ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ.
• Τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο ὁ π. Ἰάκωβος τακτικά τόν ἐπισκεπτόταν, κυρίως πηγαίνοντας γιά τήν Ἀθήνα, γιά τούς γιατρούς, πού τόν παρακολουθοῦσαν.
Κάποτε πῆγα, ἔλεγε ὁ Γέροντας, καί βλέπω τόν Ἅγιο ζωντανό μέσα στή λάρνακά του.Τοῦ λέω:
-Ἅγιε μου, πῶς περνοῦσες στή Μικρά Ἀσία, τί ἀρετές εἶχες καί ἁγίασες;
Ὁ Ἅγιος μοῦ ἀπάντησε:
Μέσα στή σπηλιά, πού ἦταν στάβλος, κοιμόμουνα καί μέ τά ἄχυρα σκεπαζόμουνα τόν χειμώνα γιά νά μήν κρυώνω.
Εἶχα καί τήν ταπείνωση καί τήν πίστη.
• Σέ λίγο μοῦ λέει:
Περίμενε, πάτερ Ἰάκωβε, γιατί ἦρθαν τώρα δύο ἄνθρωποι καί με παρακαλοῦν για ἕνα παιδί ἄρρωστο. Περίμενε νά πάω νά βοηθήσω.
Ξαφνικά ἄδειασε ἡ λάρνακα, γιατί ὁ Ἅγιος ἔφυγε. Σέ λίγη ὥρα ξαναγύρισε. Δεν τόν εἶδα, πῶς γύρισε, ἀλλά τόν εἶδα νά τακτοποιεῖται μέσα στή λάρνακά του σαν ἕνας ἄνθρωπος.
• Στίς 15 Ἰουλίου 1990, ἡμέρα Κυριακή, τό πρωΐ, μόλις ὁ π. Ἰάκωβος κατέβηκε ἀπό τό κελλί του στόν Ναό γιά τή Θεία Λειτουργία, περιέγραφε μέσα στό ἱερό μέ πρόσωπο ἐκστατικό σέ Πατέρες τῆς Μονῆς του ὅσα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος «πνευματικό τῷ τρόπῳ» τοῦ εἶχε πεῖ τή νύχτα πού πέρασε –«ὁ Θεός οἶδε»– ἐμπρός στήν ἱερά λάρνακα μέ τό ἀδιαλώβητο σκῆνος του στόν Ναό του στό Προκόπι.
Νομίζουν πώς κοιμᾶμαι, πώς εἶμαι πεθαμένος, καί δέν ὑπολογίζουν οἱ Χριστιανοί.Ἐγώ ὅμως εἶμαι ζωντανός.Τούς πάντες βλέπω. Τό σῶμα μου εἶναι μέσα, ἀλλά ἐγώ ἐξέρχομαι πολλές φορές ἀπό τή λάρνακά μου.Τρέχω ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους γιά νά τούς βοηθήσω.
Πολύς ὁ πόνος. Αὐτοί δέν μέ βλέπουν.Ἐγώ τούς βλέπω καί τούς ἀκούω, τί λένε.Καί πάλι μπαίνω στή λάρνακά μου. Ἀλλά, ἄκουσε, πάτερ μου, νά σοῦ πῶ. Πολλή ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο, πολλή ἡ ἀσέβεια καί πολλή ἡ ἀπιστία.
Γιατί τά λές αὐτά, Ἅγιέ μου; Τοῦ ἀπάντησα. Δέ βλέπες πόσος κόσμος ἔρχεται στη χάρη σου καί σέ προσκυνᾶ;
Πολλοί ἔρχονται, πάτερ Ἰάκωβε, ἀλλά λίγα εἶναι τά τέκνα μου, πρόσθεσε ὁ Ὅσιος [αὐτοί, δηλαδή, πού εἶναι πραγματικά εὐλαβεῖς].
Ἀπό τό μπλόγκ ahdoni.blogspot.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου