ΧΑΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΙΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΤΟΝ ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΣΜΟ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


ΠΙΣΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΓΙ'ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙἈΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!!!!!!!!


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΘΕΛΕΙ ΟΧΙ Ν΄ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ,ΑΛΛΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟ ΤΟ ΦΡΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΙΣΤΗ.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ







ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ;


1.Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

2.Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ;

3.Ο ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ;

4.ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ;






ΑΡΑΓΕ ΠΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;



ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Α) ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Β)ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Γ)ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ




















Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΛΗΠΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ.
Γεννήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας περί το 1250. Έλαβε πολύ καλή μόρφωση. Νωρίς εγκατέλειψε τη σύζυγό του και αποσύρθηκε στην αθωνική ησυχία. Η συνάντηση του με τον ησυχαστή Νικηφόρο είχε βαθειά επίδραση πάνω του, καθώς και με τον άγιο Αθανάσιο Κωνσταντινουπόλεως. Έζησε για ένα διάστημα στη μονή Εσφιγμένου. Η επίσκεψη του στην Κωνσταντινούπολη και ο έλεγχος του για τη θρησκευτική πολιτική του Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου αποτέλεσμα είχε να ριχθεί στις φυλακές. Μετά την αποφυλάκιση του επιστρέφει στην πατρίδα του και η όσιακή βιοτή του τον κάνει πνευματικό πατέρα όλης της πόλεως.
Περί το 1324 εκλέγεται μητροπολίτης Φιλαδέλφειας και ποιμαίνει την επαρχία του επί τέσσερις δεκαετίες με μόνο οδηγό τον νόμο του Θεού. Οι επιστολές και ομιλίες του που σώζονται το φανερώνουν. Κατά την εκδημία του εκτυλίχθηκαν συγκινητικές σκηνές από τον πιστό λαό, που είχε ευεργετηθεί από τον επίσκοπο του και τον υπεραγαπούσε.
Υπήρξε σύμβουλος καλός ισχυρών αυτοκρατόρων. Με την πλούσια συγγραφική του δράση επηρέασε σημαντικά τη θρησκευτική ζωή του καιρού του. Θεωρείται πρόδρομος της θεολογικής αναγεννήσεως του 14ου αιώνα. Ένας ασκητής, νηπτικός και ησυχαστής επίσκοπος. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον είχε πρώτο πνευματικό του διδάσκαλο και αυτός αποφάσισε για την κλίση του.
Ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο εγκώμιο των Αγιορειτών Πατέρων τον υμνεί ως «όσιον», «θεόσοφον» και «υψίνουν». Πρόκειται για προσωπικότητα υψηλού κύρους και μεγάλης πνευματικότητος και αξίας. Βιογράφος του είναι ο Νικηφόρος Χούμνος.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ & ΚΤΙΤΟΡΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΕΝ ΤΩ ΑΘΩ,ΕΚ ΚΟΡΗΣΣΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ & ΤΟΥ ΣΥΝΑΣΚΗΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΔΟΜΕΤΙΟΥ.
Γεννήθηκε το 1316 στην Κορησό της Καστοριάς. Από μικρός πόθησε το μοναχικό σχήμα και μόλις «εφύη το γένειόν του» αναχώρησε για τον Άθωνα και υποτάχθηκε στον κατά σάρκα αδελφό του, τον άγιο Θεοδόσιο, που ήταν ηγούμενος στη μονή Φιλόθεου. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς, συμπλήρωσε τις γραμματικές του γνώσεις και έλαμπε σε όλη την αδελφότητα για τις αρετές του.
Ο πόθος της ησυχίας τον απομακρύνει από τη μονή του και τον φέρνει σε ένα σπήλαιο της νότιας πλευράς του Όρους, που λέγεται Μικρός Άθωνας. Εκεί έζησε ο τρισόλβιος με υπερθαύμαστη άσκηση δίχως να γευθεί τίποτε το μαγειρευμένο επί μία τριετία (1347-1350). Η φήμη της ισάγγελης βιοτής του έφερε πολλούς φιλάρετους πλησίον του. Σε όλους έγινε υπόδειγμα και παράδειγμα, πηγή ωφελείας. Η διάκριση του βοήθησε και πολλούς κοσμικούς που έρχονταν προς εξομολόγηση.
Αγρυπνώντας, είδε θείο όραμα -«θεία τις δύναμις ως καιομένη λαμπάς αυτώ καθωράτο»- και αποφάσισε την ίδρυση μονής. Για τον λόγο αυτό πήγε να συναντήσει τον αδελφό του Θεοδόσιο, που είχε γίνει μητροπολίτης Τραπεζούντος, και μαζί πήγαν στον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ τον Κομνηνό. Ο αυτοκράτορας τους υποδέχθηκε με τιμές και ευχαρίστως έδωσε χρήματα, εκδίδοντας χρυσόβουλλο για τη νέα μονή (1375), με μόνη απαίτηση τη μνημόνευση του ονόματος του. Κτίσθηκε το 1380 και αφιερώθηκε στον Τίμιο Πρόδρομο, σήμερα είναι όμως γνωστή με το όνομα του κτήτορός της. Μετά από καταστροφή πειρατών, ο Διονύσιος ξαναπηγαίνει στην Τραπεζούντα για τρίτη φορά για νέες ενισχύσεις. Εκεί τον βρήκε ο θάνατος, τον όποιο είχε προγνωρίσει. Το λείψανο του τέλεσε πολλά θαύματα.
Στη μονή του οσίου, που αναδείχθηκαν αρκετοί άγιοι, βρίσκεται το αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο και η εικόνα της Θεοτόκου του Ακάθιστου, που έδωσε ο αυτοκράτορας Αλέξιος στον όσιο. Κατά την παράδοση, ενώπιον της λεγόταν ο Ακάθιστος Ύμνος.
Τον βίο του οσίου έγραψε ο ιερομόναχος Μητροφάνης. Ακολουθία του υπάρχει σε κώδικα της μονής του. Νεώτερη συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Ναός του υπάρχει στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιουνίου, την επόμενη της εορτής της Μονής, του Γενεσίου του Τιμίου Προδρόμου. Η κοίμηση του όμως έγινε στις 25 Φεβρουαρίου. 
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΔΟΜΕΤΙΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗ.
Ο «διορατικώτατος και πνευματοφόρος ανήρ», ιερομόναχος όσιος Δομέτιος, κατοικούσε στα Βουλευτήρια και υπήρξε σύμβουλος, φίλος και συνασκητής του οσίου Διονυσίου, του κτήτορος της μονής του Τιμίου Προδρόμου (+1375). Είδε και αυτός το θείο όραμα, από τον Αντιάθωνα που κατόπιν ασκήτευε, λαμπάδα αναμμένη όλη τη νύχτα πάνω στον βράχο, όπου σήμερα η μονή, και είπε προφητικά στον Διονύσιο: «Θεού εστι βουλή σεμνόν γενέσθαι και ιερόν μοναστών καταγώγιον. Πολλοί γαρ ενταύθα Κυρίω ευαρεστούντες έσονται ...».
Πριν την αναχώρησή του, ο όσιος Διονύσιος παρέδωσε την ποίμνη του στον άξιο Δομέτιο. Χρημάτισε ηγούμενος της μονής επί δεκαπενταετία (1390-1405) και έγινε παρήγορος πατήρ και καλός οδηγός των μοναχών του. Εκοιμήθη εν ειρήνη σε μεγάλη ηλικία.
Στοιχεία του βίου του λαμβάνονται από το συναξάρι του οσίου Διονυσίου. Το σπήλαιο των αγώνων του σώζεται στα όρια της μονής του Αγίου Παύλου. Πλήρη ακολουθία συνέταξε ο Χ.Μ. Μπούσιας.
               Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΤΟΥ ΠΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΟΛΛΥΒΑ.
Γεννήθηκε στο χωριό Κώστος της Πάρου το 1721 από ευκατάστατους γονείς. Ο πατέρας του Απόστολος Τούλιος καταγόταν από τη Σίφνο και είχε άλλα τρία παιδιά. Στο νησί του έμαθε τα πρώτα γράμματα από ρασοφόρους των εκεί μονών. Η Πάρος του έδωσε το επίθετό του.
Το 1745 μεταβαίνει για σπουδές στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου παραμένει επί εξαετία. Τότε δίδασκαν εκεί οι γνωστοί παραδοσιακοί δάσκαλοι Ιερόθεος Δενδρινός ο Ιθακήσιος και Χρύσανθος Καραβίας, οι οποίοι τον επηρέασαν αρκετά στην υγιή εντρύφηση του κάλλους της Ορθοδόξου Παραδόσεως.
Το 1751 έφθασε στο Άγιον Όρος, στην επίσης ξακουστή Αθωνιάδα Σχολή, που είχε ιδρύσει πλησίον της μεγάλης και πλούσιας μονής του ο αρχιμανδρίτης Μελέτιος Βατοπαιδινός, με καθηγητή του τον πολύ Ευγένιο Βούλγαρη και συμμαθητή του τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Η εξάχρονη φοίτηση του Αθανασίου στην Αθωνιάδα ήταν γόνιμη και τον βοήθησε πολύ στην κατοπινή του πορεία. Σε αυτό συνέβαλε ιδιαίτερα η μαθητεία του στον Βούλγαρη.
Το 1758 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Σχολής του Ελληνομουσείου της Θεσσαλονίκης επί διετία. Η εκεί καταστρεπτική ασθένεια της πανώλης τον αναγκάζει ν' αναχωρήσει για την Κέρκυρα και να μαθητεύσει ξανά στον Νικηφόρο Θεοτόκη. Από εκεί προσκαλείται από τον συμμαθητή του Παναγιώτη Παλαμά στο Μεσολόγγι ως ιεροκήρυκας. Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη το 1767 και διευθύνει το Ελληνομουσείο μέχρι το 1770, όπου έχουμε την έκρηξη επαναστάσεως. Καταφεύγει στη γνωστή φίλη αθωνική ησυχία, μένει για λίγο στη μονή Ιβήρων και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Αθωνιάδος Σχολής (1771-1776). Την εποχή αυτή χειροτονείται ιερέας από τον επίσκοπο Κορίνθου Μακάριο Νοταρά, με τον οποίο θα συνεργασθεί και συναγωνισθεί στο θέμα της διατηρήσεως και επανόδου των ιερών θεσμών της Ορθοδόξου Παραδόσεως, «αναδεικνυόμενος απολογητής και μαχητικός ηγέτης των Κολλυβάδων». Ο σοφός Αθανάσιος «εμφανίζεται ως σθεναρός υπέρμαχος του ορθού και της αλήθειας, εις την περίπτωσιν αυτήν προσπαθεί να συμβιβάση τις αντιμαχόμενες παρατάξεις, να αμβλύνη τις διαφορές και να ενώση τα διεστώτα». Δυστυχώς η στάση του Αθανασίου παρεξηγήθηκε, και κατόπιν συκοφαντικών εισηγήσεων από ψευδαδέλφους καταδικάσθηκε το 1776 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι εισηγείται ετεροδιδασκαλίες. Έτσι απομακρύνεται λυπημένος από το φίλτατο Άγιον Όρος.
Στη Θεσσαλονίκη αναλαμβάνει πάλι τη διεύθυνση του Ελληνομουσείου. το 1781 αποκαθίσταται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και εγκωμιάζεται ως «ανήρ ων ου των ευκαταφρονήτων σοφίας τε μετεσχηκώς της θύραθεν και της καθ' ημάς και καλώς μεμυημένος τα θεία και ευπαιδευσία τω όντι τη καθηκούση κεκοσμημένος». Μάλιστα τον καλούν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και του προτείνουν επισκοποποίηση. Εκείνος ειλικρινά και ταπεινόφρονα τους απαντά: «Τας μεν αρχιερατείας τιμώ και προσκυνώ, αλλά δεν είμαι άξιος. Αν εκαταλάμβανα ότι έκαμα περισσότερον καρπόν εις την Βασιλεύουσαν πόλιν, ήθελα έλθει αυτόκλητος. Άφετέ με, παρακαλώ, εδώ εις τα πέριξ να ωφελώ όσον δύναμαι τους αδελφούς μου και το Γένος μου».
Το 1787 μεταβαίνει στη Χίο, όπου θα παραμείνει έως της μακαρίας κοιμήσεώς του, διδάσκων, κηρύττων, συγγράφων, λειτουργών, προσευχόμενος και ασκούμενος.
Ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος, κατά τις δύο περίπου εξαετίες της παραμονής του στην Αθωνιάδα, την πρώτη φορά ως μαθητής άριστος και τη δεύτερη ως σχολάρχης εξαίρετος, μελετά με φιλοπονία και ετοιμάζεται για μεγάλο έργο. Γράφει ένας των βιογράφων του: «Άπληστος και ακαταπόνητος στη φιλομάθειά του, καταγίνεται εντατικά στις ιδιαίτερές του αυτές μελέτες με την έρευνα της ελληνικής ιστορίας και της κλασσικής παιδείας ... ερευνά τις βιβλιοθήκες της Σχολής και όλων των αγιορειτικών μονών ... καταρτίζεται λοιπόν η γεμάτη από άγιους οραματισμούς αυτή καρδιά και διάνοια και για "εργάτης του Ευαγγελίου". Εξασκείται εντατικά και συστηματικά στο θείο κήρυγμα, για να «ωφελήση», όπως συχνά εδήλωνε «το Γένος του». Είναι πλασμένος για ιεραπόστολος και εθναπόστολος».
Όπως αναφέραμε, ο όσιος Αθανάσιος υπήρξε ενεργό, δραστήριο, τολμηρό και άφοβο μέλος της ευκλεούς τριάδος, μετά του Μακαρίου και Νικοδήμου, των Κολλυβάδων. «Η προσωνυμία τούτη έλαβε από τότε χαρακτήρα ιερό, τίτλο τιμής, για τους μεγάλους αυτούς ανακαινιστές ... Κολλυβάς έγινε ταυτόσημο μέ το αναδημιουργός. Γιατί πραγματικά οι Κολλυβάδες εζητούσαν αλλαγές. Όχι βέβαια νεωτεριστικές μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα' εννοούσαν να ξαναφέρουν τόσο στο μοναχισμό όσο και στου λαού γενικά τη ζωή, το πρωτοχριστιανικό, το γνήσιο του Χριστού πνεύμα. Πλην δε από τα άλλα συνιστούσαν και τη συχνή θεία Κοινωνία, σύμφωνα με την παράδοσι του Μυστηρίου από τον Κύριο και την πράξι της Αρχαίας Εκκλησίας. Σε τούτο όμως σφοδρά αντιδρούσανε μεγάλο μέρος Αγιορειτών Πατέρων. Η Εκκλησία μ' αλλεπάλληλες αποφάσεις εκανόνισε το θέμα κατά την αρχική παράδοσι. Μάλιστα ο Γρηγόριος ο Ε΄ με δυο του εγκυκλίους (1807 και 1819) εδικαίωσε πέρα για πέρα των Κολλυβάδων τις απόψεις».
Ο όσιος Αθανάσιος και οι ομόφρονές του Κολλυβάδες «δεν ημπορεί να εζήτουν απλώς μίαν στενόκαρδον προσήλωσιν εις τύπους. Πίσω από την ημέραν της τελέσεως των μνημοσύνων και την συνεχή θεία μετάληψιν εκρύπτετο το πλέον σοβαρόν αίτημα της Ορθοδοξίας. Η Παράδοσις». Πιστός πάντοτε στις παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας αγωνίσθηκε πολύ κατά των επιδράσεων του ρωμαιοκαθολικισμού και του γαλλικού διαφωτισμού. Στον αγώνα του είχε πρότυπα δύο μεγάλους αγίους, τον Αγιορείτη Γρηγόριο τον Παλαμά και τον Μάρκο Ευγενικό Εφέσου. Για τον πρώτο γράφει βιβλίο, που περιλαμβάνει σε παράφραση τον βίο του αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, και για τον δεύτερο επίσης βιβλίο με τον τίτλο «Ο Αντίπαπας».
Η παραμονή του οσίου Αθανασίου του Παρίου στη διεύθυνση της Σχολής της Χίου από το 1788 ως το 1811 της έδωσε μεγάλη φήμη και φοίτησαν σπουδαίοι μαθηταί. Το έργο του Αθανασίου συνίστατο κυρίως στην προβολή των ιερών κειμένων της Ορθοδόξου Παραδόσεως απέναντι στο δυνατό ρεύμα του Διαφωτισμού. Αφετηρία, τροφή και πηγή εμπνεύσεως του διδακτικού του έργου είναι τα αγιοπατερικά έργα και όχι οι νέες ιδέες της Δύσης, οι ξένες από την πλούσια παράδοση του εγχώριου πολιτισμού. Αρκετοί λόγιοι της εποχής εκείνης αντέδρασαν στη στάση, το ήθος, τον τρόπο και την εμμονή του Αθανασίου στις πατροπαράδοτες παραδόσεις, όπως οι Βενιαμίν Λέσβιος, Αδαμάντιος Κοραής και Κωνσταντίνος Κούμας, οι οποίοι τον κατηγορούσαν για συντηρητισμό, οπισθοδρομικότητα, στενοκεφαλιά και γεροντικό πείσμα. Εντούτοις ο υπομονετικός, σοβαρός, σοφός, θεοσεβής και ελληνοτραφής Αθανάσιος υπήρξε βράχος ακλόνητος της πίστεως, «κυρίαρχη μορφή λογίου ανδρός που αγωνίσθηκε κατά της δυτικής αλλοτριώσεως του χώρου της Ορθόδοξης Ανατολής ... η ενσάρκωση μιάς πνευματικής στάσης, πιστά προσκολλημένης στην Παράδοση των Πατέρων, Παράδοση εκκλησιαστικής εμπειρίας, εκκλησιαστικού γεγονότος, κάλλους και σοφίας».
Ο όσιος Αθανάσιος πέρα από την πολύτιμη διδακτική και κηρυκτική του δράση άφησε, όπως και οι άλλοι Κολλυβάδες, ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, που περιέχεται σε αξιόλογα βιβλία απολογητικού, δογματοκανονικού, λειτουργικού, παιδαγωγικού, αγιολογικού, υμνολογικού, ομιλητικού, επιστολογραφικού περιεχομένου. Ο μαθητής και βιογράφος του όσιος Νικηφόρος ο Χίος (1760-1821) γράφει για το πλούσιο έργο του σεβαστού και αγαπητού του διδασκάλου: «Εις διάστημα τόσον ολιγοχρόνιον εξέδωκεν εις φως τόσα και τόσα βιβλία αξιόλογα και επαίνου παντός υπεράξια, ρητορικάς αντιφωνήσεις, χριστιανικάς απολογίας, κρίσεις του ουρανού, μεταφυσικά, θεολογίας ... Τα δε λοιπά όλα συνθέματα σχολής βιβλία όσον αναγκαία τόσον και σπάνια, και όσον σπάνια τόσον και αναγκαία, βιβλία καινούργια, καινοφανή, πρωτοφανούσικα, ως προς ημάς, διά να μεταχειρισθώ αυτήν την λέξιν».
Ο άλλος βιογράφος του Αθανασίου, ο Χίος λόγιος Ανδρέας Ζανής Μάμουκας, σε «Υπόμνημα αληθέστατον υπό ανωνύμου τινός περί του περιωνύμου και αοιδίμου κυρίου Αθανασίου του Παρίου» αναφέρει ότι το 1811 υπέργηρος και κατάκοπος ο Αθανάσιος παραιτήθηκε από τη διεύθυνση της Σχολής και αποσύρθηκε στο ησυχαστήριο του Αγίου Γεωργίου στα Ρευστά, έχοντας συνοδεία τον όσιο Νικηφόρο από τα Καρδάμυλα και τον Ιωσήφ από τον Φουρνά των Αγράφων. Γράφοντας ως τα τέλη του, μελετώντας, προσευχόμενος και διδάσκοντας τελείωσε τον μακάριο βίο του, όπως ωραία αναφέρει ο Μάμουκας: «Μόλις δ' εις μέσου του προοιμίου όντι, επήλθε αυτώ ρεύμα αποπληξίας, και διέκοψε την εργασίαν. Μετά δύο εβδομάδας μικρόν αναλαβών, εξακολούθησε την συγγραφήν και τω επήλθε δεύτερον, ισχυρότατον του πρώτου ρεύματος, τούτο δε μόνον έφθασε να είπη «ετοιμάσατε τα χρειώδη». Η γλώσσα του έμεινε δεδεμένη, εκ δε του νεύματος των οφθαλμών και εκ μικράς κινήσεως της χειρός εννοήσαν οι μετ' αυτού, ότι χρειώδη είπε την κοινωνίαν των αχράντων μυστηρίων. Λαβών δε το εφόδιον τούτο του ουρανίου δρόμου, σύννους και εν γνώσει φρενών, έμεινεν έτι ζων και νοών επί μίαν ημέραν και μίαν νύχτα, και ετελειώθη εν Κυρίω ατάραχος τη 24η Ιουνίου 1813 έτους. Ετάφη εν τω προπυλαίω του ναού του μονυδρίου εκείνου».
Τα μάτια του έκλεισε ο ιεροδιάκονος Ιωσήφ. Αυτή ήταν η περιουσία του: «Την ευσέβειαν ήσκει ουχί εν λόγοις, αλλ' εν έργοις' μεριμνών περί των άλλων πάντοτε, ημέλει εαυτού και απέθανε πάμπτωχος, ενώ έσχε πλείστας ευκαιρίας να πλουτίση. Εθεώρει αμάρτημα θανάσιμον, εάν η ανατολή της πρώτης του έτους εύρισκεν εν τω θηλακίω αυτού οβολόν του παρελθόντος έτους' διό αποθανών κατέλιπεν ως περιουσίαν μίαν ενδυμασίαν, ένα λύχνον και ένα μελανοδοχείον».
Ετάφη στην είσοδο του ναού του Αγίου Γεωργίου Ρεστών. Στην επιτύμβια πλάκα ο συνασκητής του όσιος Νικηφόρος έγραψε:
« Η πολύκροτος Αθανασίου φήμη
Η περικλεής και πανένδοτος μνήμη
Πάντων τοις ωσίν ενηχεί θαυμασίως
Και εις έπαινον πάντας κινεί αξίως ...».
Στον ίδιο τάφο ετάφη αργότερα ο όσιος Νικηφόρος. Τα οστά του οσίου Αθανασίου μεταφέρθηκαν στο οστεοφυλάκειο του εκεί ναϋδρίου, αλλά αποτεφρώθηκαν κατά τον εμπρησμό του 1822. Ημέτεροι και ξένοι επαινούν επάξια τον όσιο Αθανάσιο για τη δράση και το έργο του, υπάρχει μάλιστα πλούσια βιβλιογραφία. Σήμερα θεωρείται πλέον ισχυρός, σοφός και ενάρετος άνδρας. Αντέδρασε δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα στον δυτικό διαφωτισμό, που ήθελε ν' αλλοιώσει βάναυσα το ορθόδοξο ήθος και ύφος της αγιοτόκου Ελλάδος. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατόπιν ενεργειών των μακαριστών Γερόντων Φιλοθέου Ζερβάκου και Νικολάου Αρκά διά του μητροπολίτου Παροναξίας κ. Αμβροσίου και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας κατέταξε το 1991 τον όσιο Αθανάσιο τον Πάριο στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έτσι οι τρεις πρόμαχοι του αναγεννητικού κινήματος των Κολλυβάδων Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης και Αθανάσιος Πάριος εστέφθησαν αγιωνυμίας επάξια.
Ακολουθία προς τιμήν του αγίου έγραψε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Ο άγιος συντιμάται και μετά των αγίων της Αθωνιάδος.
Η μνήμη του τιμάται στις 24 Ιουνίου.
.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι
Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΙΕΡΕΑ.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΛΕΒΕΝΤΕΣ ΑΚΟΜΑ ΙΕΡΕΙΣ ΜΕ
 ΡΑΣΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗ,ΙΔΡΩΤΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΥΣ ΤΟΥΣ.
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΟΥΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ
ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.
Επεισόδιο με Κρητικό Ιερέα παλικάρι που αντέδρασε, όταν βάλανε
τους αιρετικούς στο Ναό της Ι.Μ.Γωνιάς Κολυμπαρίου.
  Το πρωί της Πεντηκοστής και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας στον ναό της Ι.Μ.Γωνιάς Κολυμπαρίου(πλησίον της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης που πραγματοποιείται η Σύνοδος), τοποθετήθηκαν πολυθρόνες στο κέντρο του ναού παρουσία τριών Αρχιερέων λειτουργών και 15 Αρχιερέων συμπροσευχομένων προκειμένου να καθίσουν αλλόδοξοι που έχουν προσκληθεί ως παρατηρητές στη Σύνοδο.
  Την ώρα που ετοιμαζόταν να ξεκινήσει ο Εσπερινός της Γονυκλισίας, ένας από τους τρεις λειτουργούς ιερείς βλέποντας τους αιρετικούς αγανακτεί και κατευθυνόμενος στο Ιερό λέει στον διάκο: "Τι θέλουν αυτοί εδώ; Δεν φτάνει που τους βάλατε στον ναό, τους βάλατε να κάτσουν και μπροστά από τους Αρχιερείς μας".
  Προσπαθώντας να μπει στο Ιερό, ένας παπικός σηκώθηκε απ' την πολυθρόνα και προσπάθησε να τον εμποδίσει να αποχωρήσει, ο Ορθοδοξος Ιερέας όμως τον προσπέρασε και μπροστά στα ανοικτά μικρόφωνα του Ιερού είπε: "Αφού δεν τους βγάζει κανείς απ' τον Ναό, φεύγω".
  Κατόπιν αποχώρησε αδιαφορώντας για τον πιθανό πόλεμο που θα δεχτεί στη συνέχεια. Άξιος!
ΜΠΡΑΒΟ ΑΓΙΕ ΑΔΕΡΦΕ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΣΟΥ.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ & ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ
Ο άγιος ιεράρχης Γρηγόριος ο Διδάσκαλος γεννήθηκε σε μία ευλογημένη οικογένεια στο Βουκουρέστι, το έτος 1765, παίρνοντας κατά τη βάπτισή του το όνομα Γεώργιος.             Ο νεαρός Γεώργιος (Μινκουλέσκου) σπούδασε στις πιο φημισμένες σχολές της εποχής, όπως η ηγεμονική Ακαδημία του Αγίου Σάββα, αποκτώντας μία εξαιρετική μόρφωση και μία σοβαρή θεολογική κουλτούρα.
Μετά το πέρας των σπουδών του, ανεχώρησε μαζί με άλλους δύο συμφοιτητές και φίλους για το μοναστήρι Νεάμτς, το οποίο τότε καθοδηγούνταν από το μέγα Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ. Το έτος 1790 εκάρη μοναχός με το όνομα Γρηγόριος και όντας γνώστης της λατινικής και ελληνικής γλώσσας, έκανε υπακοή και μετέφρασε μερικά συγγράμματα των αγίων πατέρων. Μετά από μερικά χρόνια μαζί με το φίλο του, μοναχό Γερόντιο, στάληκε στο Βουκουρέστι, όπου του ενεπιστεύθη η φροντίδα της βιβλιοθήκης της μητροπόλεως.
Από εδώ, ανεχώρησε αργότερα για το Άγιον Όρος, ασκητεύοντας για κάποιο καιρό στην περιοχή Καλαμιτσίου της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.
Το έτος 1812, ο άγιος Γρηγόριος έφυγε από τον Άθωνα και επέστρεψε στο μοναστήρι Νεάμτς, όπου συνεχίζοντας την εργασία μεταφράσεως και εκτυπώσεως των ιερών βιβλίων, παρέμεινε μέχρι το 1820, οπότε επέστρεψε στο Βουκουρέστι. Για λίγο καιρό διέμεινε στο μοναστήρι Αντίμ και ύστερα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι Καλνταρουσάνι, 30 χιλ. βορείως του Βουκουρεστίου, μοναστική εστία με αγιορειτικό τυπικό, καθιερωμένο μερικές δεκαετίες πριν από έναν άλλο μαθητή του αγίου Παϊσίου, τον καθηγούμενο π. Γεώργιο από την Τσερνίκα. Εδώ έζησε ταπεινά σε ένα μικρό κελλί όπου είχε για κρεβάτι μία σανίδα σκεπασμένη με ψάθα και μία κουβέρτα, ένα τραπέζι, μία καρέκλα, μία εικόνα και δύο δισάκια βιβλία.
Αν και τότε ήταν μόνο ιεροδιάκονος, το 1823 ο ηγεμόνας της Ρουμανικής Χώρας, Γρηγόριος Δημήτριος Γκίκας, μαθαίνοντας την ταπείνωση και τη σοφία του, τον κάλεσε στο Βουκουρέστι για να τον εγκαταστήσει στον θρόνο της μητροπόλεως Ουγγροβλαχίας. Ο άγιος με δυσκολία δέχτηκε να υπακούσει, όμως αρνήθηκε να πάει με την άμαξα που του έστειλε ο βοεβόδας και ανεχώρησε για το Βουκουρέστι με τα πόδια. Λέγεται ότι πιάνοντάς τον η νύκτα στο δρόμο ζήτησε φιλοξενία στον ιερέα ενός χωριού κοντά στο Βουκουρέστι, όμως αυτός βλέποντάς τον ένα απλό μοναχό και σκονισμένο από το δρόμο δεν τον δέχτηκε στο σπίτι αλλά τον έστειλε να κοιμηθεί στο σταύλο. Όταν όμως αργότερα ήλθε να ασπαστεί το χέρι του νέου μητροπολίτη, όπως ήταν η συνήθεια, αναγνωρίζοντάς τον, ο ιερέας δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του και έτρεμε από φόβο. Ο άγιος Γρηγόριος όμως, αναγνωρίζοντάς τον και αυτός, του είπε με πραότητα: «Ησύχασε, πάτερ' τα γουρούνια της αγιωσύνης σου ήταν πολύ καθώς πρέπει» και δεν του έκανε τίποτε.
Η ενθρόνιση του έλαβε χώρα την 11η Ιανουαρίου 1823. Όταν του επέδωσε την αρχιερατική ράβδο ο ηγεμόνας, πρόφερε τα λόγια: «Ούτε αυτού που έτρεξε, ούτε αυτού που παρακάλεσε, αλλά αυτού που ευλόγησε ο Θεός!» Ως μητροπολίτης ο άγιος Γρηγόριος, εγκατέστησε επισκόπους στους θρόνους της Άρτζες, Ράμνικ και Μπουζάου, οικοδόμησε εκκλησίες και ίδρυσε σχολεία στα χωριά και τις πόλεις. Με δική του πρωτοβουλία επίσης ιδρύθηκαν τα Σεμινάρια του Βουκουρεστίου, του Μπουζάου, της Κούρτσα ντε Άρτζες και του Ράμνικ. Φρόντισε ιδιαιτέρως τους φτωχούς, τις χήρες και τα παιδιά. Άρχισε και την επισκευή του καθεδρικού μητροπολιτικού ναού του Βουκουρεστίου, ο οποίος τελείωσε μόλις μερικά χρόνια μετά την κοίμησή του, όσο και την εκτύπωση βίων αγίων σε 12 τόμους.
Το έτος 1829, ο άγιος Γρηγόριος εξορίστηκε στη Βεσσαραβία από το ρωσσικό καθεστώς. Του επετράπη να επανέλθει στο Βουκουρέστι μόλις το 1833 ενώ το 1834 στις 22 Ιουνίου, την ώρα της αγρυπνίας κοιμήθηκε εν Κυρίω. Ενταφιάστηκε στον αρχιερατικό θρόνο σε θέση την οποία μόνος είχε διαλέξει. Κάτω από τη στέγη του καθεδρικού ναού στη βορεινή πλευρά του ιερού βήματος, στο ύψος της προσκομιδής.Το 1841, μετά από 7 χρόνια έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του και η μεταφορά τους στο οστεοφυλάκειο της μονής Καλνταρουσάνι.
 
Μετά από ένα αιώνα, το 1934, τα λείψανα τοποθετήθηκαν σ' ένα μικρό φέρετρο από σκαλιστή βελανιδιά στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου του μοναστηριού.
.......Το 1961 με φροντίδα του πατριάρχου Ιουστινιανού επανενταφιάστηκε στον νάρθηκα της μεγάλης εκκλησίας του μοναστηριού και πάνω στον τάφο του τοποθετήθηκε μία ωραία σκαλισμένη πέτρινη πλάκα.
Στη συνεδρία της 20ης-21ης Οκτωβρίου 2005, κατόπιν αναφοράς της Θεολογικής και Λειτουργικής Επιτροπής, με πρόταση του μακαριωτάτου πατριάρχου κυρού Θεοκτίστου, υπό την ιδιότητα του ως αρχιεπισκόπου Βουκουρεστίου και μητροπολίτου Μουντενίας και Δόμπρουτσας, η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου ρουμανικής εκκλησίας, ενέκρινε την ένταξη στο αγιολόγιο του μητροπολίτη Γρηγορίου του Διδασκάλου, με γενική τιμή ως ιεράρχου με τον τίτλο: άγιος ιεράρχης Γρηγόριος ο Διδάσκαλος μητροπολίτης Ρουμανικής Χώρας, εγγεγραμμένος στο ημερολόγιο της Ορθοδόξου ρουμανικής εκκλησίας στην ημερομηνία της 22ας Ιουνίου με μαύρο σταυρό, απλό ως άγιος με πολυέλαιο.
 Η επίσημη ανακήρυξη της κατατάξεως στο αγιολόγιο έλαβε χώρα στον πατριαρχικό καθεδρικό ναό του Βουκουρεστίου (βλέπε video κάτω) κατά την ημέρα των πολιούχων αυτού αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, την 21 Μαΐου 2006  κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας η οποία τελέστηκε από το μακαριώτατο πατριάρχη κυρό Θεόκτιστο, πλαισιωμένο από τα περισσότερα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου ρουμανικής εκκλησίας και αντιπροσώπων των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών, του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρεττανίας Γρηγορίου, Αντιπροσώπου του Οικουμενικού πατριαρχείου, του Σεβασμιωτάτου των ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Μητροφάνους εκ μέρους του πατριαρχείου Σερβίας, του Σεβασμιωτάτου Ιγνατίου της Πλέβνας εκ μέρους του πατριαρχείου Βουλγαρίας, του Σεβασμιωτάτου Ελασσώνος Βασιλείου εκ μέρους της Ορθοδόξου εκκλησίας της Ελλάδος και του Σεβασμιωτάτου Λούμπλιν και Χέλμ εκ μέρους της Ορθοδόξου εκκλησίας της Πολωνίας.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΝΙΚΗΤΑ
ΤΟΥ ΝΙΣΥΡΙΟΥ.
 Ἅγιος ἔνδοξος τοῦ Χριστοῦ Νεομάρτυς Νικήτας γεννήθηκε στὴ Νίσυρο. Ὁ πατέρας του ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς προεστοὺς τοῦ νησιοῦ ἀλλ᾿ ὅταν ὁδηγήθηκε στὸ δικαστήριο τῶν ὀθωμανῶν γιὰ νὰ δώσει λόγο γιὰ κάποιες παράνομες πράξεις του, φοβούμενος τὴν θανατικὴ καταδίκη, ἀλλαξοπίστησε καὶ ἔγινε μουσουλμάνος, συμπαρασύροντας στὴν ἀποστασία τὴ σύζυγο καὶ τὰ τέκνα του. Ἡ χριστιανικὴ κοινωνία τῆς Νισύρου ἀντιμετώπισε μὲ βδελυγμία τὴν πράξη του καὶ αὐτὸς ἀναγκάστηκε νὰ ἀναχωρήσει μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ  νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ Ρόδο.
Ὁ Νικήτας ἦταν πολὺ μικρός, ὅταν συνέβη τὸ γεγονός, καὶ μεγάλωσε μὲ τὸ ὄνομα Μεχμέτ, ἀγνοώντας τὴ χριστιανικὴ καταγωγή του. Παίζοντας κάποια ἡμέρα ἦλθε σὲ φιλονικία μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν ὀθωμανῶν καὶ ἡ μητέρα του τὸν ἔβρισε ἀποκαλώντας τον «Γκιαούρη», δηλαδὴ ἄπιστο. Ὁ Μεχμὲτ προσβλήθηκε, γιατὶ εἶχε μεγάλο ζῆλο γιὰ τὸν μουσουλμανισμό, καὶ ρώτησε τὴν δική του μητέρα νὰ τοῦ πεῖ γιατὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη τὸν ἔβρισε μὲ λέξεις ποὺ οἱ ὀθωμανοὶ χρησιμοποιοῦσαν μόνο ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Αὐτή, λόγῳ τῆς ἐπιμονῆς του, ἀναγκάστηκε νὰ τοῦ ὁμολογήσει τὴν ἀλήθεια καὶ ἔτσι ἔμαθε ὁ μακάριος ὅτι εἶχε γεννηθεῖ Χριστιανὸς καὶ ὅτι ἔλαβε κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα τὸ ὄνομα Νικήτας.
Τὸ γεγονὸς τοῦ ἀκούσιου ἐξισλαμισμοῦ του συντάραξε τὴν ψυχή του καὶ πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀληθινὴ πίστη τῶν πατέρων του. Ὑπακούοντας στὴ συνείδησή του ἐγκατέλειψε τὴν οἰκογένειά του καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴ Χίο. Φτάνοντας ἐκεῖ ἀνέβηκε στὴ Νέα Μονή, ἀνέφερε στὸν Ἡγούμενο τὴν ἀπόφασή του καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν συμβουλεύσει γιὰ τὴ σωτηρία του. Ἐκεῖνος τοῦ συνέστησε νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸν Ἅγιο Μακάριο Κορίνθου, ποὺ διέμενε τότε στὸ νησί. Ὁ Ἅγιος ἄκουσε τὴν ἐξομολόγησή του, τὸν ἐπανένταξε στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ ἅγιο Χρῖσμα καὶ ἀνέλαβε τὴν πνευματική του καθοδήγηση. Ὁ Νικήτας ἔμεινε στὴ Μονὴ διανύοντας αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ἐκφράζοντας τὴν εὐλάβειά του μὲ παιδαριώδεις τρόπους, ὥστε νὰ κάνει πολλοὺς νὰ σκέφτονται ὅτι εἶχε χάσει τὰ λογικά του. Γιὰ μεγαλύτερη ἄσκηση καὶ σκληραγωγία ἀνέβηκε στὸ σπήλαιο τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ἔζησε κοντὰ στὸν ἐρημίτη Ἄνθιμο, στὸν ὁποῖο καὶ ἐξομολογήθηκε τὸν πόθο του γιὰ τὸ μαρτύριο. Μετὰ ἀπὸ λίγο διάστημα ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ καὶ ζήτησε τὴν ἄδεια τῶν Πατέρων γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὴν ἐπιθυμία του. Αὐτοὶ τὸν συμβούλεψαν κατάλληλα καί, ἀφοῦ τέλεσαν Παράκληση στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τοῦ ἔδωσαν τὴν εὐλογία νὰ παρουσιαστεῖ στοὺς τυράννους καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστό.
Ὅταν ἔφθασε μακάριος στὴ Χώρα τῆς Χίου, δὲν ἄργησε νὰ συλληφθεῖ ἀπὸ τοὺς Τούρκους φοροεισπράκτορες μὲ τὴν ἀπαίτηση νὰ πληρώσει τὸν φόρο ποὺ πλήρωναν οἱ Χριστιανοί, τὸ κοινῶς λεγόμενο χαράτσι. Ἐνῶ κρατοῦνταν δέσμιος κοντὰ σὲ ἕνα καφενεῖο πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ ἕνας γνωστός του Ἱερέας, ὁ παπᾶ-Δανιήλ, τὸν χαιρέτησε μὲ τὸ μουσουλμανικό του ὄνομα καὶ ρώτησε νὰ μάθει ποιὸς ἦταν ὁ λόγος τῆς συλλήψεώς του. Ὅταν ἔμαθε τὴν αἰτία, ἐξέφρασε τὴν ἀπορία πῶς γίνεται οἱ τοῦρκοι νὰ ζητοῦν ἀπὸ ἕναν ὁμόθρησκό τους νὰ πληρώσει φόρο ποὺ ἀναλογεῖ σὲ Χριστιανούς. Οἱ τοῦρκοι ποὺ τὸν κρατοῦσαν, ὅταν τὸν ἄκουσαν νὰ δηλώνει στὸν Ἱερέα ὅτι εἶναι Χριστιανός, τὸν ὁδήγησαν ἀμέσως στὸν Ἀγᾶ, μπροστὰ στὸν ὁποῖο ὁ Νικήτας ὁμολόγησε τὴν μεταστροφή του καὶ τὴ βούλησή του νὰ παραμείνει στὴν ἀληθινὴ πίστη. Ὁ Ἀγᾶς τότε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν φυλακίσουν καὶ γιὰ δέκα μέρες νὰ τὸν βασανίσουν ὥστε νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ἀλλάξει γνώμη. Κάθε μέρα τὸν ἔβγαζαν ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν βασάνιζαν μὲ ἀπάνθρωπο τρόπο. Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα τὸν ἔρριξαν μέσα σὲ σταῦλο γιὰ νὰ τὸν ποδοπατήσουν ἄγρια ἄλογα καί, ὅταν ἐκεῖνος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ διαφυλάχθηκε ἀβλαβής, τὸν ἔκλεισαν πάλι στὴ φυλακή, τὸ κελλὶ τῆς ὁποίας φωτίστηκε ἀπὸ οὐράνιο φῶς.
Ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ δέκα ἡμέρες, Μάρτυς παραδόθηκε στὸν μανιασμένο ὄχλο καὶ ὁδηγήθηκε στὴν ἄκρη τῆς πόλης, κάτω ἀπὸ τὸ Μετόχιο τῆς Μονῆς τῶν Ἱβήρων1. Ἐκεῖ οἱ ὀθωμανοὶ ἐπανέλαβαν γιὰ τελευταία φορὰ τὶς προτάσεις τους νὰ ἐπιστρέψει στὸν μουσουλμανισμὸ ἀλλὰ ἐκεῖνος ἐπέμενε λέγοντας: «Χριστιανὸς εἶμαι, ὀνομάζομαι Νικήτας καὶ Νικήτας θέλω νὰ ἀποθάνω». Προσπάθησαν νὰ τὸν μεταπείσουν γονατίζοντάς τον πολλὲς φορὲς σὲ στάση ἐκτέλεσης καὶ σηκώνοντάς τον, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀμετάπειστος τοὺς ἔλεγε· «Γιατὶ ἀργεῖτε; Θανατῶστέ με γρήγορα γιὰ νὰ ἀπολαύσω τὰ ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου». Ὁ δήμιος ἅρπαξε τότε τὸ ξίφος καὶ τὸ κατέβασε πολλὲς φορὲς στὸν αὐχένα τοῦ Μάρτυρος, ἀποκόπτοντάς τον μὲ μικρὰ ἐπαναλαμβανόμενα χτυπήματα, γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὸ μαρτύριο καὶ νὰ τοῦ προκαλέσει μεγαλύτερο πόνο. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ πολύαθλος Νικήτας ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου στὶς 21 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1792, στὴν ἡλικία τῶν δεκαπέντε ἐτῶν. Οἱ εὐσεβεῖς μάζεψαν μὲ εὐλάβεια τὸ μαρτυρικὸ α}ιμα καὶ τυφλοί, ποὺ ἔχρισαν μ᾿ αὐτὸ τὰ μάτια τους ἀπέκτησαν τὸ φῶς τους. Οἱ τοῦρκοι πέταξαν λάσπη καὶ ἀκαθαρσίες πάνω στὸ ἅγιο λείψανο γιὰ νὰ τὸ ἀτιμάσουν ἀλλὰ αὐτὸ ἔμεινε καθαρὸ καὶ ἄσπιλο γιὰ πολλὲς ἡμέρες. Τέλος γιὰ νὰ μὴν τὸ τιμήσουν οἱ Χριστιανοὶ τὸ ἔρριξαν στὴ θάλασσα. Ἡ τιμία Κάρα του διασώθηκε καὶ φυλάσσεται στὴ Μονὴ τῶν Ἱβήρων.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, λαβὼν τὴν χάριν, χαίρων ἔδραμες, πρὸς μαρτυρίου, τὸν ἀγῶνα Νικήτα μακάριε, καὶ φερωνύμως νικήσας τὸν τύραννον, νίκης ἐδέξω τὸν ἄφθαρτον στέφανον. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ δωρήσασθαι, πταισμάτων ἱλασμὸν τοῖς εὐφημοῦσί σε.

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

ΛΟΓΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ.

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ.
Όταν συμπληρωνόταν η πεντηκοστή ημέρα μετά την Ανάσταση, της οποίας έφθασε τώρα η μνήμη, ενώ όλοι οι μαθητές ήσαν συγκεντρωμένοι μαζί και ευρίσκονταν ομόψυχοι στο υπερώο (οίκος) εκείνου του ιερού, αλλά και στο προσωπικό του υπερώο, στο νου του, συναγμένος ο καθένας τους (διότι ήσαν σε ησυχία και αφιερωμένοι στη δέηση και στους ύμνους προς το Θεό), ξαφνικά, λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «ακούσθηκε ήχος από τον ουρανό, σαν από ορμή βιαίου ανέμου και εγέμισε τον οίκο όπου κάθονταν».(Πραξ.2, 1-11). 
Είναι βίαιος γιατί νικά τα πάντα και ξεπερνά τα τείχη του πονηρού, γκρεμίζει κάθε οχύρωμα του εχθρού, ταπεινώνει τους υπερήφανους, ανυψώνει τους ταπεινούς στη καρδιά και διασπά τους συνδέσμους των αμαρτημάτων. 
Γέμισε δε ο οίκος εκείνος στον οποίο κάθονταν, καθιστώντας τον, κολυμβήθρα πνευματική και εκπληρώνοντας την επαγγελία του Σωτήρα, που τους έλεγε, πριν αναληφθεί: «Ο μεν Ιωάννης βάπτισε με νερό, εσείς δε θα βαπτισθήτε με άγιο Πνεύμα, όχι έπειτα από πολλές μέρες».Αλλά και το όνομα που έδωσε σ' αυτούς το έδειξε να αληθεύει. Διότι δια του ήχου αυτού από τους ουρανούς οι Απόστολοι έγιναν πραγματικά υιοί βροντής. «Και φάνηκαν σ' αυτούς γλώσσες διαμεριζόμενες ωσάν πυρός και στον καθένα τους κάθισε από μια κι' εγέμισαν όλοι άγιο Πνεύμα και μιλούσαν άλλες γλώσσες, όπως τους έδιδε το Πνεύμα να μιλούν».
Αλλά για ποιό λόγο φάνηκε το Πνεύμα σε σχήμα γλωσσών;
 Αφ' ενός για να επιδείξει τη συμφυϊα του, τη σχέση του με το Λόγο του Θεού, γιατί τίποτε δεν είναι συγγενέστερο από τη γλώσσα προς το λόγο. Συγχρόνως δε και για τη χάρη της διδασκαλίας, γιατί ο κατά Χριστό διδάσκαλος χρειάζεται χαριτωμένη γλώσσα.
Γιατί δε φανερώθηκε το άγιο Πνεύμα με πύρινες γλώσσες;
 Όχι μόνο για το ομοούσιο του Πνεύματος προς το Πατέρα και τον Υιό (γιατί πυρ είναι ο Θεός μας), αλλά και για τη διπλή ενέργεια του κηρύγματος των Αποστόλων. Γιατί μπορεί συγχρόνως να ευεργετεί και να τιμωρεί. Όπως το πυρ έχει διπλή ιδιότητα και να φωτίζει και να φλογίζει, έτσι και ο λόγος της διδασκαλίας, αυτούς που υπακούουν φωτίζει και αυτούς που απειθούν παραδίδει τελικά σε πυρ και κόλαση. Είπε δε γλώσσες, όχι πυρός, αλλά σαν πυρός, για να μη νομίσει κανείς ότι το πυρ εκείνο είναι αισθητό και υλικό, αλλά να αντιληφθούμε την επιφάνεια του Πνεύματος σαν με παράδειγμα.
  
Για ποιο λόγο δε οι γλώσσες φάνηκαν να διαμερίζονται σ' αυτούς;
Γιατί μόνο στο Χριστό που ήλθε και αυτός από πάνω δεν δίδεται με μέτρο το Πνεύμα από το Πατέρα. Εκείνος και κατά σάρκα ακόμη είχε ολόκληρη τη θεία δύναμη και την ενέργεια, ενώ σε κανέναν άλλο δεν έγινε χωρητή όλη η χάρη του Πνεύματος, αλλά ατομικά ο καθένας αποκτά άλλος το ένα και άλλος το άλλο από τα χαρίσματα, για να μη νομίσει κανείς ότι η από το Πνεύμα διδόμενη στους αγίους χάρη είναι φύση.Το δε εκάθισε δεν υποδηλώνει μόνο το δεσποτικό αξίωμα, αλλά και το ενιαίο του θείου Πνεύματος. Κάθισε πάνω στό καθένα τους και πληρώθηκαν όλοι άγιο Πνεύμα, γιατί και όταν μερίζεται κατά τις διάφορες δυνάμεις και ενέργειές του, δια της καθεμιάς ενέργειας παρευρίσκεται και ενεργεί ολόκληρο το άγιο Πνεύμα, αμερίστως μεριζόμενο και ολοκληρωτικά μετεχόμενο, κατά την εικόνα της ηλιακής ακτίνας. Λαλούσαν δε άλλες γλώσσες, δηλαδή διαλέκτους, διότι έγιναν όργανα του θείου Πνεύματος, ενεργούντα και κινούμενα κατά τη θέληση και δύναμη εκείνου.
  Αυτά προαναγγέλθηκαν και μέσω των προφητών του, όπως δια του Ιεζεκιήλ: «θα σας δώσω καρδιά νέα και Πνεύμα νέο θα βάλω μέσα σας, το Πνεύμα μου». (Ιεζ. 36,26). Δια του Ιωήλ: «και κατά τις έσχατες μέρες θα εκχύσω από το Πνεύμα μου επάνω σε κάθε σάρκα». (Ιωήλ 2,28). Δια του Μωυσή: «ποιός θα καταστήσει προφήτες όλο το λαό του Κυρίου, όταν δώσει ο Κύριος σ' αυτούς το Πνεύμα του;».
 Ο ίδιος δε ο Κύριος έλεγε: «όποιος πιστεύει σε μένα, θα ρεύσουν ποτάμια ζωντανού ύδατος από την κοιλιά του» το οποίο ερμηνεύοντας ο ευαγγελιστής: «τούτο το έλεγε περί του Πνεύματος που επρόκειτο να λαμβάνουν οι πιστεύοντες σ' αυτόν». (Ιω. 17,39). Έλεγε επίσης στους μαθητές του: «εάν με αγαπάτε, θα τηρήσετε τις εντολές μου, κι' εγώ θα ζητήσω από τον Πατέρα να σας στείλει άλλο Παράκλητο, για να μείνει μαζί σας αιωνίως, το Πνεύμα της αληθείας» και «ο δε Παράκλητος, το άγιο Πνεύμα, που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου, εκείνος θα σας διδάξει τα πάντα» και «θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια». (Ιω.14,15 - 14,26 - 15,26 - 17,39).
  Τώρα λοιπόν εκπληρώθηκε η επαγγελία και κατήλθε το άγιο Πνεύμα, σταλμένο και δοσμένο από το Πατέρα και τον Υιό και αφού περιέλαμψε τους αγίους μαθητές και τους άναψε θείως ως πραγματικές λαμπάδες και τους ανέδειξε σε φωστήρες υπερκοσμίους και παγκοσμίους. Όπως δε, αν κανείς ανάψει από τη φωσφόρο λαμπάδα άλλη και από 'κείνη άλλη και ούτω καθεξής, κρατώντας το με τη διαδοχή, έχει πάντοτε το φως μόνιμα, έτσι δια της χειροτονίας των Αποστόλων επί τους διαδόχους των διαδίδεται η χάρη του θείου Πνεύματος δι' όλων των γενεών και φωτίζει όλους τους υπακούοντας στους ποιμένες και διδασκάλους.
  Το άγιο Πνεύμα που δεν αποστέλλεται μόνο, αλλά και αποστέλλει τον από τον Πατέρα Υιό πάνω στη γη και μας δίδαξε τα θαυμαστά και μεγάλα. Διότι το άγιο Πνεύμα ήταν πάντοτε και συνυπήρχε με τον Υιό στον Πατέρα, συνδημιουργώντας στο καιρό τους τα δημιουργηθέντα και συνανακαινίζοντας τα φθαρέντα και συγκρατώντας τα διαμένοντα, πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν και διέπον και εφορών. Όχι μόνο παντού, αλλά και πάνω από το παν, ούτε σε όλο τον αιώνα και το χρόνο μόνο, αλλά και πριν από κάθε αιώνα και χρόνο».
(απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμος 10ος)
(Πηγή: Χ.Φ.Ε.)
ἀναδημοσίευση:alopsis.gr.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΕΟΝΤΙΟΥ
ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗ
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1520. Από μικρός «καταλείψας πατέρα και μητέρα, συγγενείς και φίλους, ευθύς είς ασκητικούς αγώνας εαυτόν έδωκε και νέος κατά πολλά την ηλικίαν γέροντος γνώσιν απέκτησεν».
 Το 1537 ήλθε στη μονή Διονυσίου, όπου ασκήθηκε υπεράνθρωπα επί συνεχή 68 έτη, δίχως ποτέ να εξέλθει από αυτή. Αγωνίσθηκε σ' ένα μικρό σπήλαιο-κελλί, παρά το «δοχειό» της μονής. Ήταν πλουτισμένος ο χαριτωμένος όσιος με διορατικό και προορατικό χάρισμα. «Πλήρης γενόμενος ο άγιος και απ΄ αυτά τα θεία χαρίσματα προέβλεπε σαφέστατα τους διαλογισμούς και τας πράξεις των προς αυτόν ερχομένων. Εκείνοι δε μανθάνοντες παρά του οσίου τα κρύφια της καρδίας των επρόκοπταν εις την άσκησιν και πολλοί απ' αυτούς εσώθησαν».
Προείδε το τέλος του και αναπαύθηκε ειρηνικά μετά μικρή ασθένεια στις 16 Μαρτίου 1605. Μετά την ταφή του και κατά την ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του, «βλέπουσιν οφθαλμοφανώς οι αδελφοί το οσιακόν εκείνο σώμα πανταχόθεν βλύζον άγιον μύρον». Γι' αυτό καλείται Μυροβλύτης.
Είναι άγνωστος ο βιογράφος του, ο όποιος τον βίο έγραψε μάλλον λίγο μετά την κοίμηση του οσίου. Ο κατά πλάτος βίος σώζεται σε χειρόγραφο της μονής και πρόκειται για παράφραση του πρωτοτύπου βίου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ - ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.

Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης κατά του οικουμενισμού

  Στὶς ξεκάθαρες καταδικαστικὲς θέσεις συγχρόνων ἀνδρῶν ἐγνωσμένης πνευματικότητος καὶ ἁγιότητος γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, γέροντος Γαβριὴλ Διονυσιάτου, γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου, ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη κ.ἄ.) ἔρχεται νὰ προστεθεῖ καὶ ἡ κατάθεση τοῦ ἀοιδίμου γέροντος Ἐφραὶμ Κατουνακιώτου, ἀνδρὸς ἀλήστου ὁσιακῆς μνήμης καὶ ἁγιοπνευματικοῦ φρονήματος, γιὰ τὸν ὁποῖο μάλιστα εἶναι γνωστὸ πὼς διέθετε καὶ τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως.
  Ἡ σχετικὴ μαρτυρία προέρχεται ἀπὸ τὸν καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη καὶ πρόκειται γιὰ προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ τὸν γέροντα, ὅπως ὁ ἴδιος τὴν κατέθεσε σὲ συνέντευξή του γύρω ἀπὸ τὸ φλέγον θέμα τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» ποὺ συνέρχεται στὴν Κρήτη ἀπὸ τὶς 17 τρέχοντος μηνός.
Ὁ ἐν λόγῳ καθηγητὴς συνάντησε τὸν γέροντα Ἐφραὶμ στὸ ἀσκητήριό του στὰ Κατουνάκια, ὅταν ἀκόμη ἦταν νεαρὸς καθηγητὴς στὴ Θεολογικὴ Σχολή. Προβληματισμένος γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ εὐνοϊκοῦ πρὸς αὐτὸν κλίματος τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης, ἔθεσε τὸ ἐρώτημα στὸν ὅσιο γέροντα. Κι ἐ­κεῖνος τοῦ ἔδωσε τὴν παρακάτω ἀπάντηση, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἀναφέρει ὁ κύριος καθηγητής:
«Αὐτὴν τὴν ἐρώτηση, παιδί μου, μοῦ τὴν ἔχει κάνει κι ἕνας ἀκόμη νωρίτερα ἀπὸ σένα. Ἐγώ, ἐδωπέρα ἐπάνω, βρίσκομαι σαράντα χρόνια στὰ βράχια (...) ἀλλὰ μ ̓αὐτὸ τὸ θέμα δὲν ἔχω ἀσχοληθεῖ. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ τοῦ ἀπαντήσω, ἀφοῦ δέχθηκα ἐρώτημα καὶ δὲν εἶχα καμία γνώμη πάνω στὸ θέμα, πῆγα στὸ κελλί μου καὶ προσευχήθηκα καὶ ρώτησα τὸν Χριστὸ νὰ μὲ πληροφορήσει τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός. Πῆρα τὴν ἀπάντησή Του, ἡ ὁποία εἶναι ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει πνεῦμα πονηρίας καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα».
Στὴν ἐρώτηση τοῦ καθηγητοῦ πῶς ἀκρι­­βῶς πιστοποιήθηκε αὐτό, ὁ π. Ἐφραὶμ ἀ­πάν­τησε πὼς «μετὰ τὴν προσευχὴ γέμισε τὸ κελλί μου ἀπὸ ἀφόρητη δυσωδία, ἡ ὁποία μοῦ ἔφερνε ἀσφυξία στὴν ψυχή, δὲν μποροῦσα νὰ ἀναπνεύσω πνευματικά (...).
Καὶ ὁ ἀοίδιμος γέρων κατέληξε: «Ἔχω ἀ­πόλυτη βεβαιότητα ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτο».
Κι ἄλλη λοιπὸν ξεκάθαρη καταδίκη τῆς κινήσεως τοῦ συγχρόνου Οἰκουμενισμοῦ, μὲ τόσο μάλιστα ἔντονο χαρισματικὸ τρόπο - βίωμα, ἐκφρασμένο ἀπὸ τὸ στόμα ὁσίου γέροντος. Ἀλήθεια, πόσες ἄλλες μαρτυρίες θέλουμε γιὰ νὰ πιστέψουμε στὴ θεομάχο στάση τῆς σύγχρονης παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Μέχρι πότε αὐτὲς οἱ ἁγιοπνευματικὲς καταθέσεις θὰ «πίπτουν εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων»;
   Ἀπευθύνουμε ὕστατη ἔκκληση, ἔντονη καὶ ἔμπονη, πρὸς τοὺς ἁγίους Ἀρχιερεῖς ποὺ συμμετέχουν στὸ σῶμα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, καὶ τοὺς ἱκετεύουμε νὰ μὴν παραβλέψουν τὶς συνεχιζόμενες καὶ διογκούμενες φωνὲς ἀγωνίας ἀπὸ τὴ βάση τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος. Ἀγωνίας γιὰ τὴ διαβλεπόμενη τάση ἐγκαθιδρύσεως – μὲ πανορθόδοξη μάλιστα ἐπικύρωση – τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γεγονὸς ποὺ θὰ ὁδηγήσει τὴ νοητὴ κιβωτὸ τῆς Ἐκκλησίας σὲ κλύδωνα μέγιστο καὶ συμ­πληγάδες δεινοῦ σκανδαλισμοῦ τοῦ πληρώματός της, μὲ συνέπειες ἀπρόβλεπτες καὶ ὀδυνηρές.

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΑΓΙΩΝ - ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ.

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΑΒΒΑ
ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ.agios-savvas-o-vatopaidinos
Εορτάζει στις 15 Ιουνίου εκάστου έτους.
Βιογραφία
Ο Όσιος Σάββας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη περί το 1280 μ.Χ. από λίαν ενάρετους γονείς, οι όποιοι τελικά μόνασαν. Ο άριστος βιογράφος του Οσίου και γνώριμος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος ( 11 Οκτωβρίου) τους εγκωμιάζει θαυμάσια. Ο όσιος ονομαζόταν κατά κόσμον Στέφανος. Έλαβε καλή βασική μόρφωση και από νωρίς αγάπησε θερμά την αρετή, τη σωφροσύνη, την εγκράτεια και την ταπείνωση, ώστε ηταν σε όλους πολύ αγαπητός.
Νέος αφήνει πατρίδα, γένος, υπόληψη και πατρική αγάπη και έρχεται στο Άγιον Όρος. «Εισέρχεται στον ιερό Άθωνα, τον όντως χρυσό και αγαπητό Άθωνα, τον πρόξενο των καλυτέρων αγαθών σε μένα απ’ οτιδήποτε άλλο» κατά τον άγιο βιογράφο του. Τίθεται στην υπακοή σεβάσμιου και έμπειρου Γέροντος στην περιοχη των Καρυών σε κελλί Βατοπαιδινό. Στην κουρά του λαμβάνει το όνομα Σάββας. Υπόμενε καρτερικά την αυστηρότητα του Γέροντος του και τη σκληρότητα της υπερβολικής του εγκράτειας. Η πείνα, η δίψα, η ολονύκτια αγρυπνία, η ορθοστασία, η δέηση τον συνόδευαν πάντοτε.
  Ο αυστηρός του Γέροντας του ηταν λίαν αγαπητός, αφού τον θεωρούσε βέβαιο οδηγό της σωτηρίας του. Ο ίδιος ηταν πολύ αγαπητός σε όλους τους συνασκητές του και χαίρονταν τη συνομιλία του. Λόγω της μεγάλης του ταπεινοφροσύνης αρνήθηκε να δεχθεί την ιερωσύνη. Βλέποντας πως δεν εισακούεται, την ημέρα της χειροτονίας του κρύφθηκε σε μέρος που αδυνατούσαν να τον ανακαλύψουν. Χαρακτηριστικά γεγονότα φανερώνουν το μέγεθος της ανυπόκριτης φιλαδελφίας του, όταν σε μακρά οδοιπορία λαβαίνει στον ώμο του τα πράγματα και τον ίδιο τον αδελφό του συνοδοιπόρο του. Λόγω επιδρομών των Καταλανών ο Γέροντας του αναχωρεί με άλλους πατέρες για μονή της Θεοτόκου της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος μη θέλοντας να έχει τις περιποιήσεις των γονέων και τις κολακείες των γνωστών, φίλων και συγγενών, αναχωρεί για τα νησιά Λήμνο, Λέσβο και Χίο και καταλήγει στη Μικρά Ασία, στην Έφεσο. Επισκέπτεται την Πάτμο και άλλα νησιά και καταλήγει στην Κύπρο.
  Μετά από θερμή και ένδακρυ προσευχή αποφασίζει ν’ ακολουθήσει τη δύσκολη οδό της διά Χριστόν σαλότητος, απορρίπτοντας όλα τα ρούχα του και περιφερόμενος στα βουνά άστεγος και γυμνός, αλλά και στις πόλεις άγνωστος, αμίλητος, άσιτος και απρόσιτος. Νεκρός για τον κόσμο ζούσε με συνεχή νηστεία η μάλλον ασιτία. Έφθανε να τρώει μια φορά την εβδομάδα μόνο άγρια χόρτα. Δεν είχε στρώμα, στέγη, ένδυση, φιλία και γνωριμία. Ζούσε πράγματι μια ζωή σπάνια, υπερφυή, απερίγραπτη, ασυνήθιστη κι απίθανη. Εκτεθειμένος στον καύσωνα, στο ψύχος, στην καταιγίδα, τη νεροποντή, τον άνεμο, τα θηρία, τα ερπετά, και τη στέρηση απορούσε κανείς πως δεν τον επισκεπτόταν ο θάνατος. Έτσι όμως έγινε θαυμαστός στους αγγέλους και μισητός στους δαίμονες. Ο σοφός περιφερόταν ως άσοφος και μωρός διά Χριστόν κατά τον θειο Παύλο. Αρκετοί τον θεωρούσαν παράφρονα και τον περιφρονούσαν και απομακρύνονταν από κοντά του. Μερικοί άρχιζαν να τον σέβονται και να τον τιμούν, υποψιαζόμενοι τον μυστικό αγώνα του και την επιλεγμένη σιωπή του.      
Με τα αγωνίσματα του πολεμούσε τη μαλθακότητα της ηδονής, την παραδοξότητα της αλαζονείας, τη θρασύτητα της υπεροψίας και την κακότητα της εμπάθειας. Ορισμένοι τον παρεξηγούσαν, τον υποπτεύονταν, τον έβριζαν κι έφθασαν να τον δείρουν ανελέητα. Εκείνος όμως είχε μια υπέροχη συγχωρητικότητα και θεωρούσε τις κατ’ αυτού ενέργειες των ανθρώπων καθαρά δαιμονοκίνητες. Ο δαίμονας όταν έβλεπε οι έντεχνες παγίδες του να καταστρέφονται από τον επιτήδειο ασκητή, του έσπερνε μύριους δεξιούς λογισμούς περί υψηλής αγιότητός του και απομακρύνσεως από την οδό που βαδίζει μέσα στον κόσμο με τόσες περιπέτειες. Μα δεν κατάφερε τίποτε να κερδίσει από τον ταπεινό εργάτη του ευαγγελίου. Κάποτε που εισήλθε σε ένα μοναστήρι παπικών που γευμάτιζαν εξήλθε αιμόφυρτος από το ξύλο που του έδωσαν θεωρώντας τον ως απατεώνα. Παντού και πάντοτε διατηρούσε τη σιωπή, τη νήψη, την προσευχή και την ταπείνωση. Έφθασε όμως ο καιρός που η περιφρόνηση, η κακομεταχείριση και η υβρεολογία μετατράπηκε σε θαυμασμό, δόξα και τιμή για τον όσιο. Ο ευλαβής κυπριακός λαός άρχισε να τον τιμά ως άγιο, ενώ ακόμη ζούσε, με ιδιαίτερη αγάπη. Η τιμή όμως ενοχλούσε υπερβολικά τον άνθρωπο του Θεού, όπως άλλους η ατιμία, και έτσι αποφάσισε την αναχώρηση από τη μεγαλόνησο, όπου έζησε πολυ καιρό με υπερθαύμαστους άγώνες.
  Βαρύ πένθος κατέλαβε τους Κύπριους με την αποχώρηση του. Μετά από περιπέτειες έφθασε στους Αγίους Τόπους και έγινε ταπεινός προσκυνητής του Παναγίου Τάφου και των άλλων πανίερων προσκυνημάτων. Κατόπιν επισκέφθηκε το θεοβάδιστο όρος Σινά ως αρχάριος και ανίδεος με την ανυπέρβλητη και πρωτοφανή μετριοφροσύνη του. Επιστρέφει στα Ιεροσόλυμα και εγκλείεται στα ασκητήρια πέραν του Ιορδάνου προσευχόμενος θερμά και αδιάλειπτα. Οι δαίμονες ξεσήκωσαν δυνατό πόλεμο εναντίον του ακατάφερτα, αφού είχαν να κάνουν με άφοβο και γενναίο άθλητή του πνεύματος, που δεν κάμπτεται και δειλιάζει εύκολα. Παρά τη σωματική του καχεξία, την αδυναμία και τους δαιμονικούς δαρμούς, η καρδιά του μένει προσηλωμένη στον Κύριο της δόξης, που τον αξιώνει άρρητης θεοψίας και θείας φωτοχυσίας. Η αγάπη του ηταν μεγάλη για την αφάνεια, την ασημότητα, την αδοξία και τη μυστικότητα. Ο θεός όμως τον φανέρωνε προς ωφέλεια πολλών, που συνέτρεχαν από παντού, διδάσκονταν από τη σιωπή του και ευφραίνονταν από τη γαλήνη της θέας του προσώπου του. Αρκούνταν σε μερικά νεύματα και φιλούσε τα πόδια τους. Όλοι τον είχαν για μεγάλο άγιο.
  Φοβούμενος τη δόξα των ανθρώπων αναχώρησε πάλι κρυφά στη βαθύτερη έρημο για μεγαλύτερη άσκηση, ώστε να αποκάμει και να τον υπηρετούν άγγελοι. Ο Χριστός του φανερώθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε άρρητο φως και αυτή ηταν η μεγαλύτερη χαρά του. Νέοι κίνδυνοι και νέοι φοβεροί πειρασμοί τον οδήγησαν πλησίον του θανάτου, αλλά υπήρξαν αγγελοφάνειες κι ανείπωτες θειες παραμυθίες. Εισήλθε στη μονή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, όπου έγινε γνωστός και του απέδωσαν μεγάλες τιμές μοναχοί και λαϊκοί που συνέτρεξαν να τον δούν. Εκείνος όμως έμεινε ατάραχος στη φίλη ησυχία και προσευχή, αντιστεκόμενος σταθερά στις δαιμονικές πλεκτάνες. Οι δαίμονες τα έχασαν μαζί του με τη μόνιμη ανδρεία στάση του και την υπέρμετρη άσκησή του. Δεν ηξεραν τί άλλο φοβερό να του κάνουν. Συνεχώς τους καταντρόπιαζε. Τελικά τον άφησαν ησυχο, αφού είδαν ότι ο εναντίον του πόλεμός τους τον έκανε αγιώτερο. Έφθασε να μεταστεί σωματικά, ύστερα από σαρανταήμερη τελεία νηστεία, ορθοστασία κι αγρυπνία. θα νόμιζε κανείς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο βιογράφος του, ότι πρόκειται για ακίνητο άγαλμα. Είδε για τρίτη φορά τον Χριστό μέσα σε απειρόκαλο φως και γέμισε από ανεκλάλητη ευφροσύνη, γενόμενος υιός φωτός, συνομιλητής αγγέλων, φωτοφόρος και θεοφόρος, φωτόμορφο τέκνο της Εκκλησίας, μακάριος για την καθαρότητα της καρδιάς του, λαμβάνοντας την παύλεια υιοθεσία και γευόμενος το άκτιστο θαβώρειο φως, ώς πιστός μαθητής του Κυρίου. Στη συνέχεια της ζωής του έμενε αναπόσπαστος στη θέα της καταπληκτικής εκείνης θεοφάνειας. Γι’ αυτό και δεν εκινείτο διόλου, αλλά έμενε στο ίδιο μέρος ακίνητος επί πολύ. Κατόπιν αποφάσισε να πάει υποτακτικός στο κοινόβιο του Τιμίου Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη, προς έκπληξη των εκεί μοναζόντων, όπου ανέλαβε το διακόνημα του εκκλησιαστικού. Η θεία χάρη που είχε μέσα του τον έκανε να επιτελεί θαύματα, να ημερεύει λιοντάρια και να τον υπακούουν. Με θεϊκή δι’ αγγέλου εντολή αναχώρησε από το μοναστήρι.      Οι μοναχοί τον αποχωρίσθηκαν θλιμμένοι. Στα Ιεροσόλυμα τον υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές. Πορεύθηκε προς τη Δαμασκό και την Αντιόχεια της Συρίας. Στον δρόμο του συνάντησε μια γυναίκα με το νεκρό παιδι της στην αγκαλιά της. Βλέποντας τα δάκρυά της και τις παρακλήσεις της το ανέστησε. Για να αποφύγει τις τιμές αναχώρησε αμέσως αλλάζοντας δρόμο. Και άλλοτε πραγματοποίησε το ίδιο θαύμα.
   Με πλοίο έφθασε στην Κρήτη, όπου επί διετία ασκήθηκε στα έρημα βουνά της με υπερθαύμαστο και υπεράνθρωπο τρόπο, ώστε να ασθενήσει. Κατόπιν μετέβη στην Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Αθήνα, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ηράκλεια και την Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε σιωπηλός κι έγκλειστος στη μονή του Αγίου Διομήδους. Η φήμη όμως δεν μπόρεσε πάλι να κρυφτεί. Τον αναζήτησε ο πατριάρχης Ησαΐας και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ ο Παλαιολόγος. Του ζητήθηκε και υπέγραψε ορθή ομολογία πίστεως, που κατανύσει τους πάντες και τους κάνει να τον τιμούν και να τον μεγαλύνουν. Έτσι ως φυγόδοξος έφυγε ξανά για μακρυά.
  Επέστρεψε στο Άγιον Όρος, το περιόδευσε σιωπηλός και ηλθε στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου είχε επιστρέψει και ο Γέροντάς του και είχε μακάρια αναπαυθεί. Ο πάντα ταπεινόφρων Σάββας προτίμησε την υπακοή. Ελυσε τη σιωπή του και έγινε ξανά εκκλησιαστικός, ψάλτης, αναγνώστης, τραπεζάρης και νοσοκόμος. Σε όλα τα διακονήματα ηταν πρόθυμος, ακριβής, προσεκτικός και αποδοτικός. Υπόδειγμα μοναχού, κυρίως στο ναό, αλλά και στο διακόνημα και στο κελλί του. Δίδασκε με το βιωμένο του παράδειγμα, το υφος και το ηθος του, τη στάση του, και την προσευχή του. Είχε πλούσια βιώματα από τη νήψη και τη θεωρία, που γίνονταν αντιληπτά από τη χαρά του και τα πολλά του δάκρυα. «Όλη η Βατοπαιδινή αδελφότητα τον παρακαλούσε να δεχθεί την ιερωσύνη, μα στάθηκε αδύνατον, θέλοντας ν’ ασχολείται μόνο με τον εαυτό του κι όχι με τους άλλους. Απόφευγε πάντα τις τιμές, αγαπούσε υπερβολικά την ταπείνωση κι υπόμενε τις δοκιμασίες, τρέφοντας περισσή αγάπη στον ηγούμενο και τους αδελφούς του, που τους δίδασκε όλους με την ησυχη κι απαθή ζωή του. Η ζωή του στο Βατοπαίδι ηταν γεμάτη από θεοφάνειες κι αγγελοφάνειες».
  Κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1341 – 1347 μ.Χ.) οι Βατοπαιδινοί αδελφοί του και οι Αγιορείτες πατέρες τον πίεσαν αφόρητα να ηγηθεί ειρηνευτικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να τερματισθεί ο φοβερός εμφύλιος σπαραγμός. Υπάκουσε ξανά, παρότι προείδε και προείπε ότι η αποστολή τους δεν θα έχει αίσιο τέλος. Μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έπι μία εξαετία αφοσιώθηκε στην προσευχή, αφού οι λόγοι του περι ειρήνης και ομονοίας δεν εισακούονταν. Οι ένδακρεις προσευχές του για τον παρασυρμό των ανθρώπων από τα άγρια πάθη ηταν συνεχείς ενώ οι λόγοι του υπέρ συμφιλιώσεως των αντιμαχόμενων πολύ λίγοι. Με σκληρά λόγια, για πρώτη φορά, μίλησε κατά του Ανδρέα Παλαιολόγου, που ηγείτο του κινήματος των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη και ηταν υπαίτιος πολλών αιματοχυσιών κι ανθρωποκτονιών. Συνέχεια των πολιτικών ταραχών υπήρξαν οι εκκλησιαστικές έριδες με αρχηγό τον αιρετικό Βαρλαάμ τον Καλαβρό, φοβερό πολέμιο του ιερού ησυχασμού και ύποκειμενικό ερμηνευτή των θείων δογμάτων. Ο όσιος Σάββας κατόπιν ουρανίων αποκαλύψεων έγινε ορθός υπερασπιστής των δογμάτων και αυστηρός επιτημητής του δεύτερου Ιούδα και Αρείου, Γρηγορίου Ακινδύνου, ακολούθου του Βαρλαάμ. Ο ίδιος ο Σάββας ηταν σύμβουλος του αυτοκράτορας Ιωάννου ΣΤ του Καντακουζηνού, τον όποιο στήριζε με τις προσευχές του και υπήρξε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας.
  Ο αυτοκράτορας πρότεινε στην Εκκλησία την εκλογή του Σάββα ως πατριάρχη και όλοι συμφώνησαν απόλυτα. Εκείνος όμως επίμονα αρνήθηκε. Αναγκάσθηκε να έλθει ο ίδιος ο αυτοκράτορας με τη συνοδεία του για να τον πείσει, αλλά στάθηκε τελείως αδύνατο, παρότι τον παρακαλούσε ικετευτικά έπι ημέρες και είχαν ετοιμασθεί όλα τα της χειροτονίας του. Η ταπείνωση του δεν τον άφηνε να ανέρχεται αλλά μόνο να κατέρχεται, να κρύβεται, να κάνει τον σαλό, τον αμαθή, να σιωπά. Έφθασε, κατά τον βιογράφο του, στην ακρότητα όλων των αρετών και έγινε υπερφυής συμμέτοχος στη αγγελική εκείνη αϋλία και καθαρότητα, χωρίς κάν να υστερήσει. Ως απαθής έφθασε στην αρίστη ταπεινοφροσύνη και στο μέγα της αγάπης μυστήριο. Πέρασε την τελευταία εξαετία της ζωής του σχεδόν έγκλειστος στη μονή της Χώρας. Προείδε το τέλος του και το ανάφερε στον μαθητή του, λέγοντάς του λόγους περί ταπεινοφροσύνης. Εκοιμήθη ειρηνικά περί το 1349 μ.Χ.
  Πράγματι η βιογραφία του αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου αποτελεί εξαιρετικό αγιολογικό κείμενο. Είναι ένα από τα καλύτερα αθωνικά συναξάρια, το όποιο γράφθηκε προς ενίσχυση των συγχρόνων και πνευματική ανάταση των μοναχών. Ο βίος υπάρχει σε αρκετά αγιορειτικά χειρόγραφα.
  Αναφέρεται πως τον Οκτώβριο του 1840 μ.Χ., όταν γίνονταν επισκευές στο οστεοφυλάκειο τοϋ κοιμητηρίου της μονής Βατοπαιδίου, βρέθηκαν τα οστά ενός μοναχού να ευωδιάζουν. Του απεδόθη το όνομα Ευδόκιμος. Ο ασκητής Ιάκωβος ανέφερε στη σύναξη της μονής ότι πρόκειται για τον όσιο Σάββα τον Βατοπαιδινό, προφανώς ύστερα από κάποια αποκάλυψη. Ο Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης αναφέρει πως ο όσιος Σάββας παρουσιάσθηκε σε Βατοπαιδινό Γέροντα Κελλιώτη, τον όποιο θεράπευσε από ασθένεια, και του είπε: «Δεν λέγομαι Ευδόκιμος, άλλα Σάββας Μοναχός. Πλην να ειπής εις τους Πατέρας της Ιεράς Μονής να με αποκαλώσιν Εύδόκιμον».
  Η μνήμη του τιμάται στις 11 Οκτωβρίου και στις 15 Ιουνίου, την Τετάρτη της Διακαινησίμου μετά των Σιναϊτών Αγίων και στις 10 Ιουλίου μετά των Βατοπαιδινών Αγίων.
Πλήρη ασματική ακολουθία προς τιμή του συνέθεσε ο κος Φ. Α. Τζελέπης. Πηγή:  .saint.gr

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΠΕΡΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.

ΟΣΙΟΥ & ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
ΠΕΡΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.


ΑΓΙΟΣ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
εφημ. Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Νέας Καλλιπόλεως Πειραιώς 
ἘνΠειραιεῖ 13-6 -2015                    
 
   Ὁ σύγχρονος ἅγιος Γέρων τῆς Ἁγιοσαββιτικῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καθηγητής τῆς Δογματικῆς καί Οἰκουμενικός Διδάσκαλος, Ὅσιος καί Θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Ἰουστίνος Πόποβιτς, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἑορτάζεται στίς 14 Ἰουνίου, ὑπῆρξε διαπρύσιος κήρυκας τῆς οἰκουμενικότητος τῆς Θεανθρωπίνης Ὀρθοδοξίας καί ἄσπονδος ἐχθρός τοῦ οὐμανιστικοῦ, ἀνθρωποπαγοῦς καί ἀνθρωπολατρικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Στό ἐξαίρετο σύγγραμμά του «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός» σημειώνει ὅτι «ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι κοινόν ὄνομα διά τούς ψευδοχριστιανισμούς, διά τάς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὐμανισμῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν Παπισμό. Ὅλοι δέ αὐτοί οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τήν ἄλλην αἵρεσιν. Τό κοινόν εὐαγγελικόν ὄνομά τους εἶναι ἡ παναίρεσις»[1].
Μέ ἀφορμή τήν ἐφετινή μνήμη του παραθέτουμε τήν Ὀρθόδοξη θεολογική γνωμοδότηση καί μαρτυρία του, ἡ ὁποία προκλήθηκε κατόπιν αἰτήματος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, γιά τό ἄν μπορεῖ νά συμμετάσχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σέ οἰκουμενι(στι)κές ἀκολουθίες, πού διοργάνωναν οἱ παπικοί τῆς Γιουγκοσλαβίας στά πλαίσια τῆς «ἑβδομάδος ἐν τῆ ἐνότητι».
 Ἡ γνωμοδότηση τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου, ἡ ὁποία ἔχει δημοσιευθεῖ μέ εἰσαγωγικό σημείωμα τοῦ τότε παραδοσιακοῦ ἱερομονάχου καί νῦν οἰκουμενιστοῦ Μητροπολίτου κ.Εἰρηναίου Μπούλοβιτς στό περιοδικό «Κοινωνία»[2], σέ μετάφραση ἀπό τά σερβικά τῆς κ. Μαρίνας Σκλήρη, ἀποτελεῖ ἀπάντηση στήν πρόσφατη ἐπίσκεψη τοῦ αἱρεσιάρχου Ἰησουΐτη «πάπα» Φραγκίσκου στό Σεράγεβο (6-6-2015) καί στήν συμμετοχή τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἐπίσκοπο Ζαχουμίου καί Ἐρζεγοβίνης κ. Γρηγόριο στήν οἰκουμενιστική διαθρησκειακή συνάντηση Πάπα, Ἰσλαμιστῶν, Ὀρθοδόξων καί Ἑβραίων [3]Νά σημειωθεῖ δέ ὅτι ὁ αἱρεσιάρχης «πάπας», μόλις τρεῖς μέρες πρίν τήν ἐπίσκεψή του στό Σεράγεβο, στίς 3 Ἰουνίου, βλασφήμησε καί προσέβαλε μέ τόν χειρότερο τρόπο τήν Ἁγία Γραφή, τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, τό Ἱερόν καί Ἅγιον Εὐαγγέλιον, ἐξισώνοντάς το μέ τό βλάσφημο ψευδοβιβλίο τοῦ Κορανίου, δηλώνοντας μέ ξεκάθαρο τρόπο πώς «θεωρεῖ ὅτι ἡ Ἁγία Βίβλος εἶναι τό ἴδιο πράγμα μέ τό Κοράνι τῶν μουσουλμάνων»[4]. 
 
 
Ἡ γνωμοδότηση τοῦ τότε ἀρχιμανδρίτου καί νῦν ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς ἔχει ὡς ἐξῆς :
«Πανιερώτατοι Πατέρες,
Τήν στάσιν της ἔναντι τῶν αἱρετικῶν - καί αἱρετικοί εἶναι ὅλοι οἱ μή Ὀρθόδοξοι - ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔχει καθορίσει ἅπαξ διά παντός, διά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων, δηλαδή διά τῆς ἁγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, τῆς μοναδικῆς καί ἀναλλοιώτου.
Συμφώνως πρός αὐτήν τήν στάσιν, εἰς τούς Ὀρθοδόξους εἶναι ἀπηγορευμένη κάθε συμπροσευχή καί κάθε λατρευτική ἐπικοινωνία μετά αἱρετικῶν. Διότι, «τίς μετοχή δικαιοσύνη καί ἀνομία; τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῶ πρός Βελίαρ; ἡ τίς μερίς πιστῶ μετά ἀπίστου»[5]; Ὁ 45ος κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει : «Ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος…, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργήσαί τι, καθαιρείσθω»[6]. Αὐτός ὁ ἱερός Κανών τῶν ἁγίων         Ἀποστόλων δέν προσδιορίζει ποία ἀκριβῶς προσευχή ἤ ἀκολουθία ἀπαγορεύεται, ἀλλά  ἀπαγορεύει κάθε κοινήν μεθ’ αἱρετικῶν προσευχήν, ἔστω καί τήν κατ’ ἰδίαν («συνευξάμενος»). Εἰς δέ τάς οἰκουμενιστικάς κοινάς προσευχάς μήπως δέν γίνονται καί ἀδρότερα καί εὐρύτερα τούτων; Ὁ 32ος  κανών τῆς ἐν Λαοδικεία Συνόδου ὀρίζει · «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον ἤ εὐλογίαι»[7]. Μήπως, ὅμως, δέν συμβαίνει εἰς τάς κοινάς οἰκουμενιστικάς συναντήσεις καί συμπροσευχάς νά εὐλογοῦν αἱρετικοί ρωμαιοκαθολικοί ἐπίσκοποι καί ἱερείς, προτεστάνται   πάστορες, ἀκόμη δέ καί γυναίκες;(!).
Αὐτοί καί ὅλοι οἱ ἄλλοι σχετικοί κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων ἴσχυον ὄχι μόνον κατά τήν παλαιάν ἐποχήν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ἐν ἀπολύτω ἰσχύϊ καί σήμερον, δι' ὅλους ἡμᾶς τούς συγχρόνους ὀρθοδόξους Χριστιανούς.  Ἰσχύουν ἀναμφιβόλως καί διά τήν θέσιν μας ἔναντι τῶν ρωμαιοκαθολικῶν καί προτεσταντῶν. Διότι, ὁ μέν ρωμαιοκαθολικισμός εἶναι πολλαπλή αἵρεσις, περί δέ τοῦ προτεσταντισμοῦ τί νά εἴπωμεν;  Καλλίτερον νά μή ὁμιλῶμεν. Ἤδη ὁ Ἅγιος Σάββας εἰς τήν ἐποχήν του, ἐπτάμισυ αἰώνας πρίν, δέν ὠνόμαζεν ἄραγε τόν ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν αἵρεσιν»; Καί πόσα ἀπό τότε νέα δόγματα δέν ἐπενόησεν ὁ πάπας καί «ἀλαθήτως» ἐδογμάτισε! Δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι, διά τοῦ δόγματος περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα, ὁ ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.
Καί ἡ πολύ ἐπαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος οὐδέν ἤλλαξεν οὔτε ὅσον ἀφορᾶ εἰς τήν τερατώδη ταύτην αἵρεσιν, ἀλλά, τοὐναντίον, ἐπεκύρωσεν αὐτήν.
Ἕνεκα τούτου, ἄν εἴμεθα Ὀρθόδοξοι καί θέλωμεν νά παραμείνωμεν Ὀρθόδοξοι, τότε ὀφείλομεν καί ἡμεῖς νά τηρήσωμεν τήν στάσιν τοῦ Ἁγίου Σάββα,  τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Κροστάνδης καί τῶν λοιπῶν Ἁγίων Ὁμολογητῶν καί Μαρτύρων καί Νεομαρτύρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ρωμαιοκαθολικῶν καί τῶν προτεσταντῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οὔτε οἱ μέν, οὔτε οἱ δέ, δέν πιστεύουν ὀρθοδόξως εἰς τά δύο βασικά δόγματα τοῦ Χριστιανισμοῦ : εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν.
Πανιερώτατε καί Ἅγιοι Συνοδικοί Πατέρες,
Ἕως πότε θά ἐξευτελίζωμεν δουλικῶς τήν Ἁγίαν μας Ὀρθόδοξον Ἁγιοπατερικήν καί Ἁγιοσαββιτικήν Ἐκκλησίαν διά τῆς οἰκτρῶς καί φρικωδῶς ἀντιαγιοπαραδοσιακῆς στάσεώς μας ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν; Ἐντροπή καταλαμβάνει πάντα εἰλικρινή Ὀρθόδοξον, ἀνατραφέντα ὑπό τήν καθοδήγησιν τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅταν ἀναγιγνώσκη ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Σύνεδροι τῆς 5ης Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Γενεύης (8-16 Ἰουνίου 1968), σχετικῶς πρός τήν συμμετοχήν τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τό ἔργον τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», ἔλαβον τότε τήν ἀπόφασιν «ὅπως ἐκφρασθῆ ἡ κοινή ἐπίγνωσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ ὀργανικόν μέρος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν».
Αὕτη ἡ ἀπόφασις εἶναι κατά τήν ἀνορθοδοξίαν καί ἀντιορθοδοξίαν της ἀποκαλυπτικῶς φρικαλέα. Ἤτο ἄραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτό τό πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶμα καί ὀργανισμός τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ νά ταπεινωθεῖ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί  της θεολόγοι, ἀκόμα δέ καί Ἱεράρχαι, μεταξύ τῶν ὁποίων καί Σέρβοι, νά ἐπιζητοῦν τήν «ὀργανικήν» μετοχήν καί συμπερίληψιν εἰς τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν, τό ὁποῖον, κατ’  αὐτόν τόν τρόπον γίνεται εἷς νέος ἐκκλησιαστικός «ὀργανισμός», μία «νέα Ἐκκλησία» ὑπεράνω τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας οἱ Ὀρθόδοξοι καί μή Ὀρθόδοξοι ἐκκλησίαι ἀποτελοῦν μόνο «μέλη» («ὀργανικῶς μεταξύ των συνδεδεμένα»!); Ἀλοίμονον, ἀνήκουστος προδοσία !
Ἀπορρίπτομεν τήν ὀρθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αὐτόν τόν ὀργανικόν δεσμόν μετά τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ καί τοῦ παναχράντου Του Σώματος – τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί Πατέρων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων – καί θέλομεν νά γίνωμεν «ὀργανικά μέλη» τοῦ αἱρετικοῦ, οὐμανιστικοῦ, ἀνθρωποπαγοῦς καί ἀνθρωπολατρικοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπό 263 αἱρέσεις, ἡ δέ κάθε μία ἀπό αὐτάς εἶναι πνευματικός θάνατος!
Ὡς Ὀρθόδοξοι, εἴμεθα «μέλη Χριστοῦ». «Ἄρα οὖν τά μέλη τοῦ Χριστοῦ, ποιήσω πόρνης μέλη; Μή γένοιτο»[8]! Καί ἡμεῖς τοῦτο πράττομεν διά τῆς «ὀργανικῆς» συνδέσεώς μας μετά τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, τό ὁποῖον οὐδέν ἄλλο εἶναι εἰ μή ἀναβίωσις τῆς ἀθέου ἀνθρωπολατρείας – εἰδωλολατρείας.
Εἶναι πλέον ἔσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, ὅπως ἡ Ὀρθόδοξος Ἁγιοπατερική καί Ἁγιοσαββίτικη Ἐκκλησία μας, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν ἁγίων Ὁμολογητῶν, Μαρτύρων καί Νεομαρτύρων, παύση νά ἀναμιγνύεται ἐκκλησιαστικῶς, ἱεραρχικῶς καί λατρευτικῶς μετά τοῦ οὕτω καλουμένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί ὅπως ἀρνηθεῖ διά παντός τήν οἱανδήποτε συμμετοχήν εἰς τάς κοινάς προσευχάς καί τήν λατρείαν (ἡ ὁποία λατρεία εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἶναι ὅλη ὀργανικῶς συνδεδεμένη εἰς μίαν ὁλότητα καί συγκεφαλαιοῦται εἰς τήν θείαν Εὐχαριστίαν), καί γενικῶς τήν συμμετοχήν εἰς οἰανδήποτε ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ὡς τοιαύτη, φέρει ἐν ἑαυτῆ καί ἐκφράζει τόν μοναδικόν καί ἀνεπανάληπτον χαρακτήρα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς πάντοτε Μιᾶς καί Μοναδικῆς.
Μή σμίγουσα ἐκκλησιαστικῶς μετά τῶν αἱρετικῶν, εἴτε ἄν εἶναι αὐτοί συγκεντρωμένοι πέριξ τῆς Γενεύης, εἴτε πέριξ τῆς Ρώμης, ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία, κατά πάντα πιστή πρός τούς ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς ἁγίους Πατέρας, δέν θά ἀρνηθῆ διά τοῦτο τήν Χριστιανικήν της ἀποστολήν  καί τό εὐαγγελικόν της χρέος : ὅπως ἐνώπιον τοῦ συγχρόνου κόσμου, ὅσον τοῦ μή ὀρθοδόξου, τόσον καί τοῦ ἀπίστου, ταπεινῶς ἀλλά εὐθαρσῶς μαρτυρῆ περί τῆς Ἀληθείας, τῆς Παναληθείας, περί τοῦ ζῶντος καί ἀληθινοῦ Θεανθρώπου καί περί τῆς πανσωστικῆς καί παμμεταμορφωτικῆς δυνάμεως τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁδηγουμένη ὑπό τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία μας, διά τοῦ ἁγιοπατερικοῦ πνεύματος καί χαρακτῆρος τῶν θεολόγων της, πάντοτε θά εἶναι «ἕτοιμη πρός ἀπολογίαν  παντί τῷ αἰτοῦντι ἡμᾶς λόγον περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος»[9]. Καί ἡ Ἐλπίς ἡμῶν νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων καί εἰς ὅλην τήν αἰωνιότητα εἶναι μία καί μοναδική : Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός ἐν τῷ Θεανθρωπίνω του σώματι, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων. Οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ὀφείλουν νά συμμετέχουν ὄχι εἰς «οἰκουμενικάς κοινάς προσευχάς», ἀλλ' εἰς θεολογικούς διαλόγους ἐν τῆ Ἀληθείᾳ καί περί τῆς Ἀληθείας, ὅπως διά μέσου τῶν αἰώνων ἔπραττον οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Ὀρθοπιστίας εἶναι «μερίς μόνον τῶν σωζομένων»[10].
Παναληθές εἶναι τό Εὐαγγέλιον τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου : «σωτηρία ἐν ἁγιασμῶ καί πίστει ἀληθείας»[11]. Ἡ θεανθρωπίνη πίστις εἶναι ἡ πίστις τῆς Ἀληθείας. Ἡ Οὐσία αὐτῆς τῆς πίστεως εἶναι ἡ Ἀλήθεια, εἶναι ἡ μόνη Παναλήθεια, δηλαδή ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Ἡ δέ θεανθρωπίνη ἀγάπη εἶναι «ἡ ἀγάπη τῆς Ἀληθείας»[12]. Ἡ οὐσία αὐτῆς τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ Παναλήθεια, δηλ. ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Καί αὐτή ἡ Πίστις καί αὐτή ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ καρδία καί ἡ συνείδησις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Πάντα ταῦτα διεφυλάχθησαν ἀλώβητα  μόνον ἐν τῆ ἁγιοπατερικῆ Ὀρθοδοξία, περί τῆς ὁποίας οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί εἶναι κεκλημένοι νά μαρτυροῦν ἀφόβως ἐνώπιον τῆς Δύσεως καί τῆς ψευδοπίστεώς της καί τῆς ψευδοαγάπης της.
Ἱερά Μονή Τσελιέ 13/26 Νοεμβρίου 1974
Συνιστᾶ ἑαυτόν ταῖς ἁγίαις ἀποστολικαῖς προσευχαῖς τῆς Ὑμετέρας Πανιερότητος καί τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων.                                                                                                                     
ἀνάξιος
Ἀρχιμανδρίτης Ἰουστίνος (Πόποβιτς)

[1]ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, Θεσ/κη 1974, σ. 224.
[2] Κοινωνία 18 (1975) 95- 10118 (1975) 95- 101
[5] Β΄ Κορ.  6, 14-15
[6] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 50-51.
[7] Ὅ. π., σ.  433.
[8] Α΄ Κορ. 6, 15.
[9] Α΄ Πέτρ. 3, 15.
[10] Ὅ.π., 7ος κανών Β΄ Οἰκ. Σύν., σ. 163.
[11] Β΄ Θεσ.  2, 13.