συνέβη περί το 1279/1280. Δυστυχώς ορισμένοι ερευνητές αμφισβητούν τα γεγονότα και τα συγχίζουν με κατοπινά, αποδίδοντάς τα στους Καταλανούς.
Ο όσιος Ευθύμιος «εχόμενος στερρώς των ορθοδόξων παραδόσεων ήλεγξε τους λατινόφρονας». Γι’ αυτό, κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «δεθείς με άλυσιν, κατεποντίσθη υπ’ αυτών εν τη θαλάσση του Καλαμιτζίου». Κατά δε τον Μανουήλ Γεδεών, «Ευθύμιον δε τον ηγούμενον δήσαντες αλύσει πέραν της θαλάσσης εις το παραθαλάσσιον, Καλλαμίτζιον καλούμενον, επάνω υφά­λου πέτρας εάσαντες απεπνίγη ο αοίδιμος».
  Οι δώδεκα ομόφρονες μαθητές και υποτακτικοί του γενναίου ηγουμένου τους είχαν κι αυτοί μαρτυρικό τέ­λος: Στη μονή Βατοπαιδίου οι «ασκούμενοι οσιώτατοι μοναχοί ουκ ενέδωκαν τη δειλία, ουδέ υπείξαν αλλ’ αντέστησαν γενναίως διελέγχοντες την αυτών παράνοιαν γραφιχαίς αποδείξεσι. Διό και τη ενστάσει αυτών αισχυθείς ο δυσεβής βασιλεύς, εκέλευσε πάντας αυτούς απαχθήναι εν γαιολόφω τινί έγγιστα που της Μονής, και ούτω διά της αγχόνης τον μακάριον υπέστησαν θάνατον οι μακά­ριοι ομολογηταί, απολαβόντες την μακαρίαν και αΐδιον ζωήν αντί της προσκαίρου· τα δε της Μονής πάντα, σκυλλεύσας και αφανίσας, ηρήμωσε, δώδεκα δε των ιερομονάχων λογίους, έξωθεν της μονής απηγχόνησεν… Και ούτως έλαβον πάντες ομού τον του μαρτυρίου στέφανον».
 Για την ανθενωτική τους στάση, τους δώδεκα Βατοπαιδινούς πατέρες «έξω της μονής εν τω λόφω εκρέμασαν· έκτοτε και ο λόφος εκλήθη Φουρκοβούνι». Κατά δε τον Μέγα Συναξαριστή, όταν οι λατινόφρονες «ήλθον και εις την Μονήν του Βατοπαιδίου και αφού ουδέ εκεί έγιναν δεκτοί, ήρχισαν να κακοποιούν τους Μοναχούς, όσους συνέλαβον, διότι και πολλοί έφυγον. Συλλαβόντες δε εκεί τον προηγούμενον Άγιον Ευθύμιον και δώ­δεκα άλλους Μοναχούς, μετά διαφόρους κακώσεις και τυραννίας, τελευταίον απηγχόνισαν προς εκδίκησιν δήθεν της αληθείας την οποίαν έδειξαν εις το να μη ασπασθούν τα ξένα και αλλότρια δόγματα τα διά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν όλως απαράδεκτα».
  Λεπτομερέστερη περιγραφή έχουμε σε κώδικα της μονής Βατοπαιδίου, όπου αναφέρεται πως μετά το μαρ­τύριο των Ιβηριτών πατέρων έχουμε το των Βατοπαιδινών: «Μετά ταύτα ήλθαν και εις το Βατοπαίδι και τα όμοια ηθέλησαν να κάμνουν. Ο δε ηγούμενος και οι συν αυτώ αδελφοί ήλεγξαν αυτών την αίρεσιν του τε βασιλέως και του πατριάρχου. Οι δε αιματοφάγοι εκείνοι λύκοι και όχι αμνοί επήραν τους μοναχούς έξω από το μοναστήρι και τους εκρέμασαν εις ένα βουνόν, το οποίον από τότες ωνομάσθη Φουρκοβούνι.΄
  Τον δε ηγούμενον, Ευθύμιον το όνομά του, με άλλους ιβ’ ιερομονάχους λογίους, οι οποίοι τους έλεγξαν κατά πρόσωπον ανδρειωμένα, τους μεν ιερομονάχους εκρέμασαν, τον δε ηγούμενον δένοντές τον με άλυσον επήγαν και τον άφησαν εις μίαν πέτραν της θαλάσσης πέραν εις το Καλαμίτζι, όπου απέχει από το μοναστήρι ως τρία μίλια και εκεί επνίγη και ούτως έλαβε τον στέφανον της ομολογίας αυτού. Το δε εξώσκαλον εκείνο από τότες το ονόμασαν του ηγουμένου σκαμνί. Και του μοναστηρίου τα τίποτοις όλα όσα και αν ευρήκαν τα εσήκωσαν και το ερήμωσαν παντελώς. Και μετά ημέρας τινάς παύοντας εκείνη η ταραχή ευγήκαν οι μοναχοί από τον λόγγον, εκείνοι όπου επρόφθασαν προτήτερα και έφυγαν και εγλύτωσαν τον θάνατον. Εύρισκον των κοπέντων πρώην τα κορμία εις την γην ερριμένα ανεπιμέλητα και νεκρά και με πολλά δάκρυα και θρήνους τα έθαπταν λέγοντες και τον ψαλμόν, το, ο Θεός ήλθοσαν έθνη εις την κληρονομίαν και τα λοιπά. Θάπτοντες τον κάθε ένα εκεί όπου τον εύρισκον. Ταύτα μεν έγιναν τον Οκτώμβριον μήναν εις τους 6953 χρόνους και ούτως έγινε το τέλος».
  Σε άλλο κώδικα της μονής αναφέρεται: «Έστωντας και να ευρίσκετο η τοιαύτη μονή ευτυχισμένη και παντοίων αγαθών πλουτισμένη… επί της βασιλείας Μιχαήλ Παλαιολόγου και πατριαρχούντος Ιωάννου του επιλεγομένου Βέκκου, οι οποίοι καταδυναστευόμενοι από τους Βουλγάρους επήγαν εις την Ιταλίαν, ζητούντες βοήθειαν. Εκείνοι δε τους εζήτησαν να ενωθούν με αυτούς εις την πίστιν αυτοί και εσυγκοινώνησαν και επήραν βοήθειαν περισσήν και γυρίζοντες να έλθουν εις την Πόλιν, ήλθον εις το Άγιον Όρος…». Ακολουθεί η παραπάνω περιγραφή, που μάλλον αντεγράφη από τον παρόντα κώδικα.
Νεότερος συγγραφέας αναφέρει: «Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου· Σταθμός αίματος και μαρτυρίου.
Όταν στην πρότασή τους να συνταχθούν όλοι οι Μοναχοί με την ένωση, αντιμετώπισαν έντονη την αντίδρασή τους, άρχισαν τα βασανιστήρια των πατέρων. Σώμα στρατιωτών δημίων, χωρίς καμιά αναστολή, επιδόθηκε σε ανήκουστα βασανιστήρια κατόπιν διαταγής. Για την ορθόδοξη πίστη το θεώρησαν τιμή τους να υποστούν το όποιο απάνθρωπο μαρτύριο. Και πιο μεγάλη τους τιμή, να χύσουν το αίμα τους για την Ορθοδοξία. Δώδεκα μοναχοί, γενναίοι ομολογητές, ήρωες και πρόμαχοι της Ορθοδοξίας, που αντιτάχθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα στην προ­δοσία της ανόθευτης διδασκαλίας του Χριστού μας».
  Η μνήμη των αγίων ενδόξων οσιομαρτύρων τελείται στις 4 Ιανουαρίου. Ο Οσιομάρτυς Ευθύμιος υπάρχει σε τοιχογραφία του νάρθηκα του Καθολικού του 1819.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι, Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007.

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.
Αποτέλεσμα εικόνας για εικονα αγιου εφραιμ
   Τα πρώτα χρόνια
Ο Άγιος Εφραίμ ο Μεγαλομάρτυς (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Μόρφης) γεννήθηκε την 14 Σεπτεμβρίου 1384, ανήμερα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού,στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Τέκνο πολύτεκνης οικογένειας, έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία, με αποτέλεσμα η μητέρα του να φέρει όλο το βάρος της ανατροφής του ιδίου και των επτά αδελφών του. Και αυτό το κατάφερε με αγώνα και μόχθο, ώστε τα παιδιά της να μείνουν πιστά στο δρόμο της αγάπης και του Χριστού, άγοντας πνευματική και ενάρετη ζωή.
  Το 1395 κατέλαβε τη Θεσσαλία ο Σουλτάνος Βαγιαζίτ Α΄ με τα στρατεύματά του, ο οποίος αποκαλείτο Κεραυνός για την αγριότητά του. Η σκληρή διοίκησή του επέβαλε  το παιδομάζωμα, ήτοι τη στρατολόγηση νέων αγοριών 14-18 ετών, ακόμα και μικρότερων, με σκοπό να δημιουργήσει ένα σώμα φανατικών Τούρκων, που θα στρεφόταν εναντίον των Ελλήνων.
Ο Κωνσταντίνος γίνεται Μοναχός
Μέσα σε αυτό το φοβερό κλίμα που επικρατούσε στη σκλαβωμένη Ελλάδα μόνη παρηγοριά στάθηκαν οι Εκκλησίες και οι Ιερές Μονές. Έτσι η μητέρα του Αγίου,προκειμένου να τον γλιτώσει από τη μανία του παιδομαζώματος, τον προέτρεψε να φύγει από τα Τρίκαλα και εκείνος, έχοντας μια κλίση προς τον εκκλησιαστικό βίο,θέλησε να πάει σε Μοναστήρι. Με λιγοστά τρόφιμα και διαρκή προσευχή ξεκίνησε το ταξίδι του νότια. Η Θεία Χάρη οδήγησε τα βήματά του στην ξακουστή ανδρική Σταυροπηγιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Αττική. Στην περιοχή αυτή, κοντά στη Νέα Μάκρη, από το 10ο και 11ο αιώνα υπήρχαν κελιά, καλύβες και ασκητήρια, όπου δεκάδες πιστοί Χριστιανοί ακολουθούσαν το δρόμο του Χριστού προς την αλήθεια και τη σωτηρία. Η τοποθεσία ονομάστηκε το «Όρος των Αμώμων», δηλαδή των «Καθαρών». Εκεί εισήλθε ο Άγιος ως Δόκιμος για κάποια χρόνια μέχρι να έρθει στην κατάλληλη ηλικία για να γίνει Μοναχός.
  Το 1402 εκάρη Μοναχός με το όνομα Εφραίμ. Ασκήτεψε με υπακοή στο λόγο του Χριστού αποτελώντας παράδειγμα για τους μεγάλους Ασκητές και Πατέρες. Με ζήλο, ταπείνωση και σκληρούς αγώνες έγινε υπόδειγμα Μοναχού. Με την άδεια του Ηγουμένου είχε βρει μακριά από την Ιερά Μονή μια σπηλιά, όπου διαβιούσε με νηστεία, προσευχή και περισυλλογή. Με κατάνυξη αξιώθηκε και έλαβε το χάρισμα της Ιεροσύνης. Προσευχόταν από την ψυχή του «υπέρ του σύμπαντος κόσμου» και γονατισμένος μπροστά στο εικόνισμα της Μεγαλόχαρης παρακαλούσε αδιάκοπα για την προστασία και τη σωτηρία των αδελφών Χριστιανών που δοκιμάζονταν σκληρά. 
Η καταστροφή του Μοναστηριού
Το 1424 οι Τούρκοι, μετά από μια σειρά βιαιοτήτων και λεηλασιών έφτασαν και στη Νέα Μάκρη. Ανέβηκαν στο Όρος των Αμώμων, πιστεύοντας ότι οι Χριστιανοί κρύβουν τους πολύτιμους θησαυρούς τους στα Μοναστήρια. Αφού λεηλάτησαν όλα τα κελιά και τα ασκητήρια έφτασαν στην Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Έσπασαν την πόρτα και όρμησαν εξαγριωμένοι στο Μοναστήρι. Απαίτησαν από τους Μοναχούς να τους παραδώσουν τους θησαυρούς, όμως μη βρίσκοντας αυτό που περίμεναν, ξέσπασαν την οργή τους στους Μοναχούς, μεταξύ αυτών τον Ηγούμενο και τους έσφαξαν όλους. Ο μόνος που γλίτωσε από τη Μοναστική κοινότητα ήταν ο Ιερομόναχος Εφραίμ, που έλειπε εκείνη την ημέρα στη σπηλιά του.
Το μαρτυτικό τέλος του Αγίου
Όταν επέστρεψε στην Ιερά Μονή αντίκρισε έκπληκτος την καταστροφή. Αφού θρήνησε τους μάρτυρες, προχώρησε στην ταφή τους και κατόπιν επέστρεψε στο κελί του. 
Πήγαινε στην έρημη πλέον Ιερά Μονή μόνο για να τελέσει κατά τις μεγάλες εορτές τη Θεία Λειτουργία, να υπηρετήσει το Ιερό Θυσιαστήριο και να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων. Αντιμετώπιζε δυσκολίες για τη διαβίωσή του και τρεφόταν μόνο με χόρτα, ελιές και σύκα που εύρισκε στο δάσος.
Μετά από πολλούς μήνες οι Τούρκοι επέστρεψαν πάλι στο Όρος των Αμώμων, συνεχίζοντας τις λεηλασίες. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1425, ο Μοναχός Εφραίμ κατέβηκε από  τη σπηλιά του στο Μοναστήρι για να τελέσει τη Λειτουργία στη μεγάλη εορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. Οι Τούρκοι, μόλις τον βρήκαν, τον κτύπησαν και τον βασάνισαν. 
 Ζητούσαν με οργή να μάθουν πού είναι κρυμμένοι οι θησαυροί, όμως ο Μοναχός τους απαντούσε ότι εκεί υπήρχαν μόνο πνευματικοί θησαυροί και προσευχόμενος διαρκώς τους έλεγε: «Δεν φοβάμαι ούτε τα μαρτύρια, ούτε το θάνατο. Καμιά δύναμη δε θα με κάνει να αρνηθώ την Πίστη μου στον Πανάγαθο Θεό».
Ήταν ανήμερα των γενεθλίων του, έκλεινε τα σαράντα ένα του χρόνια, όταν άρχισαν τα φρικτά βασανιστήρια. Καθημερινά τον ξυλοκοπούσαν και τον υπέβαλαν σε οδυνηρούς σωματικούς πόνους. Με αστείρευτη υπομονή δεχόταν ο Μεγαλομάρτυρας τις κακοποιήσεις, προσευχόμενος συνεχώς στο Θεό να του δίνει δύναμη. Το μαρτύριό του κράτησε οκτώμισυ μήνες ακλόνητος στην Πίστη του. Οι Τούρκοι των κρέμασαν ανάποδα σε μια μουριά, που υπάρχει σήμερα στο προαύλιο της Ιεράς Μονής και συνέχιζαν να τον βασανίζουν εξαγριωμένοι. Με μεγάλα καρφιά στα πόδια και το κεφάλι, κάρφωσαν το σώμα του στον κορμό του δέντρου και δεν σταμάτησαν εκεί. Ήταν 5 Μαΐου του 1426, πρωινό Τρίτης, όταν πήραν ένα μυτερό σκληρό ξύλο και αφού του έβαλαν φωτιά, κατατρύπησαν με αυτό το χιλιοβασανισμένο σώμα του, δίνοντας τέλος στο μαρτύριό του. 
 Ήταν ανήμερα τις εορτής της Αγίας Ειρήνης, που ειρήνευσε η ψυχή του, παραδομένη στον Κύριο Ιησού Χριστό, λαμβάνοντας ως έπαθλο το αμάραντο στεφάνι του Αγίου και Μεγαλομάρτυρα.
Η φανέρωση του Αγίου
Χρειάστηκαν 524 ολόκληρα χρόνια από το μαρτυρικό του θάνατο μέχρι να φανερωθεί. Με μια σειρά γεγονότων όπως οράματα, σημάδια του Θεού και εμφανίσεις του ίδιου του Αγίου, βρέθηκαν στις 3 Ιανουαρίου 1950 τα Ιερά του Λείψανα και έγινε σταδιακά γνωστή η ζωή του. Χιλιάδες πιστοί κατακλύζουν κάθε χρόνο τη Νέα Μάκρη, ελπίζοντας σε ίαση ψυχική, σωματική και πνευματική. Εκεί η Ηγουμένη Μακαρία και οι Μοναχές της, με πολλή ευσέβεια δέχονται τους επισκέπτες στην Ιερά Μονή, όπου φυλάσσονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Εφραίμ.
Η Ηγουμένη ήταν εκείνη που είχε την αξίωση να βρει το Άγιο σκήνωμα, όταν ήτα νεαρή. Η Θεία Πρόνοια την είχε οδηγήσει το 1945 στα ερείπια του Μοναστηριού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Βλέποντας το ερημωμένο Μοναστήρι αποφάσισε να μείνει εκεί και να προσπαθήσει σταδιακά να αναστηλώσει την παλαιά Μονή. Καθώς εργαζόταν στο προαύλιο άκουσε μια απόκοσμη βαθιά φωνή να λέει: «Σκάψε εκεί και θα βρεις». Η Μοναχή φώναξε έναν εργάτη και του ζήτησε να σκάψει στο συγκεκριμένο σημείο της αυλής. Εκεί υπήρχε ένας μισογκρεμισμένος τοίχος, ένα μέρος που έμοιαζε με παλαιό κελί Μοναχού. Σκάβοντας ανακάλυψε ο εργάτης ένα κρανίο, που εξέπεμπε γλυκιά ευωδία. 
 Η Μοναχή κατάλαβε ότι βρήκαν το λείψανο κάποιου Αγίου και το ασπάστηκε ευλαβικά. Κατόπιν βρήκε ολόκληρο το σκήνωμα του Αγίου. Τα πήρε και τα τοποθέτησε σε μια θυρίδα. 
 Το βράδυ που βρισκόταν στην παλαιά Εκκλησία άκουσε βήματα από την πλευρά που είχε βρεθεί ο τάφος, να διασχίζουν την αυλή και να κατευθύνονται προς την Εκκλησία. 
 Την κυρίευσε φόβο και ξαφνικά άκουσε μια φωνή να της λέει: «Μέχρι πότε θα με αφήσεις εκεί πέρα; Και ποιος μου έβαλε το κεφάλι έτσι…»
  Στράφηκε προς τη φωνή και τον είδε να στέκεται στην πόρτα. Ήταν ψηλός, αδύνατος, πολύ μελαχρινός, με μικρά στρογγυλά μάτια που είχαν ρυτίδες στις άκρες, γενειάδα που έφτανε ως το στήθος του και φορούσε ράσο. Με το δεξί του χέρι την ευλογούσε, ενώ από το αριστερό έβγαινε ένα φως απόκοσμο.         Αγαλλίασε η ψυχή της μπροστά στη μορφή του και με θάρρος του απάντησε: «Συγχώρησέ με. Μόλις ξημερώσει με το καλό, θα τα φροντίσω όλα».
 Πράγματι το πρωί η Μοναχή πήρε τα οστά, τα καθάρισε προσεκτικά από το χώμα, τα έβαλε σε μια θυρίδα στο Ιερό της Εκκλησίας και τους άναψε κι ένα καντηλάκι. Την ίδια νύχτα  είδε στο όνειρό της τον ίδιο Μοναχό. Κρατούσε στην αγκαλιά του μια εικόνα του, φτιαγμένη από ασήμι. Δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι. Η Μοναχή πλησίασε, άναψε μια λαμπάδα και άκουσε τη φωνή του: «Σε ευχαριστώ πολύ. Το όνομά μου είναι Εφραίμ».
  Με διάφορες οπτασίες και οράματα, ο Άγιος Εφραίμ φανέρωνε στις αδελφές του Μοναστηριού την ιστορία της ζωής του. Η Μοναχή Μακαρία αφηγείται: Ένα μεσημέρι λαγοκοιμόταν από την κούραση. Ξαφνικά βλέπει: «Μια ιερή πομπή να πλησιάζει προς το κελί της, ψάλλοντας ύμνους. Έφτασαν μέσα στο κελί, πήραν το σώμα του Αγίου που το κουβαλούσαν στους ώμους τους και το απόθεσαν στην αγκαλιά της. Οι ιερείς ξεκίνησαν να κάνουν την κηδεία και όλοι μαζί βρέθηκαν μέσα σε μια Βυζαντινή Εκκλησία, με περίτεχνο διάκοσμο, αφιερωμένη στον Άγιο».
  Ένα μικρό κοριτσάκι που ζούσε στο ίδρυμα της Μονής μαζί με τη γιαγιά του, ένα βράδυ που ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, είδε τον Άγιο να το πλησιάζει. Εκείνος το είδε φοβισμένο, του χάιδεψε το κεφάλι και του είπε: «Μη με φοβάσαι παιδί μου. Είναι ο Άγιος Εφραίμ».
  Η γιαγιά του κοριτσιού ένα βράδυ αργά άκουσε κάποιον να στέκεται έξω από την πόρτα του θαλάμου. Πιστεύοντας πως ήταν η αδελφή Μακαρία της φώναξε. Ξαφνικά μια λάμψη φώτισε όλη την περιοχή του Μοναστηριού. Μέσα από το φως εμφανίστηκε ο Άγιος. Κρατούσε στα χέρια του μια μικρή Βυζαντινή Εκκλησία, που είχε τέσσερις τρούλους στις άκρες κι έναν μεγάλο στο κέντρο με ένα φωτεινό Σταυρό. Αμέσως η γιαγιά γονάτισε μπροστά του και ο Άγιος της μίλησε: «Είμαι ο Μεγαλομάρτυρας Εφραίμ. Γεννήθηκα 14 Σεπτεμβρίου, ανήμερα του Σταυρού και πάλι 14 Σεπτεμβρίου ημέρα του Σταυρού,άρχισε το μαρτύριό μου. Να πεις στην αδελφή Μακαρία,πως θέλω να μου φτιάξει ένα τέτοιο προσκυνητάρι,στη στροφή του δρόμου,εκεί που καθόμουν και ξεκουραζόμουν ».Πράγματι οι Μοναχές έφτιαξαν το προσκυνητάρι, ένα κομψοτέχνημα, μικρογραφία Βυζαντινής Εκκλησίας.
 Είναι αναρίθμητες οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις και τα θαύματα του Αγίου Εφραίμ. Ένα από αυτά αφορά την Εκκλησία του. Όταν έφτασε η ευλογημένη ώρα, που αξίωσε ο Κύριος,να χτιστεί ο Ναός του Αγίου, βρέθηκε από Θεία Πρόνοια, παλιά πέτρα που στόλιζε άλλοτε ένα οικοδόμημα στην Αθήνα. Η Ηγουμένη Μακαρία αναρωτιόταν, πού ακριβώς θα ήθελε ο Άγιος να χτιστεί η Εκκλησία του. Φτάνει τότε μια προσκυνήτρια στο Μοναστήρι και της λέει: «Είδα στο όνειρό μου τον Άγιο Εφραίμ και μου είπε: «Να πας να πεις στη Γερόντισσα, ότι τον τάφο μου τον θέλω μέσα στην Εκκλησία μου».                                                  
Πεντέμισι αιώνες φύλαγε η γη, σαν πολύτιμο θησαυρό στους κόλπους της τον Άγιο Εφραίμ, μέχρι που ο πολυεύσπλαχνος Θεός μας τον φανέρωσε, για να τον έχουμε βοηθό και οδηγό στις δύσκολες μέρες που ζούμε. Ας αναγνωρίσουμε όλοι μας τη δύναμη της πίστης και της προσευχής και ας προστρέχουμε σε Αυτόν, με ταπεινή καρδιά, παρακαλώντας Τον να μας ελεήσει. Και όλοι μαζί, ας ζητήσουμε από Αυτόν τον Άγιο του Θεού Εφραίμ, να είναι πάντα δίπλα μας, να μας φωτίζει, να μας στηρίζει και να μας καθοδηγεί.
 

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ.
Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κουρσκ της Ρωσίας στις 19 Ιουλίου 1759 μ.Χ. και ονομάσθηκε Πρόχορος. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα αναλάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών και σπιτιών. Κάποτε άρχισε να χτίζει στο Κουρσκ ένα ναό προς τιμήν του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ, του Θαυματουργού, αλλά ξαφνικά το 1762 μ.Χ., πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων του και ιδίως την ευσέβειά τους.
  Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μια μέρα να γίνεται λιτανεία και να περνά έξω από την οικία του μικρού άρρωστου παιδιού, η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Τη στιγμή εκείνη έπιασε δυνατή βροχή. Η λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην αυλή της οικίας του Προχόρου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη, κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.
  Νέος εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Κουρσκ, και έρχεται να μονάσει στη μονή του Σάρωφ. Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχός διαρκεί οκτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου του 1786 μ.Χ. κείρεται Μοναχός με το όνομα Σεραφείμ. Σε δύο μήνες χειροτονείται Διάκονος.
  Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική ζωή «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν». Ως Διάκονος παραμένει όλη την ημέρα στο Μοναστήρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελί, όπου διέρχεται τις νυκτερινές ώρες με προσευχή, και πολύ πρωί επιστρέφει πάλι στο μοναστήρι.
  Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 μ.Χ. χειροτονείται Ιερεύς και αποδύεται με μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον Πνευματικό αγώνα. Τώρα πλέον δεν τον ικανοποιεί ο βαρύς για τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία του Ηγουμένου, τη Μονή και αποσύρεται μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ. Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται του παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ».
  Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη Μονή του Σάρωφ και κλείνεται σαν σε μνήμα στην απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος από την Θεία Χάρη και αξιώνεται να ζήσει Πνευματικές αναβάσεις και αν δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον, του ελάχιστου αδελφού. Με την αυστηρή ασκητική ζωή του και την φωτεινή μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα στην θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να λάβουν την ευλογία του και την Πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!».

 Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».
  Την 1η Ιανουαρίου 1833 μ.Χ., ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μὴν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ο Μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι....», «Φωτίζου, φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ....», «Ὤ, Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ....».
  Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833 μ.Χ. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.
  Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990 μ.Χ., στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 μ.Χ. επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο.

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ.

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ 
ΟΥΡΑΝΟΦΑΝΤΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ.
Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΑ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Ο χρόνος κατά τον Μέγα Βασίλειο
Η πρωτοχρονιά, η αφετηρία της νέας ετήσιας κυκλικής κίνησης του χρόνου, που, προ ημερών γιορτάσαμε, προκαλεί σε όλους μας ποικίλες σκέψεις και συναισθήματα. Μπορεί να επενδύεται, από την πλασματική λαμπηδόνα του κόσμου, δεν παύει, όμως, να δημιουργεί διάθεση έντονης εσωστρέφειας και εσωτερικής αναζήτησης. Ο Μέγας Βασίλειος, κακοποιείται βάναυσα από το πνεύμα του κόσμου, καθώς προβάλλεται, αυθαίρετα, άλλοτε ως σύμβολο του καταναλωτισμού, και άλλοτε ως σύμβολο της κοσμικής ευδαιμονίας, σε μια εποχή, μάλιστα, κατά την οποία η ανθρωπότητα δοκιμάζεται από την φτώχεια, την ανέχεια και τη δυστυχία, ενώ ο ίδιος υπήρξε και είναι το πρότυπο του ασκητικού ιδεώδους.
   Οι σκέψεις του Αγίου Βασιλείου περί χρόνου βοηθούν να κατανοήσουμε το μέγεθος αυτού του κορυφαίου δώρου που χάρισε ο Θεός στο πλάσμα Του, προκειμένου να το αξιοποιήσει, να το καλλιεργήσει, με σκοπό τη διαρκή του βελτίωση και την κατά το δυνατόν ομοίωση μαζί Του. Οι σκέψεις του Αγίου περί χρόνου είναι απάντηση – καταπέλτης στο πνεύμα του σύγχρονου κόσμου που διακρίνεται από μια τάση επιμελούς ισοπέδωσης εκείνων των στοιχείων που επιτρέπουν στον άνθρωπο να γνωρίσει τον εαυτό του και να πλησιάσει το Θεό. Είναι η απάντηση προς εκείνους που διακηρύσσουν ότι ο χρόνος περιορίζεται στα ευτελή και πεπερασμένα όρια αυτής της ζωής και δεν επεκτείνεται στην αιωνιότητα, για την κατάκτηση της οποίας απαιτούνται αγώνες, εσωτερικές αναμετρήσεις αλλά και διαρκής αντιπαράθεση με την υλικοβιοτική αντίληψη της ανθρώπινης ζωής.
   Η πρώτη διάσταση του χρόνου που καταγράφει ο Μέγας Βασίλειος στο περίφημο έργο του «Εις την Εξαήμερον» έχει σχέση με τον Θεό. Ο Θεός είναι υπεράνω του χρόνου και, ταυτόχρονα, είναι εκτός χρόνου, από την  άποψη ότι δεν έχει χρονική αρχή και δε θ’ αποκτήσει ποτέ χρονικό τέλος. Χρονική αρχή έχουν όλα τα δημιουργήματα, δεν έχουν, όμως, όλα χρονικό τέλος. Κάποτε ο Θεός σήμανε την έναρξη του υλικού κόσμου, κάποτε θα σημάνει το τέλος του. Αυτό, όμως, αφορά σταυλικά δημιουργήματά Του.
   Τα πνευματικά δημιουργήματα, όπως οι Άγγελοι και το ηγεμονικό μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, η ψυχή, δε θα έχουν ποτέ τέλος. Δημιουργήθηκαν αλλά δεν εξαφανίζονται, δεν πεθαίνουν.
   Η δεύτερη διάσταση του χρόνου, κατά τον Μέγα Βασίλειο, σχετίζεται με την ύλη και την παρούσα ζωή. Ο χρόνος μοιάζει με μία σφαίρα που κυλά στον κατήφορο και δε σταματά. Ρέει ακατάπαυστα αποκαλύπτοντας ότι και όσα σχετίζονται μαζί του είναι ρέοντα και όχι σταθερά. Σα να ταξιδεύει κανείς με το τραίνο και βλέπει ν’ αποκαλύπτονται μπροστά του διαδοχικά υπέροχα τοπία, τα οποία, όμως, δεν είναι σταθερά, εξαφανίζονται πριν καν τα συνειδητοποιήσει αφήνοντας στη θέση τους άλλα που χάνονται, με τη σειρά τους, στο απύθμενο δοχείο του χρόνου, που έχει τη μοναδική δυνατότητα να μετατρέπει, αυτοστιγμεί, το παρόν σε παρελθόν. Αυτή η διάσταση του χρόνου αποκαλύπτει το χρέος του ανθρώπου που αφορά στην σωστή αξιοποίησή του προκειμένου αυτός να μην πάει χαμένος. Εκείνος που τον αντιμετωπίζει με αυτή η λογική μπορεί ν’ αντεπεξέλθει, με επιτυχία, στις θλίψεις και στα προβλήματα της ζωής. Αντιλαμβάνεται ότι ο χρόνος είναι ευκαιρία εσωτερικής καλλιέργειας και καιρός μετανοίας. Εξαγοράζει τον καιρό του, κατά την προτροπή του Αποστόλου Παύλου, μη αφήνοντας την κάθε στιγμή να περάσει αναξιοποίητη για την προσωπική του βελτίωση που συνιστά την απαρχή για τη βελτίωση του κόσμου.
    Η τρίτη παράμετρος του χρόνου, κατά τον Καππαδόκη Άγιο, σχετίζεται με την αιωνιότητα. Ο χρόνος της παρούσης ζωής είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο ατελεύτητο της αιωνιότητας. Κι όμως, εμείς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε το γεγονός εντελώς διαστρεβλωμένο. Δεν καταλαβαίνουμε ότι είμαστε «πάροικοι και παρεπίδημοι» στην γήινη πραγματικότητα, είμαστε περαστικοί, ανέστιοι διαβάτες που πορεύονται προς την πραγματικότητα της αιωνιότητας, γι’ αυτό και κάνουμε το παν για να χτίσουμε και να δημιουργήσουμε σ’ αυτή τη ζωή με τα καλύτερα υλικά, ξοδεύουμε τις δυνάμεις μας στα ευτελή και πεπερασμένα, αγνοώντας τις ανάγκες του έσω ανθρώπου που θα ζήσει αιώνια όταν το φθαρτό του σαρκίο πεθάνει. «Δεν είμεθα πλασμένοι για τη λίγη ζωή. Είμεθα πλασμένοι για την αιωνιότητα. Δεν είμεθα πλασμένοι για τη γη. Είμεθα πλασμένοι για τον ουρανό. Η γη είναι το φυτώριο. Κάποτε θα μεταφυτευτούμε από το φυτώριο στον κήπο του παραδείσου. Όσοι είναι πιστοί, όσοι έχουν το δένδρο της ζωής τους γεμάτο καρπούς, θα μεταφυτευτούν στον ουρανό. ‘Επειγόμεθα, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, ίνα έγκαρποι και πλήρεις έργων αγαθών φυτευθέντες εν τω οίκω Κυρίου, εν ταις αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσωμεν»

  Αυτή η αντίληψη του χρόνου προσφέρει σε όλους μας τη δυνατότητα και να τον απολαύσομε σε αυτή τη ζωή και να τον αξιοποιήσουμε στην προοπτική της άλλης. Απομένει σε εμάς η επιλογή – πρόκληση, η δυσκολότερη ίσως αυτής της ζωής. Καλή χρονιά και Ευλογημένη!