ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

ΛΟΓΟΣ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ.

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
 Λόγος εις τα Άγια Θεοφάνεια.
Πάλιν ο Ιησούς μου, και πάλι μυστήριο. Μυστήριο δε που δεν είναι ούτε ψεύτικο ούτε άπρεπες, ούτε προέρχεται από την ειδωλολατρική πλάνη και τη μέθη (διότι εγώ έτσι αποκαλώ τα της λατρείας τους και νομίζω ότι αυτό κάνει και κάθε λογικός άνθρωπος), αλλά είναι μυστήριο και θείο και υψηλό και δημιουργεί λαμπρότητα. Διότι η αγία ημέρα των Φώτων, στην οποίαν έχουμε φθάσει και την οποίαν έχουμε αξιωθεί να εορτάσουμε σήμερα, έχει μεν ως αρχή το βάπτισμα του Χριστού μου, του αληθινού φωτός «το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται στον κόσμον», πραγματοποιεί δε τον καθαρισμό μου και βοηθεί το φως που έχουμε λάβει από τον Θεό κατά τη δημιουργία και το έχουμε κάνει να σκοτεινιάσει και να αδυνατίσει. Ακούστε λοιπόν τη φωνή του Θεού, η οποία σ’ εμένα μεν, τον οπαδό και τον εξηγητή των τέτοιων πραγμάτων, ακούγεται πολύ δυνατά, μακάρι δε να ακουσθεί και σε σας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» και γι’ αυτό το λόγο «πλησιάστε τον και πάρετε φως, και τα πρόσωπά σας δεν θα σκιασθούν από ντροπή», επειδή έχουν την σφραγίδα του αληθινού φωτός. Να, ευκαιρία αναγεννήσεως· ας γίνουμε ουράνιοι. Να, καιρός αναδημιουργίας· ας ξαναβρούμε τον πρώτο Αδάμ. Να μην μείνουμε εκείνο που είμαστε, αλλά να γίνουμε εκείνο που κάποτε είμαστε. «Το φως φωτίζει μέσα στο σκοτάδι με την παρούσα ζωή και τη σάρκα. Και το καταδιώκει μεν, αλλά δεν κατορθώνει να το εξουδετερώσει το σκοτάδι, η εχθρική δηλαδή δύναμη, η οποία επιτίθεται μεν από θρασύτητα σ’ εκείνον που μοιάζει στον Αδάμ, αλλά πέφτει επάνω στο Θεό και νικιέται, για να ρίχνουμε από πάνω μας το σκοτάδι και να πλησιάζουμε στο φως και να γινόμαστε τέλειο φως, παιδιά τελείου φωτός. Βλέπετε την ωραιότητα της ημέρας; Βλέπετε τη δύναμη του μυστηρίου; Δεν έχετε υψωθεί από τη γη; Δεν ανεβήκατε πιο πάνω, βοηθούμενοι από τη δική μου φωνή και τους λόγους μου; Θα τοποθετηθείτε δε ακόμη υψηλότερα όταν θα βοηθήσει ο Λόγος το δικό μου λόγο. [...] Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθεί ο Ιησούς, για να αγιάσει μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστή, όπως είναι δε καταφανές, για να θάψει μέσα στο νερό όλον τον παλαιό Αδάμ και να αγιάσει πριν απ’ αυτούς και για χάρη τους τον Ιορδάνη. Όπως δε ο ίδιος ήταν Πνεύμα και σάρκα, έτσι δίνει την πνευματική ολοκλήρωση με Πνεύμα και νερό. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται (να τον πείσει). «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτι¬σθώ από σένα» λέει το λυχνάρι στον Ήλιο, η φωνή στο Λόγο, ο φίλος στον Νυμφίο, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναίκας στον Πρωτότοκο ολόκληρης της δημιουργίας, εκείνος που σκίρτησε ενώ βρισκόταν μέσα στην κοιλιά σ’ εκείνον που προσκυνήθηκε μέσα στην κοιλιά, εκείνος που προέτρεξε και ο οποίος θα προστρέξει σ’ εκείνον που φάνηκε και θα φανεί. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα» – πρόσθεσε και «δι’ εσέ» (διότι γνώριζε ότι επρόκειτο να βαπισθεί με το μαρτύριο) ή, όπως ο Πέτρος, το ότι θα καθαρίσεις όχι μόνον τα πόδια — «και συ έρχεσαι προς εμέ;».
   Και τούτο είναι προφητικό. Διότι γνώριζε ότι όπως μετά τον Ηρώδη επρόκειτο να καταληφθεί από μανία ο Πιλάτος, έτσι και μετά απ’ αυτόν, ο οποίος θα έφευγε προηγουμένως, θα ακολουθούσε ο Ιησούς. Τί δε λέει ο Ιησούς; «Άφησε τώρα τις αντιρρήσεις», διότι αυτό απαιτούσε το θείο σχέδιο. Διότι γνώριζε ότι μετά από λίγο επρόκειτο να βαπτίσει αυτός τον βαπτιστή. Τί δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρση. Τί είναι δε το πυρ; Το κάψιμο κάθε ανόητου πράγματος και η αναζωπύρωση του πνεύματος. Τί είναι δε η αξίνα; Το κόψιμο της ψυχής, η οποία, αφού έχει γεμίσει με ακαθαρσίες, έχει καταστεί αθεράπευτη. Τί είναι δε το μαχαίρι; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακό από το καλό και τον πιστό από τον άπιστο και η οποία κάνει τον υιό και τη θυγατέρα και την νύμφη να επαναστατούν κατά του πατέρα και της μητέρας και της πεθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη.
  Τί είναι δε το κορδόνι του υποδήματος, που δε μπορείς να λύσεις συ που βαπτίζεις τον Ιησού, που έζησες στην έρημο με νηστεία, ο νέος Ηλίας, ο οποίος είσαι κάτι ανώτερο και από προφήτη, αφού είδες και εκείνον που είχες προφητεύσει και που συνδέεις την Πάλαια με την Καινή Διαθήκη; Τί είναι αυτό; Ενδεχομένως ο λόγος για την έλευση στη γη και περί της σαρκός, του οποίου και το ελάχιστο ακόμη τμήμα είναι αδύνατο να γίνει κατανοητό, όχι μόνον σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν ακόμη σαρκικό φρόνημα και είναι ακόμη νήπια στο Χριστιανισμό, αλλά και σ’ εκείνους οι οποίοι διαθέτουν το Πνεύμα του Ιωάννη. Αλλά και ανεβαίνει από το νερό ο Ιησούς. Ανεβάζει δε μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζονται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει για τον εαυτό του και για τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με τη φλογίνη ρομφαία τον παράδεισο. Και το Πνεύμα μαρτυρεί τη Θεότητα (διότι το όμοιο σπεύδει προς το όμοιο) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προερχόταν εκείνος για τον οποίον διδόταν η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε σαν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με τη θέωση, όταν αυτή θεωρείται από την πλευρά του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρει την ευχάριστη αγγελία της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν δε κρίνεις την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και για τον λόγο αυτόν σου φαίνεται μικρό το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε για τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσεις και τη βασιλεία των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπειρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις το διάβολο Πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μεγάλο και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων βρίσκονται στα νερά, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται «αρνίον και μαργαρίτης και σταγών» και άλλα παρόμοια,
   Επειδή δε σήμερα πανηγυρίζουμε το βάπτισμα και πρέπει να κακοπαθήσουμε λίγο για χάρη εκείνου ο οποίος για χάρη μας έγινε όπως εμείς και βαπτίσθηκε και σταυρώθηκε, ας εξετάσουμε φιλοσοφικά κάτι σχετικό με την διαφορά των Βαπτισμάτων, για να φύγουμε απ’ εδώ καθαρισμένοι. Ο Μωϋσής βάπτισε, αλλά βάπτισε στο νερό και πριν απ’ αυτό στη νεφέλη και στη θάλασσα. Αυτό δε αποτελούσε σύμβολο, όπως πιστεύει και ο Παύλος. Η θάλασσα του νερού, η νεφέλη του Πνεύματος, το μάννα του άρτου της ζωής, και το νερό, που έπιναν, του ουρανίου ποτού. Και ο Ιωάννης βάπτισε, αλλά όχι τελείως ιουδαϊκά, επειδή δεν βάπτισε μόνο στο νερό αλλά και στη μετάνοια. Όχι όμως και ολότελα πνευματικά, επειδή δεν προσθέτει και το «εις το Πνεύμα». Βαπτίζει και ο Ιησούς, αλλά στο Πνεύμα. Αυτό είναι η τελειότητα. Και πώς δεν είναι Θεός, για να γίνω και λίγο παράτολμος, εκείνος από τον οποίον θα γίνεις και συ Θεός; Γνωρίζω και τέταρτο βάπτισμα, το βάπτισμα του μαρτυρίου και του αίματος, στο οποίο βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Χριστός, και που είναι πολύ πιο αξιοσέβαστο από το άλλα, γιατί δεν μολύνεται από μεταγενέστερα αμαρτήματα.
  Γνωρίζω και πέμπτο ακόμη, το βάπτισμα των δακρύων, που είναι ακόμη πιο επίπονο, όπως «εκείνος ο οποίος βρέχει κάθε. νύκτα το κρεββάτι και το στρώμα του με δάκρυα», που «οι πληγές της κακίας μυρίζουν άσχημα και έχουν σαπίσει», που «πενθεί και βαδίζει με σκυμμένο κεφάλι» και που μιμείται την επιστροφή του Μανασσή και την ταπείνωση των κατοίκων της Νινευΐ, η οποία τους εξασφάλισε τη συγχώρηση·, ο οποίος, ακόμη, λέει αυτά που είπε ο τελώνης στο ναό και κέρδισε τη συγχώρηση αντί για τον καυχησιάρη φαρισαίο, και ο οποίος σκύβει με ταπείνωση, όπως η Χαναναία, και ζητά να τον ευσπλαγχνισθούν και να του δώσουν ως τροφή ψίχουλα, την τροφή δηλαδή που τρώει ο σκύλος όταν είναι πολύ πεινασμένος. 18. Εγώ λοιπόν (επειδή ομολογώ ότι ο άνθρωπος είναι ζώο που αλλάζει εύκολα και μεταβάλλεται η φύση του) και αυτό το δέχομαι με προθυμία, και προσκυνώ εκείνον που το έδωσε, και το δίνω και στους άλλους, και προσφέρω φιλανθρωπία έναντι της φιλανθρωπίας η οποία μου προσφέρεται. Διότι γνωρίζω ότι και εγώ είμαι άνθρωπος αδύνατος, και ότι με οποίο μέτρο θα κρίνω με το ίδιο θα κριθώ. Συ δε τί λες και τί νόμους βγάζεις, ω νέε φαρισαίε, ό οποίος είσαι καθαρός μεν ως προς το όνομα αλλά όχι και ως προς την ψυχική διάθεση, και που, ενώ είσαι το ίδιο αδύνατος με τους άλλους, διακηρύσσεις με έπαρση τις δοξασίας του Νοβάτου; Δεν δέχεσαι τη μετάνοια; Δεν συγκινείσαι με τους οδυρμούς; Δεν χύνεις ούτε ένα δάκρυ; Μακάρι να μην συναντήσεις ούτε συ τέτοιο κριτή.
Δεν σέβεσαι τη φιλανθρωπία του Ιησού, ο οποίος πήρε τις αδυναμίας μας και σήκωσε τις ασθένειές μας, ο οποίος ήλθε όχι για τους δικαίους, αλλά για να μετανοήσουν οι αμαρτωλοί, ο οποίος «θέλει την ευσπλαχνία περισσότερό από τη θυσία», ο οποίος συγχωρεί τα αμαρτήματα «εβδομηκοντάκις επτά», δηλ. άπειρες φορές; Πόσο αξιομακάριστη θα ήταν η υψηλοφροσύνη σου, αν ήταν καθαρότητα και όχι ανόητη κενοδοξία, που θέτει νόμους ανώτερους από τις δυνάμεις του ανθρώπου και αντικαθιστά την επανόρθωση με την απόγνωση. Διότι το ίδιο κακό είναι και η χωρίς σωφροσύνη συγχώρηση και η χωρίς συγχώρηση καταδίκη. Επειδή η μεν πρώτη αφήνει τελείως ελεύθερα τα χαλινάρια ενώ η δεύτερη προκαλεί απόγνωση με την σκληρότητά της. Δείξε μου την καθαρότητα σου, και τότε θα δεχθώ να υπερηφανεύεσαι. Τώρα όμως φοβούμαι μήπως, ενώ είσαι γεμάτος από πληγές, βάλεις μέσα εκείνο το οποίο παραμένει αθεράπευτο. Ούτε δέχεσαι μετανοημένο τον Δαβίδ, ο οποίος με την μετάνοιά του διατήρησε το προφητικό του χάρισμα1; Ούτε τον Πέτρο τον μεγάλο, ο οποίος έπαθε κάτι ανθρώπινο κατά τη διάρκεια του σωτηρίου πάθους;  
   Ο Ιησούς δε τον δέχθηκε και με την τριπλή ερώτηση και την τριπλή ομολογία θεράπευσε την τριπλή άρνηση. Η δεν δέχεσαι ούτε εκείνον ο οποίος τελειοποιήθηκε με το αίμα του; Και αυτό αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της σκληρότητάς σου. Ούτε εκείνον ο οποίος παρανόμησε στην Κόρινθο; Ο Παύλος δε υπέδειξε ως ποινή την αγάπη, επειδή είδε τη διόρθωση και το αίτιο της διορθώσεως, «για να μη χαθεί εκείνος που είχε αμαρτήσει από την υπερβολική επιτίμηση». Ούτε επιτρέπεις στις νέες χήρες να παντρεύονται, επειδή η ηλικία τους είναι εύκολο να παρεκκλίνει προς την αμαρτία; Αυτό όμως το τόλμησε ο Παύλος, του οποίου συ γίνεσαι διδάσκαλος, σαν να είχες ανεβεί μέχρι τον τέταρτο ουρανό και σε άλλον παράδεισο, σαν να είχες ακούσει πιο απόρρητα πράγματα, και να είχες οδηγήσει στο Ευαγγέλιο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων.[...]
  Εμείς δε ας τιμήσουμε σήμερα το Βάπτισμα του Χριστού και ας το εορτάσουμε σωστά με το να χαιρόμαστε πνευματικά και όχι να περιποιούμαστε την κοιλία μας. Πώς δε θα χαρούμε; «Λουσθείτε για να καθαρισθείτε». Αν μεν είσθε κόκκινοι από την αμαρτία και λιγότερο κόκκινοι από το αίμα, τότε να γίνετε λευκοί όπως το χιόνι. Αν δε είσθε κόκκινοι και άνθρωποι γεμάτοι από αίματα, τότε ας φθάσετε έστω και τη λευκότητα του μαλλιού.     
   Πάντως καθαρισθείτε και φροντίζετε να καθαρίζεστε, επειδή με τίποτε άλλο δεν χαίρεται τόσο πολύ ο Θεός, όσο με τη διόρθωση και τη σωτηρία του ανθρώπου, για χάρη του οποίου έχουν λεχθεί τα πάντα και έχουν δοθεί όλα τα μυστήρια· για να γίνετε φωτεινά αστέρια για τον κόσμο και δύναμη ζωτική για τους άλλους ανθρώπους. Για να παρουσιασθείτε σαν τέλεια φώτα στο μεγάλο φως, και να μυηθείτε στη φωταγωγία που πηγάζει από εκεί, παίρνοντας φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Τριάδα, της οποίας σήμερα έχετε υποδεχτεί την μία αυγή από την μία θεότητα, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίον ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΘ΄, «Εις τα Άγια Φώτα», ΕΠΕ, τ. 5ος , σ.73-113 –αποσπάσματα.)

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ & ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ 12 ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ.
undefined
Ο όσιος Ευθύμιος διετέλεσε ηγούμενος κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνος της μονής Βατοπαιδίου σε μιά κρίσιμη περίοδο για την πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Αγίου Όρους. Μετά τη σύνοδο της Λυών το 1274, όπου υποστηρίχθηκε η ένωση των Εκκλησιών, οι λατινόφρονες απεσταλμένοι του αυτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου (1259-1282) και του πατριάρχου Ιωάννου ΙΑ΄ Βέκκου (1275-1282), θέλησαν να πείσουν τους Αγιορείτες μοναχούς για τα αιρετικά δόγματα. Τούτο συνέβη περί το 1279/1280. Δυστυχώς ορισμένοι ερευνητές αμφισβητούν τα γεγονότα και τα συγχίζουν με κατοπινά, αποδίδοντάς τα στους Καταλανούς.
Ο όσιος Ευθύμιος «εχόμενος στερρώς των ορθοδόξων παραδόσεων ήλεγξε τους λατινόφρονας». Γι’ αυτό, κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «δεθείς με άλυσιν, κατεποντίσθη υπ’ αυτών εν τη θαλάσση του Καλαμιτζίου». Κατά δε τον Μανουήλ Γεδεών, «Ευθύμιον δε τον ηγούμενον δήσαντες αλύσει πέραν της θαλάσσης εις το παραθαλάσσιον, Καλλαμίτζιον καλούμενον, επάνω υφά­λου πέτρας εάσαντες απεπνίγη ο αοίδιμος».
Οι δώδεκα ομόφρονες μαθητές και υποτακτικοί του γενναίου ηγουμένου τους είχαν κι αυτοί μαρτυρικό τέ­λος: Στη μονή Βατοπαιδίου οι «ασκούμενοι οσιώτατοι μοναχοί ουκ ενέδωκαν τη δειλία, ουδέ υπείξαν αλλ’ αντέστησαν γενναίως διελέγχοντες την αυτών παράνοιαν γραφιχαίς αποδείξεσι. Διό και τη ενστάσει αυτών αισχυθείς ο δυσεβής βασιλεύς, εκέλευσε πάντας αυτούς απαχθήναι εν γαιολόφω τινί έγγιστα που της Μονής, και ούτω διά της αγχόνης τον μακάριον υπέστησαν θάνατον οι μακά­ριοι ομολογηταί, απολαβόντες την μακαρίαν και αΐδιον ζωήν αντί της προσκαίρου· τα δε της Μονής πάντα, σκυλλεύσας και αφανίσας, ηρήμωσε, δώδεκα δε των ιερομονάχων λογίους, έξωθεν της μονής απηγχόνησεν… Και ούτως έλαβον πάντες ομού τον του μαρτυρίου στέφανον».
Για την ανθενωτική τους στάση, τους δώδεκα Βατοπαιδινούς πατέρες «έξω της μονής εν τω λόφω εκρέμασαν· έκτοτε και ο λόφος εκλήθη Φουρκοβούνι». Κατά δε τον Μέγα Συναξαριστή, όταν οι λατινόφρονες «ήλθον και εις την Μονήν του Βατοπαιδίου και αφού ουδέ εκεί έγιναν δεκτοί, ήρχισαν να κακοποιούν τους Μοναχούς, όσους συνέλαβον, διότι και πολλοί έφυγον. Συλλαβόντες δε εκεί τον προηγούμενον Άγιον Ευθύμιον και δώ­δεκα άλλους Μοναχούς, μετά διαφόρους κακώσεις και τυραννίας, τελευταίον απηγχόνισαν προς εκδίκησιν δήθεν της αληθείας την οποίαν έδειξαν εις το να μη ασπασθούν τα ξένα και αλλότρια δόγματα τα διά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν όλως απαράδεκτα».
Λεπτομερέστερη περιγραφή έχουμε σε κώδικα της μονής Βατοπαιδίου, όπου αναφέρεται πως μετά το μαρ­τύριο των Ιβηριτών πατέρων έχουμε το των Βατοπαιδινών: «Μετά ταύτα ήλθαν και εις το Βατοπαίδι και τα όμοια ηθέλησαν να κάμνουν. Ο δε ηγούμενος και οι συν αυτώ αδελφοί ήλεγξαν αυτών την αίρεσιν του τε βασιλέως και του πατριάρχου. Οι δε αιματοφάγοι εκείνοι λύκοι και όχι αμνοί επήραν τους μοναχούς έξω από το μοναστήρι και τους εκρέμασαν εις ένα βουνόν, το οποίον από τότες ωνομάσθη Φουρκοβούνι.΄
Τον δε ηγούμενον, Ευθύμιον το όνομά του, με άλλους ιβ’ ιερομονάχους λογίους, οι οποίοι τους έλεγξαν κατά πρόσωπον ανδρειωμένα, τους μεν ιερομονάχους εκρέμασαν, τον δε ηγούμενον δένοντές τον με άλυσον επήγαν και τον άφησαν εις μίαν πέτραν της θαλάσσης πέραν εις το Καλαμίτζι, όπου απέχει από το μοναστήρι ως τρία μίλια και εκεί επνίγη και ούτως έλαβε τον στέφανον της ομολογίας αυτού. Το δε εξώσκαλον εκείνο από τότες το ονόμασαν του ηγουμένου σκαμνί. Και του μοναστηρίου τα τίποτοις όλα όσα και αν ευρήκαν τα εσήκωσαν και το ερήμωσαν παντελώς. Και μετά ημέρας τινάς παύοντας εκείνη η ταραχή ευγήκαν οι μοναχοί από τον λόγγον, εκείνοι όπου επρόφθασαν προτήτερα και έφυγαν και εγλύτωσαν τον θάνατον. Εύρισκον των κοπέντων πρώην τα κορμία εις την γην ερριμένα ανεπιμέλητα και νεκρά και με πολλά δάκρυα και θρήνους τα έθαπταν λέγοντες και τον ψαλμόν, το, ο Θεός ήλθοσαν έθνη εις την κληρονομίαν και τα λοιπά. Θάπτοντες τον κάθε ένα εκεί όπου τον εύρισκον. Ταύτα μεν έγιναν τον Οκτώμβριον μήναν εις τους 6953 χρόνους και ούτως έγινε το τέλος».
Σε άλλο κώδικα της μονής αναφέρεται: «Έστωντας και να ευρίσκετο η τοιαύτη μονή ευτυχισμένη και παντοίων αγαθών πλουτισμένη… επί της βασιλείας Μιχαήλ Παλαιολόγου και πατριαρχούντος Ιωάννου του επιλεγομένου Βέκκου, οι οποίοι καταδυναστευόμενοι από τους Βουλγάρους επήγαν εις την Ιταλίαν, ζητούντες βοήθειαν. Εκείνοι δε τους εζήτησαν να ενωθούν με αυτούς εις την πίστιν αυτοί και εσυγκοινώνησαν και επήραν βοήθειαν περισσήν και γυρίζοντες να έλθουν εις την Πόλιν, ήλθον εις το Άγιον Όρος…». Ακολουθεί η παραπάνω περιγραφή, που μάλλον αντεγράφη από τον παρόντα κώδικα.
Νεότερος συγγραφέας αναφέρει: «Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου· Σταθμός αίματος και μαρτυρίου.
Όταν στην πρότασή τους να συνταχθούν όλοι οι Μοναχοί με την ένωση, αντιμετώπισαν έντονη την αντίδρασή τους, άρχισαν τα βασανιστήρια των πατέρων. Σώμα στρατιωτών δημίων, χωρίς καμιά αναστολή, επιδόθηκε σε ανήκουστα βασανιστήρια κατόπιν διαταγής. Για την ορθόδοξη πίστη το θεώρησαν τιμή τους να υποστούν το όποιο απάνθρωπο μαρτύριο. Και πιο μεγάλη τους τιμή, να χύσουν το αίμα τους για την Ορθοδοξία. Δώδεκα μοναχοί, γενναίοι ομολογητές, ήρωες και πρόμαχοι της Ορθοδοξίας, που αντιτάχθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα στην προ­δοσία της ανόθευτης διδασκαλίας του Χριστού μας».
Η μνήμη των αγίων ενδόξων οσιομαρτύρων τελείται στις 4 Ιανουαρίου. Ο Οσιομάρτυς Ευθύμιος υπάρχει σε τοιχογραφία του νάρθηκα του Καθολικού του 1819.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι, Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ.
Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι, καστανοχώρι στα δυτικά του Νομού με υγιεινό κλίμα, με όμορφα δάση, πλούσια νερά, φαράγγια και σπήλαια. Το χωριό αυτό έχει μια ιδιομορφία που δεν την συναντούμε συχνά: είναι χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές, οι οποίες πήραν και το όνομα τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί. Έτσι ο Άγιος μας γεννήθηκε στην γειτονιά των Κωστογιάννηδων. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε από το σπίτι του. Ο παππούς του που είχε αναλάβει να τον μεγαλώσει τον πήγε στα Χανιά να εργαστεί εκεί σ’ ένα κουρείο για να μάθει την δουλειά. Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό.
  Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγει τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.
 Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 μ.Χ. σε ηλικία 24 ετών.Στο λεπροκομείο της Χίου,που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου,όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής.Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947 μ.Χ.).
  Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραψε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Άγιου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζόμενων).
  Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Άγιου Άνθιμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο οποίος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φως του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τους Αποστόλους από στήθους.
  Το 1957 μ.Χ. έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
Εκεί,στον αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος,ο οποίος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν,αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνει όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη.Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο,στον οποίο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μοναχού Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Παραθέτομε μερικές μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν:
«Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία». «Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος». «Το πρόσωπο του, που ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο που έλεγε: Ας είναι δοξασμένο το άγιο Όνομα Του.
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964 μ.Χ., κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου. Λαμπρό παράδειγμα και πρότυπο για όλους μας ο βίος του Οσίου Νικηφόρου, ήταν ευάρεστος στο Θεό διότι υπέμεινε πολλά. Για το λόγο αυτό και έχουμε πολλές μαρτυρίες: ότι ο Άγιος μας είχε δεχθεί από το Πανάγιο Πνεύμα το χάρισμα της διορατικότητας καθώς και πλήθος άλλων χαρισμάτων. Χρειάζεται επίσης να σημειώσομε ότι πλείστα είναι τα θαύματα που είναι καταγραμμένα καθώς μέχρι και σήμερα ο άγιος δίδει απλόχερα βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα πολλά θαυμαστά που δεν θα έχουν έρθει στην επιφάνεια.
 «Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; ...με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).
ΑΥΡΙΟ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΜΑΣ
ΘΑ ΤΕΘΕΙ ΓΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΕΜΑΧΙΟΝ ΛΕΙΨΑΝΟΥ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ

ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.
Τα πρώτα χρόνια
Ο Άγιος Εφραίμ ο Μεγαλομάρτυς (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Μόρφης) γεννήθηκε την 14 Σεπτεμβρίου 1384, ανήμερα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού,στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Τέκνο πολύτεκνης οικογένειας, έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία, με αποτέλεσμα η μητέρα του να φέρει όλο το βάρος της ανατροφής του ιδίου και των επτά αδελφών του. Και αυτό το κατάφερε με αγώνα και μόχθο, ώστε τα παιδιά της να μείνουν πιστά στο δρόμο της αγάπης και του
Χριστού, άγοντας πνευματική και ενάρετη ζωή.
Το 1395 κατέλαβε τη Θεσσαλία ο Σουλτάνος Βαγιαζίτ Α΄ με τα στρατεύματά του, ο οποίος αποκαλείτο Κεραυνός για την αγριότητά του. Η σκληρή διοίκησή του επέβαλε  το παιδομάζωμα, ήτοι τη στρατολόγηση νέων αγοριών 14-18 ετών, ακόμα και μικρότερων, με σκοπό να δημιουργήσει ένα σώμα φανατικών Τούρκων, που θα στρεφόταν εναντίον των Ελλήνων.
Ο Κωνσταντίνος γίνεται Μοναχός
Μέσα σε αυτό το φοβερό κλίμα που επικρατούσε στη σκλαβωμένη Ελλάδα μόνη παρηγοριά στάθηκαν οι Εκκλησίες και οι Ιερές Μονές. Έτσι η μητέρα του Αγίου,προκειμένου να τον γλιτώσει από τη μανία του παιδομαζώματος, τον προέτρεψε να φύγει από τα Τρίκαλα και εκείνος, έχοντας μια κλίση προς τον εκκλησιαστικό βίο,θέλησε να πάει σε Μοναστήρι. Με λιγοστά τρόφιμα και διαρκή προσευχή ξεκίνησε το ταξίδι του νότια. Η Θεία Χάρη οδήγησε τα βήματά του στην ξακουστή ανδρική Σταυροπηγιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Αττική. Στην περιοχή αυτή, κοντά στη Νέα Μάκρη, από το 10ο και 11ο αιώνα υπήρχαν κελιά, καλύβες και ασκητήρια, όπου δεκάδες πιστοί Χριστιανοί ακολουθούσαν το δρόμο του Χριστού προς την αλήθεια και τη σωτηρία. Η τοποθεσία ονομάστηκε το «Όρος των Αμώμων», δηλαδή των «Καθαρών». Εκεί εισήλθε ο Άγιος ως Δόκιμος για κάποια χρόνια μέχρι να έρθει στην κατάλληλη ηλικία για να γίνει Μοναχός.
Το 1402 εκάρη Μοναχός με το όνομα Εφραίμ. Ασκήτεψε με υπακοή στο λόγο του Χριστού αποτελώντας παράδειγμα για τους μεγάλους Ασκητές και Πατέρες. Με ζήλο, ταπείνωση και σκληρούς αγώνες έγινε υπόδειγμα Μοναχού. Με την άδεια του Ηγουμένου είχε βρει μακριά από την Ιερά Μονή μια σπηλιά, όπου διαβιούσε με νηστεία, προσευχή και περισυλλογή. Με κατάνυξη αξιώθηκε και έλαβε το χάρισμα της Ιεροσύνης. Προσευχόταν από την ψυχή του «υπέρ του σύμπαντος κόσμου» και γονατισμένος μπροστά στο εικόνισμα της Μεγαλόχαρης παρακαλούσε αδιάκοπα για την προστασία και τη σωτηρία των αδελφών Χριστιανών που δοκιμάζονταν σκληρά.
Η καταστροφή του Μοναστηριού
Το 1424 οι Τούρκοι, μετά από μια σειρά βιαιοτήτων και λεηλασιών έφτασαν και στη Νέα Μάκρη. Ανέβηκαν στο Όρος των Αμώμων, πιστεύοντας ότι οι Χριστιανοί κρύβουν τους πολύτιμους θησαυρούς τους στα Μοναστήρια. Αφού λεηλάτησαν όλα τα κελιά και τα ασκητήρια έφτασαν στην Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Έσπασαν την πόρτα και όρμησαν εξαγριωμένοι στο Μοναστήρι. Απαίτησαν από τους Μοναχούς να τους παραδώσουν τους θησαυρούς, όμως μη βρίσκοντας αυτό που περίμεναν, ξέσπασαν την οργή τους στους Μοναχούς, μεταξύ αυτών τον Ηγούμενο και τους έσφαξαν όλους. Ο μόνος που γλίτωσε από τη Μοναστική κοινότητα ήταν ο Ιερομόναχος Εφραίμ, που έλειπε εκείνη την ημέρα στη σπηλιά του.
Το μαρτυτικό τέλος του Αγίου
Όταν επέστρεψε στην Ιερά Μονή αντίκρισε έκπληκτος την καταστροφή. Αφού θρήνησε τους μάρτυρες, προχώρησε στην ταφή τους και κατόπιν επέστρεψε στο κελί του.
Πήγαινε στην έρημη πλέον Ιερά Μονή μόνο για να τελέσει κατά τις μεγάλες εορτές τη Θεία Λειτουργία, να υπηρετήσει το Ιερό Θυσιαστήριο και να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων. Αντιμετώπιζε δυσκολίες για τη διαβίωσή του και τρεφόταν μόνο με χόρτα, ελιές και σύκα που εύρισκε στο δάσος.
Μετά από πολλούς μήνες οι Τούρκοι επέστρεψαν πάλι στο Όρος των Αμώμων, συνεχίζοντας τις λεηλασίες. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1425, ο Μοναχός Εφραίμ κατέβηκε από
τη σπηλιά του στο Μοναστήρι για να τελέσει τη Λειτουργία στη μεγάλη εορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. Οι Τούρκοι, μόλις τον βρήκαν, τον κτύπησαν και τον βασάνισαν.
Ζητούσαν με οργή να μάθουν πού είναι κρυμμένοι οι θησαυροί, όμως ο Μοναχός τους απαντούσε ότι εκεί υπήρχαν μόνο πνευματικοί θησαυροί και προσευχόμενος διαρκώς τους έλεγε: «Δεν φοβάμαι ούτε τα μαρτύρια, ούτε το θάνατο. Καμιά δύναμη δε θα με κάνει να αρνηθώ την Πίστη μου στον Πανάγαθο Θεό».
Ήταν ανήμερα των γενεθλίων του, έκλεινε τα σαράντα ένα του χρόνια, όταν άρχισαν τα φρικτά βασανιστήρια. Καθημερινά τον ξυλοκοπούσαν και τον υπέβαλαν σε οδυνηρούς σωματικούς πόνους. Με αστείρευτη υπομονή δεχόταν ο Μεγαλομάρτυρας τις κακοποιήσεις, προσευχόμενος συνεχώς στο Θεό να του δίνει δύναμη. Το μαρτύριό του κράτησε οκτώμισυ μήνες ακλόνητος στην Πίστη του. Οι Τούρκοι των κρέμασαν ανάποδα σε μια μουριά, που υπάρχει σήμερα στο προαύλιο της Ιεράς Μονής και συνέχιζαν να τον βασανίζουν εξαγριωμένοι. Με μεγάλα καρφιά στα πόδια και το κεφάλι, κάρφωσαν το σώμα του στον κορμό του δέντρου και δεν σταμάτησαν εκεί. Ήταν 5 Μαΐου του 1426, πρωινό Τρίτης, όταν πήραν ένα μυτερό σκληρό ξύλο και αφού του έβαλαν φωτιά, κατατρύπησαν με αυτό το χιλιοβασανισμένο σώμα του, δίνοντας τέλος στο μαρτύριό του.
 Ήταν ανήμερα τις εορτής της Αγίας Ειρήνης, που ειρήνευσε η ψυχή του, παραδομένη στον Κύριο Ιησού Χριστό, λαμβάνοντας ως έπαθλο το αμάραντο στεφάνι του Αγίου και Μεγαλομάρτυρα.
Η φανέρωση του Αγίου
Χρειάστηκαν 524 ολόκληρα χρόνια από το μαρτυρικό του θάνατο μέχρι να φανερωθεί. Με μια σειρά γεγονότων όπως οράματα, σημάδια του Θεού και εμφανίσεις του ίδιου του Αγίου, βρέθηκαν στις 3 Ιανουαρίου 1950 τα Ιερά του Λείψανα και έγινε σταδιακά γνωστή η ζωή του. Χιλιάδες πιστοί κατακλύζουν κάθε χρόνο τη Νέα Μάκρη, ελπίζοντας σε ίαση ψυχική, σωματική και πνευματική. Εκεί η Ηγουμένη Μακαρία και οι Μοναχές της, με πολλή ευσέβεια δέχονται τους επισκέπτες στην Ιερά Μονή, όπου φυλάσσονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Εφραίμ.
Η Ηγουμένη ήταν εκείνη που είχε την αξίωση να βρει το Άγιο σκήνωμα, όταν ήτα νεαρή. Η Θεία Πρόνοια την είχε οδηγήσει το 1945 στα ερείπια του Μοναστηριού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Βλέποντας το ερημωμένο Μοναστήρι αποφάσισε να μείνει εκεί και να προσπαθήσει σταδιακά να αναστηλώσει την παλαιά Μονή. Καθώς εργαζόταν στο προαύλιο άκουσε μια απόκοσμη βαθιά φωνή να λέει: «Σκάψε εκεί και θα βρεις». Η Μοναχή φώναξε έναν εργάτη και του ζήτησε να σκάψει στο συγκεκριμένο σημείο της αυλής. Εκεί υπήρχε ένας μισογκρεμισμένος τοίχος, ένα μέρος που έμοιαζε με παλαιό κελί Μοναχού. Σκάβοντας ανακάλυψε ο εργάτης ένα κρανίο, που εξέπεμπε γλυκιά ευωδία.
 Η Μοναχή κατάλαβε ότι βρήκαν το λείψανο κάποιου Αγίου και το ασπάστηκε ευλαβικά. Κατόπιν βρήκε ολόκληρο το σκήνωμα του Αγίου. Τα πήρε και τα τοποθέτησε σε μια θυρίδα.
Το βράδυ που βρισκόταν στην παλαιά Εκκλησία άκουσε βήματα από την πλευρά που είχε βρεθεί ο τάφος, να διασχίζουν την αυλή και να κατευθύνονται προς την Εκκλησία.
Την κυρίευσε φόβο και ξαφνικά άκουσε μια φωνή να της λέει: «Μέχρι πότε θα με αφήσεις εκεί πέρα; Και ποιος μου έβαλε το κεφάλι έτσι…»
Στράφηκε προς τη φωνή και τον είδε να στέκεται στην πόρτα. Ήταν ψηλός, αδύνατος, πολύ μελαχρινός, με μικρά στρογγυλά μάτια που είχαν ρυτίδες στις άκρες, γενειάδα που έφτανε ως το στήθος του και φορούσε ράσο. Με το δεξί του χέρι την ευλογούσε, ενώ από το αριστερό έβγαινε ένα φως απόκοσμο. Αγαλλίασε η ψυχή της μπροστά στη μορφή του και με θάρρος του απάντησε: «Συγχώρησέ με. Μόλις ξημερώσει με το καλό, θα τα φροντίσω όλα».
Πράγματι το πρωί η Μοναχή πήρε τα οστά, τα καθάρισε προσεκτικά από το χώμα, τα έβαλε σε μια θυρίδα στο Ιερό της Εκκλησίας και τους άναψε κι ένα καντηλάκι. Την ίδια νύχτα
είδε στο όνειρό του τον ίδιο Μοναχό. Κρατούσε στην αγκαλιά του μια εικόνα του, φτιαγμένη από ασήμι. Δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι. Η Μοναχή πλησίασε, άναψε μια λαμπάδα και άκουσε τη φωνή του: «Σε ευχαριστώ πολύ. Το όνομά μου είναι Εφραίμ».
  Με διάφορες οπτασίες και οράματα, ο Άγιος Εφραίμ φανέρωνε στις αδελφές του Μοναστηριού την ιστορία της ζωής του. Η Μοναχή Μακαρία αφηγείται: Ένα μεσημέρι λαγοκοιμόταν από την κούραση. Ξαφνικά βλέπει: «Μια ιερή πομπή να πλησιάζει προς το κελί της, ψάλλοντας ύμνους. Έφτασαν μέσα στο κελί, πήραν το σώμα του Αγίου που το κουβαλούσαν στους ώμους τους και το απόθεσαν στην αγκαλιά της. Οι ιερείς ξεκίνησαν να κάνουν την κηδεία και όλοι μαζί βρέθηκαν μέσα σε μια Βυζαντινή Εκκλησία, με περίτεχνο διάκοσμο, αφιερωμένη στον Άγιο».
  Ένα μικρό κοριτσάκι που ζούσε στο ίδρυμα της Μονής μαζί με τη γιαγιά του, ένα βράδυ που ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, είδε τον Άγιο να το πλησιάζει. Εκείνος το είδε φοβισμένο, του χάιδεψε το κεφάλι και του είπε: «Μη με φοβάσαι παιδί μου. Είναι ο Άγιος Εφραίμ».
  Η γιαγιά του κοριτσιού ένα βράδυ αργά άκουσε κάποιον να στέκεται έξω από την πόρτα του θαλάμου. Πιστεύοντας πως ήταν η αδελφή Μακαρία της φώναξε. Ξαφνικά μια λάμψη φώτισε όλη την περιοχή του Μοναστηριού. Μέσα από το φως εμφανίστηκε ο Άγιος. Κρατούσε στα χέρια του μια μικρή Βυζαντινή Εκκλησία, που είχε τέσσερις τρούλους στις άκρες κι έναν μεγάλο στο κέντρο με ένα φωτεινό Σταυρό. Αμέσως η γιαγιά γονάτισε μπροστά του και ο Άγιος της μίλησε: «Είμαι ο Μεγαλομάρτυρας Εφραίμ. Γεννήθηκα 14 Σεπτεμβρίου, ανήμερα του Σταυρού και πάλι 14 Σεπτεμβρίου ημέρα του Σταυρού,άρχισε το μαρτύριό μου. Να πεις στην αδελφή Μακαρία,πως θέλω να μου φτιάξει ένα τέτοιο προσκυνητάρι,στη στροφή του δρόμου,εκεί που καθόμουν και ξεκουραζόμουν ».Πράγματι οι Μοναχές έφτιαξαν το προσκυνητάρι, ένα κομψοτέχνημα, μικρογραφία Βυζαντινής Εκκλησίας.
 Είναι αναρίθμητες οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις και τα θαύματα του Αγίου Εφραίμ. Ένα από αυτά αφορά την Εκκλησία του. Όταν έφτασε η ευλογημένη ώρα, που αξίωσε ο Κύριος,
να χτιστεί ο Ναός του Αγίου, βρέθηκε από Θεία Πρόνοια, παλιά πέτρα που στόλιζε άλλοτε ένα οικοδόμημα στην Αθήνα. Η Ηγουμένη Μακαρία αναρωτιόταν, πού ακριβώς θα ήθελε ο Άγιος να χτιστεί η Εκκλησία του. Φτάνει τότε μια προσκυνήτρια στο Μοναστήρι και της λέει: «Είδα στο όνειρό μου τον Άγιο Εφραίμ και μου είπε: «Να πας να πεις στη Γερόντισσα, ότι τον τάφο μου τον θέλω μέσα στην Εκκλησία μου».
Πεντέμισι αιώνες φύλαγε η γη, σαν πολύτιμο θησαυρό στους κόλπους της τον Άγιο Εφραίμ, μέχρι που ο πολυεύσπλαχνος Θεός μας τον φανέρωσε, για να τον έχουμε βοηθό και οδηγό στις δύσκολες μέρες που ζούμε. Ας αναγνωρίσουμε όλοι μας τη δύναμη της πίστης και της προσευχής και ας προστρέχουμε σε Αυτόν, με ταπεινή καρδιά, παρακαλώντας Τον να μας ελεήσει. Και όλοι μαζί, ας ζητήσουμε από Αυτόν τον Άγιο του Θεού Εφραίμ, να είναι πάντα δίπλα μας, να μας φωτίζει, να μας στηρίζει και να μας καθοδηγεί.
 
 

ΒΙΟΣ ΟΣΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ
ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ.

Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κουρσκ της Ρωσίας στις 19 Ιουλίου 1759 μ.Χ. και ονομάσθηκε Πρόχορος. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα αναλάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών και σπιτιών. Κάποτε άρχισε να χτίζει στο Κουρσκ ένα ναό προς τιμήν του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ, του Θαυματουργού, αλλά ξαφνικά το 1762 μ.Χ., πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων του και ιδίως την ευσέβειά τους.
  Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μια μέρα να γίνεται λιτανεία και να περνά έξω από την οικία του μικρού άρρωστου παιδιού, η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Τη στιγμή εκείνη έπιασε δυνατή βροχή. Η λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην αυλή της οικίας του Προχόρου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη, κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.
  Νέος εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Κουρσκ, και έρχεται να μονάσει στη μονή του Σάρωφ. Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχός διαρκεί οκτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου του 1786 μ.Χ. κείρεται Μοναχός με το όνομα Σεραφείμ. Σε δύο μήνες χειροτονείται Διάκονος.
  Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική ζωή «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν». Ως Διάκονος παραμένει όλη την ημέρα στο Μοναστήρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελί, όπου διέρχεται τις νυκτερινές ώρες με προσευχή, και πολύ πρωί επιστρέφει πάλι στο μοναστήρι.
  Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 μ.Χ. χειροτονείται Ιερεύς και αποδύεται με μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον Πνευματικό αγώνα. Τώρα πλέον δεν τον ικανοποιεί ο βαρύς για τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία του Ηγουμένου, τη Μονή και αποσύρεται μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ. Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται του παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ».
  Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη Μονή του Σάρωφ και κλείνεται σαν σε μνήμα στην απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος από την Θεία Χάρη και αξιώνεται να ζήσει Πνευματικές αναβάσεις και αν δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον, του ελάχιστου αδελφού. Με την αυστηρή ασκητική ζωή του και την φωτεινή μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα στην θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να λάβουν την ευλογία του και την Πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!».
 Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».
  Την 1η Ιανουαρίου 1833 μ.Χ., ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μὴν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ο Μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι....», «Φωτίζου, φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ....», «Ὤ, Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ....».
  Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833 μ.Χ. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.
  Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990 μ.Χ., στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 μ.Χ. επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑΣ.

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ & Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑΣ
Κατά παράδοσιν ότε εν τη Βασιλευούσι αυτοκράτωρ ήτο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης εξεστράτευσε κατά των Αβάρων στην Μικρά Ασία. Περνώντας την Καισαρεία εστάθμευσεν με τα στρατεύματά του και έστειλε τον αγγελιοφόρο του να ζητήσει ψωμί από τον Επίσκοπο, που ήταν ο παλαιός συμμαθητής του Βασίλειος.Εκείνος του έστειλε δύο κριθαρένια ψωμιά και μια Καινή Διαθήκη. Ο αγγελιοφόρος τα πήγε στον Αυτοκράτορα Ιουλιανό και εκείνος μόλις είδε ότι τα ψωμιά ήταν κριθαρένια τα επέστρεψε συνοδά με δύο δέματα σανό.
   Ο Βασίλειος αφού τα δέχθηκε είπε στον αγγελιοφόρο του Ιουλιανού: «Πες του Αυτοκράτορός μας, ότι εγώ από αυτά που τρώγω του έστειλα, φαίνεται ότι και αυτός έκανε το ίδιο, δηλαδή από αυτό που τρώει μου έστειλε… Πάντως τον ευχαριστώ».Όσον δε διά το βιβλίο της Καινής Διαθήκης και αυτό ο Ιουλιανός το επέστρεψε γράφων: «ανέγνων – κατέγνων». Ο Βασίλειος διά του αγγελιοφόρου και πάλι του το έστειλε γράφων: «ανέγνως ούκ έγνως, ή έγνως ου κατέγνως», δηλαδή το διάβασες αλλά δεν το κατάλαβες,διότι αν το καταλάβαινες δεν θα το απέρριπτες.
 Τότε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης εθύμωσε σφόδρα και ήθελε να καταστρέψει την Καισάρεια, αλλά επειδή είχε ανοικτό μέτωπο με τους Αβάρους, είπε στην επιστροφή θα τους καταστρέψω.
   Ο Επίσκοπος Βασίλειος γνωρίζοντας την φιλοχρηματία του Ιουλιανού ενημέρωσε το ποίμνιό του και απεφάσισαν να συγκεντρώσουν όλα τα τιμαλφή που είχαν για να τα προσφέρουν στον Αυτοκράτορα και να γλυτώσουν την καταστροφή.
  Όμως (άλλα άνθρωπος βούλεται και άλλα ο Θεός κελεύει). Ο θάνατος του Αυτοκράτορα απήλλαξε την ταλαιπωρία των Χριστιανών.
  Τότε ο Βασίλειος -επειδή ήταν αδύνατο να επιστρέψει στον καθένα το δικό του χρυσαφικό.Προσευχήθηκε και ο Θεός τον φώτισε τι να κάνει.
Κάλεσε τους διακόνους και τους βοηθούς του και τους είπε να ζυμώσουν ψωμάκια, και να βάλουν από ένα χρυσαφικό μέσα και να πάρει ο καθένας από ένα ψωμί με το περιεχόμενό του και συμφώνησαν.
  Ω του θαύματος! Ο καθένας πήρε το δικό του χρυσαφικό και τούτο αποδόθηκε στην χάρη του Θεού.
 Έτσι επικράτησε η πίττα του Άη-Βασίλη ή που ήταν  ένα ξεχωριστό ψωμάκι, η βασιλόπιτα.Έφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία μαζί.
 Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα,την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου.