
Αργότερα ίδρυσε στην Κράινα της Βουλγαρίας δυο μοναστήρια κατά το πρότυπο των αγιορειτικών και βοήθησε έτσι την εξάπλωση του αγιορειτικού ασκητισμού στην Βουλγαρία. Έζησε λίγο καιρό κοντά στον άγιο Βασιλέα των Σέρβων Λάζαρο και από εκεί εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία το 1364.
Στις παραδουνάβιες χώρες συνέχισε, με τη βοήθεια των ηγεμόνων Βλαΐκου και Ράδου, την ίδρυση των μονών Βοντίτσα (1374) και Τισμάνα (1377) (φωτ.), της οποίας υπήρξε ηγούμενος. Οι μονές λειτουργούσαν με το αγιορειτικό τυπικό του Αγίου Αθανασίου. Κατά παράδοση ίδρυσε και τις μονές Βράτνα και Μοναστηρίτσα στα νότια του Δούναβη, Πρίσλοπ στα βόρεια των Καρπαθίων, Γκούρα, Μοτρούλουϊ και Ίλοβατς. Μαθητές του ίδρυσαν, στα τέλη του 14ου αιώνα, τη μονή Νεάμτς και άλλες.
Έγραψε το 1404/5 ευαγγελιστάριο στα σλαβωνικά και αλληλογραφούσε επί θεολογικών θεμάτων με τον άγιο Ευθύμιο, πατριάρχη Τυρνόβου.
Στα τελευταία του έτη αποτραβήχτηκε σ' ένα σπήλαιο. Η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή του ήταν ακατάπαυστο έργο. Κάθε Κυριακή κατέβαινε στη μονή του να λειτουργήσει, να θεραπεύσει τους ασθενείς, να διδάξει τους μοναχούς και να παρηγορήσει τον λαό. Απ' όλη τη Ρουμανία έρχονταν ασθενείς στον θαυματουργό άγιο. Μερικοί θεραπεύονταν μόλις έφταναν στην Τισμάνα κι άλλοι αγγίζοντας τα ράσα του ή λαμβάνοντας την ευλογία του. Μεταξύ των ιαθέντων συγκαταλέγεται και η επιληπτική κόρη του ηγεμόνος Σιγισμούνδου.Ο όσιος Νικόδημος υπήρξε κεντρική μορφή για τη μετάδοση του ησυχασμού στη Ρουμανία και άξιος πνευματικός εργάτης της σωτηρίας όλων των βαλκανικών λαών. Με τους βυζαντινοαγιορειτικούς και την παιδεία του έγινε ο άνθρωπος που συνέδεσε τις μονές της Ανατολικής Ευρώπης στα τέλη του Μεσαίωνα.
Ο σλαβικός κόσμος τον επονομάζει Γραικό και ο ρουμανικός λαός τον τιμά ιδιαίτερα ως διδάσκαλό του και τη μνήμη του εορτάζει με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια. Υπήρξε διδάσκαλος της νοεράς προσευχής, βαθύς θεολόγος και πνευματικός πατήρ πολλών. Το μοναστήρι της Τισμάνα το κατέστησε περίφημο κέντρο καλλιγραφίας, αντιγραφής εκκλησιαστικών βιβλίων και μεταφράσεων, με φωτισμένους μοναχούς, και σύντομα έγινε ξακουστό σε όλα τα Βαλκάνια. Από εκεί ο όσιος διατηρούσε αλληλογραφία με Μονές του Αγίου Όρους, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.

Τιμάται στις 26 Δεκεμβρίου και στις 13 Ιουλίου.
Ιερομάρτυς Κωνστάντιος
ο Ρώσος (+1742)

Κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο ήλθε στο Άγιον Όρος και μόνασε στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ύστερα από προσκύνημά του στα Ιεροσόλυμα επέστρεψε στη Μ. Λαύρα και συνεδέθη μετά του επισκόπου πρώην Άρτης Νεοφύτου και του βιογράφου του παπα-Ιωνά Καυσοκαλυβίτη. Όταν έγινε ειρήνη, πήγε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, ως εφημέριος στην ίδια πρεσβεία. Ζούσε απολαμβάνοντας πολλές τιμές, λόγω του παραδειγματικού του ύφους. Μετά από προστριβές με τον πρέσβη, για άγνωστη αιτία, παρουσιάστηκε μπροστά στον σουλτάνο και αρνήθηκε τον Χριστό.
Δεν άργησε να καταλάβει το μέγεθος της μεγάλης του πτώσεως. Μετανόησε και έκλαψε πικρά γι αυτή. Πήγε, τότε, εκεί που αρνήθηκε τον Χριστό και τον ομολόγησε Θεό αληθινό με θάρρος και όλη τη δύναμη της ψυχής του. Οι Τούρκοι αμέσως τον έπιασαν και τον αποκεφάλισαν μπροστά στο ανάκτορο του σουλτάνου.
Το υπόμνημα για τον ιερομάρτυρα Κωνστάντιο το συνέταξε ο καλός του φίλοε παπα-Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης και περιλαμβάνεται στο Νέο Μαρτυρολόγιο. Από εκεί λαμβάνουν στοιχεία και όλοι οι νεώτεροι συναξαριογράφοι.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου,
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου